Τα 20 Αγαπημένα μου Άλμπουμ για το 2017

Ο Παναγιώτης Μένεγος φτιάχνει και φέτος «άλλη μια λίστα σύγχυσης και γέλιου», αν και η μουσική ετήσια αξιολόγηση έχει αλλάξει ριζικά και γίνεται πια με εντελώς διαφορετικούς όρους.

Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή

Πρώτη φορά που μου ζητήθηκε να δημοσιεύσω τη λίστα μου με «τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς» ήταν το 2006 - το IDM ντεμπούτο του νεοσσού τότε, Nathan Fake, κέρδισε στα σημεία την τελευταία φορά που ο Morrissey υπήρξε συγκλονιστικός. Ένα χρόνο αργότερα, ήξερα σχεδόν στιγμιαία ότι οι LCD Soundsystem είχαν βγάλει έναν από τους «δίσκους της ζωής μου» (αν και νομίζω ότι το φετινό τους είναι ακόμα καλύτερο), ενώ το 2008 στράφηκα στο οικείο: δεν ξέρω αν οι Fujiya & Miyagi κάνουν σπουδαία μουσική, αλλά σίγουρα κάνουν ακριβώς τη μουσική που μου αρέσει. Το 2009, υπέπεσα στην υπερβολή που δικαιούται κάθε μουσικογραφιάς που σέβεται τον εαυτό του (πόσο μάλλον Έλληνας) κι έβαλα στην κορυφή το οριακά επίκαιρο και καθοριστικό για τη γενιά (ή την εποχή;) του Δεκέμβρη Please Make Me Dance του Αλέξανδρου Βούλγαρη/ The Boy (αδικώντας πρωτ’ απ΄όλα το υπέροχο Time Machine που είχε κυκλοφορήσει την ίδια χρονιά με τη Mary και τον Felizol).

Όταν σε δυο χρόνια θα φτιάχνουμε τις λίστες με «καλύτερα των 10s», θα δυσκολευθώ πολύ να ρίξω από την κορυφή το Swim του Caribou από την πρώτη κιόλας χρονιά της δεκαετίας που διανύουμε. Το 2011 επέμεινα πεισματικά, κόντρα σε πιο σκληροπυρηνικούς fans τους, ότι το King of Limbs θα καταξιωθεί εκ των υστέρων ως το παραγνωρισμένο άλμπουμ της δισκογραφίας των Radiohead. To 2012 έβαλα πρώτο ένα μη-άλμπουμ, τη συλλογή με τα καταπληκτικά 12’’ που έβγαζε σωρηδόν εκείνη τη χρονιά ο Four Tet (τελικά τα μάζεψε και σε LP, νομιμοποιώντας την ψήφο μου). Το 2013, επειδή δεν είναι ο έρωτας παιδί της λογικής, όπως έχει πει και κάποιος που δεν έχω συμπεριλάβει ποτέ σε καμία λίστα, οι Asphodells έκοψαν πρώτοι το νήμα μου έναντι του Jon Hopkins που θα ήταν μάλλον δικαιότερος νικητής. Το 2014 μεγάλωσα μαζί με τον Damon Albarn και το 2015, σε μια χρονιά χωρίς πολύ σασπένς ο Ghost Culture το είχε σηκώσει ήδη από την πρώτη εβδομάδα του έτους. Τέλος, πέρυσι, ο συνδυασμός καλά υπολογισμένης αλητείας κι αβίαστης κομψότητας των BADBADNOTGOOD μου φάνηκε άλλη μια φορά πολύ γοητευτικός.

Κάπου εδώ πρέπει να προσθέσω το χιλιογραμμένο «κοιτώντας κανείς τις λίστες του από το παρελθόν μαθαίνει περισσότερα για τoν εαυτό του την τάδε χρονιά, παρά για τη μουσική της», να τσιτάρω τον απαραίτητο Ουμπέρτο Έκο («φτιάχνουμε λίστες γιατί φοβόμαστε το θάνατο») και να προσθέσω τα, επίσης, χιλιοδιατυπωμένα συμπεράσματα ότι αυτά τα 12 χρόνια που παίζω σε αυτό το παιχνίδι οριστικοποιήθηκε η αλλαγή της μουσικής ακρόασης, καταργώντας την ουσιαστική μας σχέση με το format του LP, μετατρέποντας τη μουσική από commodity σε πληροφορία (ή/και φετίχ). Με αποτέλεσμα, πια να «μην έχει και τόση σημασία».

Για να γυρίσουμε στο θέμα μας, ή για να το βρούμε επιτέλους, άλλαξαν όλα, άλλαξαν και οι λίστες. Ο τρόπος με τον οποίο καταρτίζονται, κυρίως. Τόσο ατομικά (το πώς φτιάνει την εικοσάδα του για παράδειγμα ο έλληνας blogger που συμμετέχει στο πανηγύρι της #Blogovision), όσο και «θεσμικά» (ο τρόπος που τις συνθέτουν τα έντυπα και ηλεκτρονικά μίντια). Αυτή είναι η λέξη-κλειδί, νομίζω. Η «σύνθεση». Κάποτε, όχι σε έναν πολύ μακρινό γαλαξία, διάβαζες τις 10 πιο επιδραστικές, πολυσυλλεκτικές κι αξιοσέβαστες και σχηματιζόταν η μεγάλη εικόνα. Για τις τάσεις, τα νέα ονόματα, την όποια αναβίωση, τις απογοητεύσεις, τις τοπικές σκηνές, τα στοχήματα της χρονιάς και την προοπτική των επόμενων. Πλέον, έχοντας ελπίζω ξεπεράσει την κουταμάρα να συζητάμε αν «μια χρονιά ήταν καλή ή κακή» (λες και μιλάμε για κανένα μποζολέ), οι end of year lists πια στέκονται αμήχανες κι αδύναμες να μεταβολίσουν τον τεράστιο όγκο της μουσικής πληροφορίας. Κι ομολογώντας την αμηχανία τους, υποκύπτουν πλήρως είτε στο κοινό τους είτε στις επιταγές της βιομηχανίας (που άλλωστε είναι και ο βασικότερος λόγος που υπάρχουν [οι λίστες]).

Στην πρώτη περίπτωση, το Pitchfork αντιμετωπίζει φέτος τον ορυμαγδό κυκλοφορώντας διαφορετικές κατατάξεις ανά είδος (π.χ. “Best Electronic”, "Best Pop and R&B" κτλ.) και τις συμπυκνώνει σε μια γενική 50αδα. Εκεί, 7 στα 10 «καλύτερα» ανήκουν στο μοντέρνο hip hop/ RnB που προφανώς είναι η πιο καυτή σκηνή στις ΗΠΑ και παγκοσμίως, αλλά αν αναλογιστεί κανείς από ποιους γράφεται και διαβάζεται η κάποτε «εναλλακτική βίβλος» (hint: λευκούς) υποψιάζεται ότι η λίστα μπορεί και να υποπίπτει σε cultural appropriation («πολιτισμική οικειοποίηση» το λέμε στα ελληνικά;). Στη δεύτερη περίπτωση, εκείνη της λίστας που υπηρετεί το industry, κραυγαλέο είναι το παράδειγμα του Rolling Stone που ανέβασε στις 27/11 το top-50 του με το φετινό φεστιβάλ αδιαφορίας των U2 (που είχε επίσημη ημερομηνία κυκλοφορίας την 1/12) να ανεβαίνει στο νο.3. Τόση σπουδή, μη χαθεί η αγορά των Χριστούγεννων... 

Υπερπρωταθλητές της χρονιάς, αν και θα τα δούμε καλύτερα στη μεγάλη ανασκόπηση της Popaganda, αναδεικνύονται ο Kendrick Lamar με το DAMN. και η Lorde με το Melodrama. Κατά τη γνώμη μου, αμφότερα άλμπουμ που -ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική τους αξία- αποδεικνύουν ότι οι λίστες περισσότερο σφυγμομετρούν παρά διαμορφώνουν πια το κοινό γούστο. Χωρίς αρνητικό ή θετικό πρόσημο αυτό. Απλά, υπερτροφή για σκέψη κι ανάλυση...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΛΑ ΓΚΡΕΚΑ ΜΠΕΛΕΤΣΑ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED