Το Δικό μας Αντίο στον Αυθεντικό Αισθηματία Νικόλα Τριανταφυλλίδη...

Σταύρος Διοσκουρίδης, Παναγιώτης Μένεγος και Θεοδόσης Μίχος αποχαιρετούν εκείνον που έφυγε σήμερα από τη ζωή τόσο νέος και τόσο μοναδικός.

07.06.2016

«Εγώ είμαι εδώ»

Του Σταύρου Διοσκουρίδη 

Το 2007 η ομάδα που έβγαζε το φοιτητικό περιοδικό Centro αποφάσισε ότι πρέπει να κάνει ένα μουσικό φεστιβάλ για ν΄αυξήσει τα έσοδα του. Επικοινωνώ με το Gagarin για να κλείσω ένα ραντεβού με τον Τριανταφυλλίδη. «Πείτε του, ότι είμαι γιος της Τζούλιας Τσιακίρη που δουλεύαν μαζί στον 902, στο ραδιόφωνο». Στη χώρα μας το μέσο λειτουργεί, πόσο μάλλον όταν εμπλέκονται μέσα κομμουνιστικά ιδεώδη, οπότε η συνάντηση με τα πολλά κανονίστηκε.

Αυτό το «ιδιοκτήτης του Gagarin» από μόνο του για έναν πιτσιρικά που επισκεπτόταν το χώρο ήταν από μόνο του πολύ για να δώσει διαστάσεις θρύλου στον Νίκο Τριανταφυλλίδη. Αφού ανέβηκα σκάλες, σκαλάκια και περνώντας μέσα από έναν λαβύρινθο φτάνω στο γραφείο του. Οι περιγραφές μίλαγαν για έναν πολύ σκληρό άνθρωπο που θα με ισοπεδώσει για να πάρει αυτό που θέλει. Τον αντικρίζω να κάθεται γύρω από χιλιάδες αφίσες, βινύλια, μεμοραμπίλια, περιοδικά, βιβλία, όλα όσα ήθελα να έχω στο δωμάτιο μου. Κάθομαι απέναντι του και περιμένω να με ισοπεδώσει.

Σε δέκα λεπτά η συνάντησή μας έχει τελειώσει. Τα βρίσκουμε όλα, ημερομηνίες, τιμές, ποτά, ό,τι χρειάζεται το φεστιβάλ. Οι μέρες περνούν, τα συγκροτήματα βρίσκονται, οι χορηγοί επίσης, οι αφίσες τυπώνονται και είμαστε έτοιμοι για το φεστιβάλ που θα έδειχνε για πρώτη φορά στο αθηναϊκό κοινό τον Larry Gus και τον Jeff.

Για διάφορους λόγους έχει χαθεί η αίσθηση του χρόνου. Οι μπάντες αργούν να βγουν, οι διοργανωτές δεν έχουν ιδέα από… διοργάνωση και οι άνθρωποι της ασφαλείας του κτιρίου έχουν αρχίζει να εκνευρίζονται. Από το «όλα καλά θα πάνε μεγάλε», έχουμε φτάσει στο «σε δεκαπέντε λεπτά κατεβάζω τον γενικό και τους διώχνω όλους». Ακόμα ήμασταν στη μέση. Ο Τριανταφυλλίδης άφαντος. Εγώ σε αφασία να παρακαλάω και τις μπάντες να τελειώσουν πιο γρήγορα αλλά και την «πόρτα» να μην κλείσει.

Η ώρα είναι πολύ μετά τα μεσάνυχτα και κάποια στιγμή ο Νικόλας εμφανίζεται. Τον πετυχαίνω και σχεδόν με δάκρυα στα μάτια του περιγράφω την κατάσταση. «Κύριε Τριανταφυλλίδη, το ένα, κύριε Τριανταφυλλίδη το άλλο, κύριε Τριανταφυλλίδη, τι θα κάνουμε τώρα;». «Θα με λες Νίκο και μην ανησυχείς για τίποτα. Εγώ είμαι εδώ».

Το φεστιβάλ τελείωσε ειρηνικά. Από τότε όποτε βρισκόμασταν του έλεγα διάφορες ιδέες για εκ του προοιμίου αποτυχημένα καλλιτεχνικά δρώμενα. Σε όλα απαντούσε: «Μέσα. Να τα πούμε όποτε θες και να κάνεις εδώ ο,τι θες». Ήξερε πως δύσκολα θα επιχειρούσα κάτι μετά το πρώτο φιάσκο, ήξερα πως και να ήταν φιάσκο αυτός θα ήταν εκεί.


Έφυγε ο Ξενοδόχος της Φυλής

Του Παναγιώτη Μένεγου

«Μη φεύγετε ρε μαλάκες, είναι πολύ καλοί αυτοί, δείτε τους».  Πριν από 100-110 μέρες ήταν. Φυσικά, στο «άσυλο ανιάτων» της Λιοσίων. Είχαμε πάει για τους Thee Holy Stragers του Αρχηγού της Φυλής, Αλέξη Καλοφωλιά, σε ένα double bill που φιλοξενούσε (νομίζω) για πρώτη φορά στην Ελλάδα τους Ελβετούς The Dead Brothers. Μπορώ να πω ότι από 2-3 γενιές μουσικογραφιάδων που κουτσομπολεύαμε στα συνηθισμένα ορεινά της σάλας, κανείς δεν άντεχε τον καμπαρέ ήχο τους. Ο Νικόλας πάλι το απολάμβανε (και ήξερε ότι εκείνη την στιγμή μπορεί να έχτιζε τους επόμενους Tiger Lillies) κάνοντας πώς δε μας βλέπει, αλλά στην πόρτα μας τη φύλαγε την επίπληξη - ξέρετε, οι άνθρωποι που ζουνε όντως on the edge, δεν ψάχνουν αυτήν την αίσθηση στα ριφάκια. Με σταμάτησε στην πόρτα πριν το φουαγέ, εκεί που τον έβρισκες πάντα να στέκεται στο αριστερό ή δεξιό της φύλλο, να σου χαμογελά τείνοντας το ποτήρι αν δεν τα είχατε πει πρώτα έξω. Αυτή θα έχω ως τελευταία αναμνήση κι ας βρεθήκαμε μάλλον άλλες 2-3 φορές από τότε. Θα ήμουν ψεύτης αν έλεγα ότι ήμουν αληθινός φίλος του (έτσι τουλάχιστον όπως εγώ ερμηνεύω το νόημα της λέξης), πάντα νόμιζα ότι δεν είχα τις αντοχές για κάτι τέτοιο.

Ήταν ΠΑΟΚ, Αριστερός και μια ψυχή πουλημένη κοψοχρονιά στο διάολο του ροκ εν ρολ. Με αυτή τη σειρά. Ή και όχι με αυτή τη σειρά. Λάτρευε αδιαπραγμάτευτα το σινεμά, ακολουθούσε ενστικτωδώς τις επιταγές των πτυχών της ποπ (υπο)κουλτούρας που τον διαμόρφωσαν. Αισθηματίας και Ξεσπασματίας, τα rants του ήταν μυθικά - με τα social media έγιναν και πιο δημόσια. Δύσκολος άνθρωπος. Δύσκολος συνεργάτης. Για το δικό του σύστημα αξιών -ανατρέξτε στην αρχη της παραγράφου- δε σήκωνε απολύτως καμιά κουβέντα, είχε τοποθετημένες καλά τις παρωπίδες του και δε θα παραδεχόταν ποτέ τα λάθη αυτών στα οποία είχε ταχθεί. Θεωρούσε σκοπό ζωής την στράτευση απέναντι στην πλαστικούρα του ελληνικού mainstream απέναντι στην οποία βρισκόταν μόνιμα σε θέση μάχης οπλισμένος για πυρηνικό πόλεμο μέχρις εσχάτων.
Ξέρω ότι φλυαρώ,  όσοι τον γνωρίζατε (ή είχατε διαβάσει έστω μισή συνέντευξή του) τα γνωρίζατε κι αυτά. Θα θυμάμαι πάντα την ασύλληπτη, σχεδόν «αντιεπαγγελματική», γενναιοδωρία του να φιλοξενεί αυτούς που αναγνώριζε ως μέλη της Φυλής στο «τσαρδί του» το Gagarin. Να τους κερνά ένα ποτό και να τους υποδέχεται πάντα με αυτό το διάπλατο ανυπόκριτο ποντιακό χαμόγελο. Θα του αναγνωρίζω (και θα τον ευχαριστώ εφ' όρου ζωής) πέρα από τις ταινίες, τα φεστιβάλ και τις συναυλίες ότι μας εξήγησε τον κόσμο του καλτ με το περίφημο φεστιβάλ του - μας πήρε πιτσιρίκια και μας μύησε εκτός από τους Gallon Drunk (και τους Flaming Stars που δεν τους έφερε ποτέ ρε πούστη, καλά τα λέει ο Άρης) στο σύμπαν του Γκουσγκούνη, του Σουγκλάκου, της κυρίας Τίνας Σπάθη που σηκωθήκαμε όρθιοι το βράδυ εκείνης της Κυριακής για να την τιμήσουμε με το standing ovation που της άρμοζε, του Κρις Σφέτα, και τόσων άλλων «ειδώλων». Ποτέ ως σνομπ αντιπρόσωποι μιας άλλης καλλιτεχνικής τάξης, στο νούμερο 205 της Λιοσίων μας εκπαίδευσε να γίνουμε ανασκαφείς διαμαντιών μέσα στα σκουπίδια. Και τέλος, θα τον ευγνωμονώ για πάντα, γιατί πήρε τη γενιά μου (την «κλάση» μου αν προτιμάτε) που σκίρτησε στα τελευταία χρόνια του Ρόδον και της έδωσε εδώ και 14 χρόνια ένα σπίτι για να ενηλικιωθεί και ύστερα να ανδρωθεί. Για να επικυρώσει μέσα της από τι θα είναι φτιαγμένη για μια ολόκληρη ζωή. Και να στέκει σήμερα σοκαρισμένη, γιατί βλέπει και την άλλη όψη αυτής της επιλογής.
Ήταν ο Ξενοδόχος της Φυλής. Μείναμε -ελπίζω προσωρινά, κατά μία έννοια μόνιμα- Άστεγοι.


«Δεν έχω καμία προσδοκία για το μέλλον. Ίσως έχει να κάνει με το rock ‘n’ roll όλο αυτό»

Του Θεοδόση Μίχου

«Ακόμα και η πιο αδέξια και κακοκαδραρισμένη τουριστική φωτογραφία είναι η ζωντανή απόδειξη ότι η παραμικρή στιγμή μπερδεύεται με την αιωνιότητα», έγραφε κάποτε ο Βακαλόπουλος, που καταγόταν από την ίδια πατρίδα με σένα, από το κέντρο του κόσμου, από την Κυψέλη.

Στο μυαλό μου έχω μερικές δεκάδες τέτοια κακοκαδραρισμένα, ανετάριστα, καπνισμένα, θολά καρέ, ρε φίλε. Από το φουαγιέ του Gagarin (αλήθεια, το είπε ποτέ κανείς «από εμάς» το αγαπημένο μας Στέκι, Gagarin 205;!) μέχρι «εκείνο» το ξημέρωμα στη Βαρβάκειο που ήμασταν τόσο χάλια και γελούσαμε τόσο πολύ με αυτά τα «τόσο χάλια» μας (ή γενικά με όλα τα χάλια μας) που μας έτρεχε ο πατσάς από το στόμα λες και ήμασταν αγροίκοι, και από τα γυρίσματα για τους υπέροχους Αισθηματίες σου («Θεοδόση μου, επειδή έμεινες περισσότερο απ’ όλους, θα σε φτιάξω ρρρρρρε μαλάκα», μου είπες με τη βορβορώδη φωνή σου που τραβούσε τα σύμφωνα στο διηνεκές αλλά είχε τη γλύκα του Τουίτι, και σ’ έχω ικανό να με κράτησες σε 3-4 σκηνές της ταινίας μόνο και μόνο γιατί όντως γούσταρες που δεν έφυγα από εκεί όπου με είχες καλέσει, από το ολοήμερο γύρισμα στο Tiki - το πρώτο, τελευταίο και καλύτερο κομπαρσιλίκι της ζωής μου, ρε φίλε) πίσω στο φουαγιέ για να ξαποστάσουμε πάνω στη μαξιλάρα της μπάρας τα -κουρασμένα από το ανέβασε ποτήρι/κατέβασε ποτήρι- χέρια μας, νομίζοντας ότι είμαστε σαφέστατα περισσότερο «ποιητικές» φυσιογνωμίες απ’ όσο μπορούμε να αντέξουμε, ενώ στην πραγματικότητα απλώς έχουμε διαβάσει πολλά βιβλία και έχουμε ακούσει αρκετό rock ‘n’ roll για να πορευόμαστε σε μια κατάσταση μόνιμης πλην απροσδιόριστης, ειλικρινούς (ακόμη και στις επίπλαστες φάσεις της) ανησυχίας.

«Νοσταλγώ πάντα το μέλλον, πάντα το καινούριο, άσχετα αν έφυγα από μια μαύρη τρύπα του παρελθόντος», μου είχες πει εκείνο το βράδυ που στη Λιοσίων δεν είχε κίνηση, το Gagarin ήταν άδειο, κι εμείς τσουγκρίζοντας για άλλη μία φορά, το ακούγαμε να αναπνέει, γιατί όπως έλεγες «είναι ζωντανό αυτό το μέρος». Ίσως απλά να ζωντανεύαμε εμείς μέσα σε αυτό το άσυλο ανιάτων. Μέσα σε αυτό το δεύτερο σπίτι μας.

Ναι, το ξέρω ότι δε θέλουμε θλιμμένους στη γιορτή μας. Απόψε, όμως, θέλω παρέα. Εις το επανιδείν Νίκο. Θα μου λείψεις. Ραντεβού σε κάποιο άλλο φουαγιέ. Σε κάποιο άλλο Στέκι.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΠΡΟΣΩΠΑ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED