Χρήστος Παπαδόπουλος: «Είμαστε της μόδας νομίζω, επειδή υπάρχει κρίση»

Ξεκίνησε χορό στα 23 του καταρρίπτοντας κάθε στερεότυπο, πιστεύει ότι ο στόχος είναι να μεταφέρεις τη συγκίνηση στον θεατή και αυτό που επιθυμεί είναι να παραμένει νηφάλιος.

Φωτογραφίες: Nick Knight

Ο Χρήστος Παπαδόπουλος δίνει την εντύπωση ενός πολύ νέου ανθρώπου. Όμως έχει προλάβει ήδη να συνεργαστεί με το Δημήτρη Παπαϊωάννου στην Τελετή Έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, αλλά και στις δουλειές του που ακολούθησαν,  να αναπτύξει τη δική του χορογραφική γλώσσα, αλλά και να διακριθεί δύο φορές ως χορογράφος στις επιλογές του πανευρωπαϊκού δικτύου Aerowaves Dance Across Europe για τις δουλειές του Elvedon και Opus, και να εμφανιστεί σε πολλά μεγάλα ευρωπαϊκά θέατρα και φεστιβάλ. Η Popaganda μίλησε μαζί του ενόψει της  καινούριας του παράστασης Ιόν, που ετοιμάζεται να κάνει πρεμιέρα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.

Το ιόν είναι ένα σωματίδιο φορτισμένο. Ενδιαφέρουσα επιλογή τίτλου και θεματικής. Ο τίτλος μου άρεσε πολύ, γιατί ακριβώς είναι σωματίδια που είναι συνεχώς σε κίνηση, κι είναι φορτισμένα, είτε αρνητικά είτε θετικά. Αλλά δεν με ενδιαφέρει τόσο η υπερβατική σχέση με τη φυσική, αλλά περισσότερο μου άρεσε η λέξη επειδή προέρχεται από την αρχαία ελληνική μετοχή ιέναι, του είναι, που σημαίνει ότι φεύγουμε όλοι μαζί με μια κίνηση προς μια κατεύθυνση. Οπότε μου φάνηκε πολύ όμορφη και η κινητική του διάσταση, και το ότι είμαστε μαζί για να μπορέσουμε να πάμε.

Αυτό το μαζί, η ομαδικότητα, είναι πολύ χαρακτηριστική στα αποσπάσματα που είδα. Κι επίσης μια απίστευτη δουλειά του ελαχίστου. Του ελαχίστου, που μπορεί να είναι και μεγάλο. Το ελάχιστο και το μεγάλο έχουν να κάνουν με το τι θέτεις σαν μέσο. Ποιο είναι το βαγόνι μέσα στο οποίο βρισκόμαστε όλοι. Οπότε νιώθω ότι με τον τρόπο που εκπαιδευόμαστε σε μια κίνηση, η πιο μικρή κι η πιο μεγάλη σε σχέση με αυτό που έχουμε εκπαιδευτεί, μοιάζει με μια μεγάλη μετατόπιση ή μια μικρότερη. Εμένα με ενδιαφέρει το πώς μπορώ να δημιουργήσω ένα κινητικό λεξιλόγιο και μια κινητική φόρμα, ή μάλλον μια δόνηση παρά μια φόρμα, μέσα στην οποία ο καθένας μπορεί να βρει,  όσο συγκλονιστικά μικρή κι αν  είναι, που πολλές φορές μπορεί να είναι και πατροναριστική για τη φόρα που έχει το ανθρώπινο σώμα, αλλά μέσα σε αυτή μπορώ να βρω ένα πυρήνα κίνησης που γίνεται ένα δοχείο μέσα στο οποίο ο καθένας μπορεί να βρει μια ελευθερία και να ακολουθήσει μια διαδρομή μέσα σ’ αυτό. Είναι περισσότερο ένας κόσμος που μας ενώνει, και μέσα σε αυτόν η διαφοροποίηση, το ναι και το όχι σε σχέση με αυτό τον κόσμο, δημιουργεί την προσωπική γλώσσα του καθενός. Είμαστε όπως σε ένα σμήνος πουλιών ή ένα σμήνος ψαριών που βλέποντάς το από μακριά συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει ένας συντονισμός, που μπορεί να έχει να κάνει και με ένα εξωτερικό παράγοντα, όπως είναι ένας  θηρευτής, οπότε όλα αυτά είναι περισσότερο σχηματισμοί άμυνας, αλλά στην ουσία άμα κάνεις focus λίγο πιο κοντά και δεις την κατεύθυνση του κάθε ψαριού, θα δεις ότι υπάρχουν πολλοί μη συντονισμοί μέσα σε αυτό. Οπότε υπάρχει συνεχώς ένα ναι κι ένα όχι, που όταν πας να κάνεις ομάδα, όλοι αυτοί οι συνδυασμοί δημιουργούν ένα νέο συντονισμό, που στην ουσία αγκαλιάζει και το ναι και το όχι μες στην κοινή κατεύθυνση. Εμείς πλέουμε προς αυτό: να  αναγνωρίσουμε τι σημαίνει συντονισμός, τι ρυθμικός ή κινησεολογικός συντονισμός, και τι ένας συντονισμός που μπορεί να αγκαλιάζει όλες τις μικρές διαφοροποιήσεις που καθένας επιλέγει να κάνει.     

Απαιτείται λοιπόν κι από την πλευρά του θεατή μια προσοχή για να πιάσει αυτή τη διαφοροποίηση, η οποία μπορεί σε πρώτο επίπεδο να είναι ελαφρώς αδιόρατη. Ε βέβαια. Απόλυτα. Γιατί στην ουσία νομίζω ότι δίνουμε στο θεατή πολύ λίγο. Ελπίζουμε λοιπόν ότι μέσα από αυτό το πολύ λίγο θα μπορέσει να μπει σε μία σχεδόν διαλογιστική κατάσταση, μέσα από την οποία νομίζω ότι η μεγάλη δυσκολία, το μεγάλο εμπόδιο, είναι να προσπαθεί κάποιος να καταλάβει και να δημιουργήσει μια πραγματική ιστορία. Εδώ θα βρεθεί απέναντι σε μια πιο αφαιρετική ή υπαρξιακή συνθήκη, η οποία δεν θα του προσφέρει μια τέτοια ιστορία. Οπότε αν απελευθερωθεί από το άγχος του να δημιουργήσει μια ιστορία, και περισσότερο τριπάροντας μέσα από αυτό, θα μπορέσει μέσα από το γενναιόδωρο χρόνο που δίδεται να αναγνωρίζει την ατομικότητα, το προσωπικό στοιχείο. Κι αυτό ακριβώς γιατί του δίνεται ο χρόνος γι αυτό. Αν διαρκούσε πολύ λίγο, θα είχες την εντύπωση του συντονισμένου. Αλλά σιγά-σιγά αρχίζει και ξεχωρίζει η κάθε διαδρομή. Τουλάχιστον αυτός είναι ο στόχος μας.

Μου άρεσε που χρησιμοποίησες τη λέξη trip, γιατί έχει μια ποιότητα αυτό που κάνετε που είναι σχεδόν υπνωτιστική. Περνάς σε μια άλλη αίσθηση χώρου και χρόνου. Ναι. Γιατί νομίζω ότι είναι ακριβώς αυτή η αίσθηση ότι δεν περιμένεις κάποιο συμπέρασμα, δεν περιμένεις κάτι να καταλήξει κάπου. Όταν δέχεσαι αυτό που βλέπεις στο παρόν του, ότι αυτό είναι στο τώρα και δεν πρέπει να φτάσεις κάπου, σε μια κατακλείδα, τότε αφήνεσαι σε κάτι που έχει αόριστο χρόνο, δεν ξέρεις πού θα πάει. Οπότε ναι, νομίζω πως έχει αυτή τη λειτουργία.

Είναι μια δουλειά αρκετά διαφορετική από τις δύο προηγούμενες. Νομίζεις; Κοίτα, πιστεύω πως έχει διαφορά γιατί, παρ’ όλη την πυρηνική, μικρή κίνηση, έχω καταφέρει κάτι που το ήθελα μέσα από τη δική μου, εμμονική σχέση με  τον ρυθμό, με τη μουσική, με το συντονισμό μεταξύ των ανθρώπων:  να δώσω μια ευκαιρία παραπάνω στον καθένα να δημιουργήσει το μονοπάτι του. Αυτός είναι κι ο πυρήνας του έργου, το πώς μέσα σε αυτό μπορεί ο καθένας να έχει το δρόμο του. Από την άλλη, νομίζω ότι έχει τα δικά μου στοιχεία, της μικροκίνησης, της πολύ σταδιακής εμμονικής εξέλιξης, αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν εδώ. Αλλά χαίρομαι που λες ότι είναι διαφορετικό.

Αν δεν απατώμαι και οι δύο προηγούμενες δουλειές σου βραβεύτηκαν. Ναι. Το Elvedon είχε πάρει  την πρώτη θέση στο Airwaves, και τώρα το Opus πήρε την τρίτη, οπότε είναι η δική του χρονιά να ταξιδέψει. Ξεκινάμε το Μάρτιο στη Σόφια, που ανοίγει το Φεστιβάλ, και μετά έχουμε κλεισμένες παραστάσεις στην Πολωνία, την Τσεχία, και θα δούμε πού αλλού θα πάει.

Δεν ξέρω αν είναι δική μου εντύπωση, αλλά ειδικά στο σύγχρονο χορό βλέπω πάρα πολλούς χορευτές και χορογράφους να στρέφονται πια προς το εξωτερικό. Στρέφεται και το εξωτερικό πια προς την Ελλάδα. Από τη μια είναι και πιο εύκολο κι έχει μπει στην κουλτούρα του καλλιτέχνη να βγει έξω, να γνωρίσει κι άλλα πράγματα, να δοκιμάζει την τύχη του έξω. Και δοκιμάζοντάς τη γνωρίζει κι άλλα πράγματα, εξελίσσεται, μαθαίνει. Οπότε νομίζω ότι υπάρχει ένα είδος ωρίμανσης στον τρόπο  που αντιμετωπίζουμε την Ευρώπη, τον κόσμο, γενικότερα την τέχνη. Έρχονται σαφώς και περισσότερα πράγματα στην Ελλάδα, οπότε ερχόμαστε σε επαφή με πιο πολλά. Από την άλλη, υπάρχει και μια στροφή της ευρωπαϊκής τέχνης στο να μάθει και να μυριστεί τι κρύβει η Ελλάδα -  με τα θετικά του και με τα αρνητικά του αυτό. Γιατί τώρα μέσα από τα ταξίδια μου συνειδητοποιώ ότι ναι μεν υπάρχει το βλέμμα της Ευρώπης προς την ελληνική τέχνη, αλλά υπάρχει και μια διάσταση ότι είμαστε λίγο το εξωτικό φρούτο, και τώρα με την κρίση «πρέπει εμείς οι εύποροι κι οι ανεπτυγμένοι να καταλάβουμε τι έχει να μας δώσει κι αυτός  ο ταλαίπωρος ο κόσμος». Υπάρχει λοιπόν και μια τέτοια αρνητική διάσταση στο πώς αντιμετωπίζουν την τέχνη. Σαν να μην είναι ακριβώς ίσος προς ίσο, αλλά σαν «εμείς να θέλουμε να δούμε τι συμβαίνει εκεί».  Αλλά βέβαια παραμένει το θετικό, υπάρχουν ακόμα περισσότερες δυνατότητες νομίζω.

Ενδιαφέρον αυτό που λες. Και το περί εξωτισμού το έχω σκεφτεί κι εγώ. Ναι. Είμαστε της μόδας νομίζω, επειδή υπάρχει κρίση.

Για να μιλήσουμε ξανά για τα καθ΄ημάς, εσένα τι σε έκανε να στραφείς στο χορό πρώτη φορά;  Το ένα έφερε το άλλο. Δεν ήμουν επ’ ουδενί το παιδί  που χόρευε στο σπίτι, το φυσικό ταλέντο από μικρός. Εγώ ξεκίνησα από Πολιτικές Επιστήμες  στο Πάντειο. Από κει μπήκα σε μια θεατρική ομάδα, κατάλαβα ότι μου αρέσει το θέατρο, τυχαία πάνω σε μια παρόρμηση έδωσα στη σχολή του Εθνικού, τυχαία με πήρανε γιατί ήμουν απροετοίμαστος… Και μέσα από το θέατρο κατάλαβα ότι άρχιζε να μου αρέσει όλο και πιο πολύ ο χορός,  οπότε μετά το Εθνικό αποφάσισα να τον σπουδάσω. Έδωσα εξετάσεις στην Ολλανδία και με πήραν σε αυτή τη σπουδαία σχολή, το S.N. D. O.  Και μετά στο καπάκι έφυγα από το Εθνικό και πήγα στην Ολλανδία και σπούδασα. Συνεχώς ανακάλυπτα το επόμενο βήμα.

Άρα πρέπει να ξεκίνησες σχετικά μεγάλος το χορό. Μεγάλος σχετικά, ναι. Στην Ολλανδία πήγα  στα 23 μου. Βέβαια έκανα κάποια μαθήματα πριν, αλλά μεγάλος βέβαια.

Να λοιπόν ένα στερεότυπο το οποίο μάλλον δεν ισχύει. Ναι. Έχει να κάνει φαντάζομαι και με το τι θέλεις από τη ζωή σου. Ας πούμε, αν ήμουνα στα 26 μου κι αποφάσιζα ότι θα ήθελα να είμαι μπαλαρίνος πρώτος χορευτής, νομίζω ότι θα ήταν αδύνατον. Αλλιώς εννοείται ότι δεν είναι αργά, κι εννοείται ότι υπάρχει ένα τεράστιο στερεότυπο στο τι είναι χορευτής, στο μέχρι πότε μπορεί να δουλεύει, ποιο είναι το όριο που σταματάει… Υπάρχουν πια τόσο ωραία πράγματα που γίνονται από τόσο μεγάλους ανθρώπους που η σωματική ρώμη αντικαθίσταται από μια ωριμότητα και μια μεστότητα στο τι επικοινωνείται προς τα κάτω, που είναι πραγματικά πολύ ωραίο.

Το γεγονός ότι οι περισσότερες σημαντικές ξένες ομάδες χορού όλο και κάποιον έλληνα χορευτή ή χορεύτρια θα έχουν, δείχνει ότι μάλλον υπάρχει εδώ μια περίσσεια ταλέντου; Υπάρχουν ωραίες σχολές, υπάρχουν πολύ ωραίοι χορευτές, κι έχουμε τη θέση μας όπως όλοι οι άλλοι. Δεν λέω ότι οι έλληνες είναι καλύτεροι ή χειρότεροι. Νομίζω πως όταν ένας άνθρωπος προσπαθεί και δουλεύει, και δουλεύει καλά, θα αποδώσει.

Κοιτώντας προς τα πίσω, ποιες θεωρείς ως τις μεγάλες επιρροές σου στο χορό; Δεν ξέρω. Μεγάλη επιρροή ήταν ο Παπαϊωάννου που ήμουν πολλά χρόνια μαζί του. Ο Δημήτρης έχει ένα μεγάλο ταλέντο να είναι πολύ συγκεκριμένος, πολύ καθαρός στο τι θέλει από σένα, πολύ καθαρός στο τι θέλει από αυτό που γεννιέται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πάντα ξέρει ακριβώς τι θα συμβεί. Αλλά έχει ένα τρόπο που σε οδηγεί, που σου μαθαίνει πάρα πολλά. Είναι ένα μεγάλο σεμινάριο να δουλεύεις μαζί του. Οπότε σίγουρα μας έχει επηρεάσει όλους όσους ήμασταν μαζί του στη σκληρή εργασία, στην πίστη ότι αυτό θα συμβεί αν το πιστέψεις.  Μας έχει ανοίξει ένα δρόμο, πως μέσα από σκληρή δουλειά κι επιμονή τα πράγματα θα συμβούν. Επίσης η Μαγκύ Μαρέν, την αγαπώ πάρα πολύ κι ήταν μεγάλο φως στο πώς αντιμετωπίζουμε την κίνηση και ένα σκηνικό θέαμα μέσα από το σώμα. Η φύση πάρα πολύ. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε χωριό, στη Νεμέα,  οπότε έχω μεγάλη αγάπη για το φυσικό κόσμο, για τα ζώα, βλέπω και ντοκιμαντέρ,  κι αυτό είναι ένα μεγάλο πεδίο που με ενδιαφέρει και με εμπνέει. Γιατί απλώς μου αρέσει, αισθάνομαι ωραία εκεί.

Τελικά μάλλον και στη ζωή, και στην τέχνη, όταν κοιτάμε πώς λειτουργούν τα πράγματα στη φύση, μάλλον μας δείχνει ένα δρόμο. Τι άλλο να μας δώσει έμπνευση από αυτή την πρωταρχική πηγή, που είναι η μόνη πραγματική. Ενώ όλα τα άλλα έρχονται μετά. Αυτή είναι η αρχή μας. Κι είναι άμεση πηγή. Γιατί όταν έχεις μια πηγή έμπνευσης από ένα άλλο έργο τέχνης, ένα άλλο αισθητικό κατασκεύασμα, νομίζω πως είναι χαλασμένο τηλέφωνο. Ενώ η φύση έχει μια απόλυτη, άμεση γενναιοδωρία στο να σου δώσει τα πράγματα. Είναι ωραίο όταν η τέχνη μπολιάζεται από κάτι τόσο αληθινό, χρηστικό, πραγματικό, που έχει κανόνες, νόμους, δυσκολίες, όπως είναι η φύση. Έχεις μπροστά σου ένα σύστημα πραγματικό, και συμβαίνει εδώ και τώρα. Εμένα μου φαίνεται πολύ συγκινητικό όταν έρχεται η φύση πραγματικά μέσα στη φαντασία, κι όχι το ανάποδο.  

Ιόν, Χρήστος Παπαδόπουλος. 1 – 4 Φεβρουαρίου 2018, Κεντρική Σκηνή Ιδρύματος Ωνάση, 20:30. Σύλληψη & Χορογραφία: Χρήστος Παπαδόπουλος, Δραματουργία: Τάσος Κουκουτάς, Μουσική: Coti K, Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτα, Κοστούμια: Άγγελος Μέντης, Σκηνικά: Ευαγγελία Θεριανού, Χορεύουν: Νάντη Γώγουλου, Νώντας Δαμόπουλος, Αμαλία Κοσμά, Χαρά Κότσαλη, Γεώργιος Κοτσιφάκης, Ευθύμης Μοσχόπουλος, Δήμητρα Μερτζάνη, Μαρία Μπρέγιαννη, Ιωάννα Παρασκευοπούλου, Αλέξης Τσιάμογλου.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΘΕΑΤΡΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED