24 ώρες με τον Larry Gus

Στο πρόσφατο Reworks Festival, ο Γιώργος Μιχαλόπουλος ακολούθησε τον Παναγιώτη Μελίδη στη Θεσσαλονίκη. Κατέγραψε τι νιώθει πριν ανέβει στην σκηνή και μόλις τελειώσει το live, έμαθε τον μεγαλύτερό του φόβο και πώς η ζήλια μπορεί να γίνει αρετή.

18.10.2016
Φωτογραφίες: Άλεξ Γρυμάνης

Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να πει κανείς για να χαρακτηρίσει τον Παναγιώτη Μελίδη. Δυνατός μουσικόφιλος, τρελά διαβασμένος, αφοπλιστικά ειλικρινής, σαφέστατα πωρωμένος με τη δουλειά του αλλά πάνω από όλα ένας ωραίος τύπος που ζει το όνειρό του «με μοναδικό drive τη ζήλια», όπως θα μου πει χαρακτηριστικά κατά τη διάρκεια της μέρας που περάσαμε χαζολογώντας στη Θεσσαλονίκη πριν ανοίξει το Red Bull Stage στο φετινό Reworks Festival. Εκεί δηλαδή που για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά αποτέλεσε μια απ’ τις πιο δυνατές εμφανίσεις που παρακολουθήσαμε, με ακόμα περισσότερη ενέργεια σε σχέση με πέρυσι και κυρίως με πολλή περισσότερη άνεση πάνω σε αυτό που κάνει, γεγονός που κάλυψε και τα όποια τεχνικά προβλήματα αντιμετώπισε με τον εξοπλισμό του. Είναι, χωρίς αμφιβολία πια, ένας απολαυστικός performer με πολύ προσωπικό τρόπο έκφρασης κι έντονη επαφή με το κοινό του που πλέον τραγουδάει τους στίχους απ΄τα πιο γνωστά του τραγούδια. Με πόσους εκπροσώπους της νέας ελληνικής σκηνής αλήθεια συμβαίνει αυτό;

Τη Θεσσαλονίκη την πετύχαμε στην τρέλα του κλεισίματος της ΔΕΘ, κάτι που μεταφράζεται σε πολλά αποκρουστικά πρόσωπα στα ξενοδοχεία του διαμέναμε κι ακόμα περισσότερη κίνηση στους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Ευτυχώς είμαστε κι οι δύο άνθρωποι που περπατάμε πολύ, οπότε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας το περάσαμε με τον Λάρυγγα βολτάροντας στα σοκάκια της πόλης, μιλώντας κυρίως για βιβλία, διαπιστώνοντας ότι κινούμαστε στο ίδιο μήκος κύματος όσον αφορά τις λογοτεχνικές μας αναζητήσεις. Κάπως έτσι μου εκμυστηρεύτηκε ότι τη φετινή χρονιά την έβγαλε διαβάζοντας το μεγαθήρια που τρομάζουν όλους τους βιβλιόφιλους, τουτέστιν το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας του Pynchon, το Infinite Jest του Wallace και το 2666 του Bolano. «Φανταστικά βιβλία και τα τρία, απίθανα αλλά η αλήθεια είναι μετά τον Pynchon, τα υπόλοιπα μου φάνηκαν σαν πασατέμπος», μου λέει γελώντας. Αν θα έπρεπε να διαλέξει όμως ένα βιβλίο αυτό είναι ο Αποτυχημένος του Thomas Bernhard: «Ούρλιαζα όταν το διάβασα, απαίσια εμπειρία. Όταν διαβάζω Bernhard είναι σα να διαβάζω τις σκέψεις μου. Αυτό το "μισώ τους πάντες" γιατί δεν μπορώ να τους φτάσω, τους έχω ανάγκη και βλέπω τον εαυτό μου σ’ αυτούς, είναι σοκαριστικό».

Βαρκελώνη, Μιλάνο ή Αθήνα

Έχοντας παρατήσει πλέον την πορεία του στις θετικές επιστήμες, επέστρεψε πέρσι στην Ελλάδα, από εδώ θα τρέξει τα επόμενα μουσικά projects του και μεγαλώνει τον Άιλερ, το γιο του που πήρε το όνομά του απ’τον αγαπημένο του, Albert Ayler, έναν απ’τους κορυφαίους free jazz παίχτες που μεγαλούργησε στα 60s. «Επειδή έχω απ’την μητέρα μου κυπριακή καταγωγή, το παιδί ήθελα να το βγάλω Μελίδη, να τον λένε δηλαδή Μελίδη Μελίδη, γαμάτη φάση που φυσικά δεν εγκρίθηκε απ’τη γυναίκα μου και συμβιβάστηκα με την αμέσως επόμενη επιλογή», και μόνο η προηγούμενη πρόταση θα έφτανε για να συστήσει κάποιος τον Λάρυγγα σε κάποιον που δεν έχει ίδεα περί τίνος πρόκειται. 

«Το θέμα μου με την Αθήνα είναι ότι έχω τεράστιο, υπερκομπλεξικό πρόβλημα με τους ανθρώπους της πόλης, το οποίο ξεκινάει πάντα και πηγάζει απ’το ότι είμαι και θα είμαι για πάντα βεροιώτης επαρχιώτης και σε δεύτερο επίπεδο το πρόβλημα είναι ότι με ενοχλούν οι άνθρωποι γενικότερα κι όχι με μισανθρωπικό τρόπο, όσο με "αυτός είναι ο καθρέφτης σου, πανηλίθιε", τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, γι’αυτό ήταν παραδεισένια στο Μιλάνο, γιατί δεν μιλούσα την γλώσσα και δεν χρειάστηκε ποτέ να κάνω πραγματικό interaction με οτιδήποτε, με άλλα λόγια έζησα το απόλυτο escapism, το οποίο είναι αμφίβολο σαν αποτέλεσμα (αλλά και πρόθεση) σε κάθε περίπτωση.

Στη Βαρκελώνη, παρόλο που έρχεται και με κοπανάει μερικές φορές ένας παράλογος νοσταλγικός παροξυσμός, δεν ήμουν ποτέ χαρούμενος, κυρίως γιατί όλοι είναι φιλικοί. Υπό άλλες συνθήκες ίσως να ήταν διαφορετικά. Την έχω ταυτίσει με την απονενοημένη έξοδο προς την αληθινή αβεβαιότητα, άρα έρχεται κι αυτό και κουβαλιέται σαν έξτρα βάρος πάνω στην πλάτη μου.

Απ’την άλλη όμως, αυτό που πραγματικά εκτιμώ στην Αθήνα, και είμαι σίγουρος πως το "εκτιμώ" είναι λάθος λέξη, είναι το γεγονός πως η Αθήνα είναι ακόμα λίγο λιγότερο επηρεασμένη απ’την σιχαμένη gentrified κατεύθυνση που έχουν πάρει όλες οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έρχεται κι η σειρά μας. Για την ώρα πάντως, είναι το μόνο μέρος που θεωρητικά μπορείς να ζήσεις χωρίς μια ξερή, ξερότατη δουλειά σε corporate κύκλους, πράγμα που κάνει τη ζωή εδώ πραγματικά ελκυστική αλλά στην θεωρία δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ θεωρίας και πράξης αλλά στην πράξη υπάρχει, ποιος ξέρει; Σίγουρα όχι εγώ».

Για τον David Bowie

Έρχεται μάλλον φυσιολογικά στην κουβέντα μας η απώλεια του David Bowie. Ο Larry Gus κυκλοφορεί τους τελευταίους δίσκους του στη νεοϋρκέζικη DFA, την εταιρεία που μάλλον δεν θα υπήρχε χωρίς αυτόν (ή τουλάχιστον δεν θα υπήρχαν οι LCD Soundsystem άρα πιθανό να μην μαθαίναμε κι εμείς απ’την μεριά μας το όνομά της). «Τι δισκάρα το “Station to Station”, είναι μάλλον το καλύτερο του. Δεν ξέρω, αλλάζω και γνώμη συνέχεια. Δεν μπορώ να τον ακούσω απ’την ημέρα που πέθανε, έχω νευριάσει. Δεν είναι μαλακία τώρα αυτό; Είναι τόσο αλητεία ο θάνατός του που τις πρώτες μέρες πίστευα απλά πως θα ανακοινώσει τελικά περιοδεία. Τα τελευταία τρία χρόνια λόγω της DFA, όπου λατρεύεται σαν Θεός, ακούω συνέχεια. Ήταν υπερτεράστιος. Δεν ήταν μόνο ταλαντούχος με απίστευτη φωνή που έκανε τα πάντα, αλλά ήσουν και σίγουρος ότι όταν έμπαινε σε ένα δωμάτιο όλοι γύριζαν να τον κοιτάξουν. Τι να πρωτοπείς; Πως έγραφε, πως έκανε παραγωγή; Κακά τα ψέματα, και ο Brian Eno ήταν άλλο πράγμα πριν συνεργαστεί μαζί του στην τριλογία κι άλλο μετά».

Η ζήλια ως αρετή

«Δεν θα έφτιαχνα ούτε υποθετικά συγκρότημα, όλοι είναι καλύτεροι από μένα, δεν αντέχω να το σκέφτομαι αυτό, ακριβώς για τον λόγο ότι ΟΝΤΩΣ είναι καλύτεροι από μένα, οπότε για ποιο λόγο να συναναστρέφομαι καθημερινά μαζί τους; Είναι πραγματικά δύσκολο. Εννοώ πως απ’την στιγμή που είμαι πραγματικά ξυλοκόπος σ’όλα μου τα skills, μου είναι βάρβαρη η σκέψη να προσπαθώ να παίζω και να παίζω και να παίζω με κάποιους προσπαθώντας να βγει κάτι που θεωρητικά είναι δικό μου. Εκτός κι αν ήμουν απλώς μέλος ενός άλλου συγκροτήματος το οποίο ήδη υπάρχει και απλώς θα ήμουν εκεί να βαράω τα μπόνγκος για 3-4 ώρες και άντε να κάνω και κανένα δεύτερο φωνητικό, κι αυτό μαζεμένος και αυτομαστιγωμένος. Συνέχεια».

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ LIVE ΤΟΥ LARRY GUS
ΣΤΟ RED BULL STAGE ΤΟΥ REWORKS FESTIVAL

 

Τι κάνει μόλις τελειώσει η συναυλία του

Αυτή την περίοδο ταξιδεύει αρκετά συχνά αφού μετά την Θεσσαλονίκη ακολούθησε ήδη Παρίσι και Βιέννη κι έπεται Ολλανδία, Βραζιλία, Χιλή -και ξανά Βραζιλία το Νοέμβριο- και τέλος η Ελβετία. Στην Αθήνα, επόμενη εμφάνιση είναι στις 5/11 (στο Gagarin 205), όταν και θα παίξει ως opening act στον σπουδαίο Adrian Younge«Συμμαζεύω τα όργανα και τον εξοπλισμό και τα βάζω τρέχοντας στην τσάντα γιατί μετά μπορεί να ξεκινήσω να κόβω βόλτες π.χ. κι όταν θυμάμαι ότι δεν τα έχω μαζέψει με πιάνει ένα άγχος παραλογισμού. Το πρώτο πρώτο πράγμα που κάνω όμως είναι να αλλάξω την ιδρωμένη μπλούζα και να πιω άπειρο νερό και να ζητήσω χιλιάδες συγνώμη απ΄τους γύρω μου. Όταν φτάνω στο ξενοδοχείο το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να ξεβρακωθώ, να τον παίξω και να κοιμηθώ οπότε όλο αυτό μαζί είναι το πρώτο και το τελευταίο πράγμα συγχρόνως».

Ο μεγαλύτερος του φόβος

«Πρακτικός, πρακτικότατος φόβος είναι μόνο ο τρόμος με τα οικονομικά και το παιδί που μεγαλώνει μέσα στο σπίτι μας, αλλά προσπαθώ να συνηθίσω. Δεν είναι εύκολο, είναι φουλ καθημερινός μίνι-καρκίνος. Αλλά πιο large scale φόβος είναι ο τρόμος να υποκύψω χωρίς καν να το καταλάβω, να σταματήσω να παίρνω ρίσκα, να σταματήσω να χέζομαι πάνω μου με αβέβαιες κινήσεις και πάνω απ’όλα να απογοητεύσω τον Ιωσηφίδη ή/και τη γυναίκα μου.
Ουφ, ζωή κι αυτή».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΠΡΟΦΙΛ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED