09.01.2018

Για πάνω από εκατό χρόνια, τα πιο φίνα παπούτσια της Αθήνας φτιάχνονται στον Λεμήσιο

Πέντε γενιές μετά, η επιχείρηση που έπεισε τις Ελληνίδες να φορέσουν μπαλαρίνες και -παρότι άλλαξε χώρους- δεν έφυγε ποτέ από το Κολωνάκι, συνεχίζει να φτιάχνει χειροποίητα παπούτσια και να αποφεύγει τα πολύ ψηλά τακούνια.

Φωτογραφίες: Νατάσσα Πανταζοπούλου / FOSPHOTOS

Είναι η πέμπτη γενιά που ασχολείται με το καλαπόδι και αρνείται να φτιάξει «έπιπλα», παπούτσια με ύψος άνω των δέκα πόντων. Συνεχίζει μια δημιουργική κληρονομιά, μια μικρή επιχείρηση που ξεκίνησε από την οδό Κριεζώτου, μετακόμισε στη Βουκουρεστίου, πέρασε από την Ακαδημίας και τα τελευταία 19 χρόνια στέκεται στην είσοδο, στη γωνία της Λυκαβηττού με την Αλεξάνδρου Σούτσου. Από το 1912 δεν έχει φύγει ποτέ από το Κολωνάκι.

Κι αν το παραμύθι της Σταχτοπούτας είναι πλέον αναχρονιστικό, ο χώρος του Λεμήσιου προσφέρει ζευγάρια, γοβάκια και φλατ, στα μέτρα της γυναίκας που το επιλέγει, φτιαγμένα πάνω στο πόδι της, δουλεμένο για να ταιριάζει στο δικό της γούστο, δίνοντας μας την αίσθηση πως δε μπορεί να ταιριάξει σε άλλη παρά μόνο σε εμάς. Ο Λεμήσιος συνεχίζει μέχρι σήμερα να δημιουργεί κομψά και ανθεκτικά γυναικεία παπούτσια ενώ από το τιμόνι του έχουν περάσει άνθρωποι φιλόδοξοι, σχεδόν αιθεροβάμονες όπως ο ιδρυτής του, άνθρωποι με άποψη που έφεραν την άνεση της μπαλαρίνας στην ελληνική αγορά και οι σημερινοί που αντιλαμβάνονται πως η παράδοση πρέπει να συμβαδίζει με την τάση.

Ο Κωστής Κατσάλης και η μητέρα του Ισμήνη μας μιλούν για την τέχνη τους, για την επιχείρηση που στολίζει και εξυπηρετεί τα βήματα που κάνουν στην πόλη Αθηναίες και μη.   

«Τα παπούτσια μας είναι αναγνωρίσιμα, ειδικά οι μπαλαρίνες. Πριν από λίγο καιρό ήρθε ένας κύριος, Ιταλός που εργάζεται στην πρεσβεία,  αποκαλώντας τη γυναίκα του «καταστροφέα παπουτσιών»,  ήθελε καινούρια ζευγάρια σαν αυτά που είχε αγοράσει εκείνη. Έκτοτε ερχόταν συχνά, είχαμε γίνει φίλοι, μια μέρα μας είπε «πρέπει να είσαστε περήφανοι για τη δουλειά σας. Η γυναίκα μου είναι γιατρός και βρέθηκε σε ένα συνέδριο στα σύνορα Αυστρίας -Ιταλίας. Εκεί την πλησίασε μια Γερμανίδα σύνεδρος λέγοντάς της "oh, you also buy your shoes in Αthens"».

Πολλές πελάτισσες μας λένε ότι τις σταματάνε στο δρόμο και τις ρωτάνε πού βρήκαν τα παπούτσια τους, χαιρόμαστε γι' αυτό.

«Έβαλα παπούτσι του Λεμήσιου το ‘56, πήγαινα έκτη γυμνασίου και τότε ήμασταν γείτονες στους Αμπελόκηπους. Προσπαθούσα να πείσω τον πατέρα μου να μου αγοράσει μπαλαρίνες, τους φαίνονταν πανάκριβες και λεπτοκαμωμένες. Με τα πολλά τον έπεισα και πήγα με τη μεγάλη μου αδερφή στο τότε μαγαζί που ήταν στη Βουκουρεστίου. Εκεί γνώρισα και την μετέπειτα πεθερά μου, αφού λίγο αργότερα μπήκα στην επιχείρηση ως νύφη», λέει η Ισμήνη Κατσάλη.

Ο Κωστής Κατσάλης ανέλαβε την επιχείρηση τη δεκαετία του '90 και είναι δισέγγονος του Λεμήσιου που ξεκίνησε την επιχείρηση το 1912.

"Ξέρετε από πότε παίρνω παπούτσια από δω; από τότε που ήμουν μαθήτρια". Το ακούμε συνέχεια, από μεγάλες γυναίκες που εξακολουθούν, γνωρίζοντας τη δουλειά μας, να έρχονται. Υπάρχουν οι πιστοί εραστές του δικού μας παπουτσιού.

Ο παππούς Λεμήσιος ήρθε από την Κύπρο, φανταζόμαστε πως ήρθε εδώ κυνηγημένος ή για να ξεφύγει από τη μιζέρια, ήταν φιλόδοξος και δε δίσταζε σε τίποτα. Ξεκίνησε να εργάζεται σε κάποια μεγάλη βιοτεχνία μέχρι που άνοιξε το δικό του εργαστήριο το 1912, ένα υπόγειο στην Κριεζώτου. Έβγαζε τα παπούτσια έξω στον δρόμο δήθεν μου τάχα για να στεγνώσουν, δεν είχε και βιτρίνα. Περνούσαν από το δρόμο διάφοροι πολιτικοί, οπότε έτσι τσίμπησε τους πρώτους του πελάτες. Δούλευε το αντρικό παπούτσι στην αρχή, μέχρι που το άφησε για να μπει στο γυναικείο και να συναναστραφεί γυναίκες του θεάματος. Ήθελε το παπούτσι να είναι «έξαλλο», το έγραφε και στην ταμπέλα του έτσι ακριβώς, κι αν το σκεφτείς με τωρινές μαρκετίστικες μεθόδους ήταν πρωτοπόρος.

Ήταν ο πρώτος που όταν ερχόταν κάποια να ζητήσει παπούτσι έδινε στο μοντέλο το όνομά της. Το κάνουμε κι εμείςαν έρθει μια κοπέλα κι έχει ωραίο όνομα. Σε εποχές που τα παπούτσια ήταν ίδια, εκείνος έβγαζε ιδιαίτερα κομμάτια και έτσι έκανε πελάτες όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στην επαρχία. Για τα κορίτσια που ερχόντουσαν από άλλες περιοχές της Ελλάδας στην Αθήνα έμοιαζε μυθικό το να καταφέρουν να αγοράσουν παπούτσι από εκείνον.

Ο Νίκος Γεωργίου ή Λεμήσιος (αυτός δηλαδή που κατάγεται από τη Λεμεσό), ο άνθρωπος που ήρθε από την Κύπρο και άρχισε να δημιουργεί χειροποίητα -ανδρικά στην αρχή- παπούτσια στον δρόμο της Κριεζώτου.

Ακολούθησαν εποχές μεγαλείου, ακόμα και αστυνομικός είχε σταθεί απ’ έξω για να βάζει τις πελάτισσες στην ουρά.

Όταν ο παππούς βάζει στόχο να γίνει ηθοποιός χρηματοδοτεί μια ταινία και αναλαμβάνουν την επιχείρηση η κόρη του κι ο γιος του. Ο θείος Αλέκος ήταν πάρα πολύ ανήσυχος, ταξίδευε στο εξωτερικό για να εμπνευστεί, με αυτόν ζήσαμε την εποχή της μπαλαρίνας που ήταν δική του έμπνευση. Την έβαλε πρώτος στη βιτρίνα απλώς δεν υπήρχαν τότε τα μέσα για να το διαδώσει. Λένε πως την πρωτοδημιούργησε ο Ferragamo, εκείνος όμως είχε πάει στην Αμερική, τις έκανε δώρο σε διάσημες για να τις προωθήσουν και γινόντουσαν ανάρπαστες. Ο θείος μας απευθύνθηκε στα σχολεία, την είχε εισάγει σαν το νεανικό μαθητικό παπούτσι.

Στα μέσα της δεκαετίας του '50, όταν η Βrigitte Bardot ήταν ακόμα στάρλετ, κυκλοφορούσε στις Κάννες με ένα ζευγάρι παπούτσια ρυθμικής. Κι από τις εικόνες των περιοδικών, ο θείος Αλέκος εμπνεύστηκε το παπούτσι που εσωτερικά έχει κορδόνι και σφίγγει, αυτό το παπούτσι έχει τόση δουλειά που δε μπορεί να το κάνει ένας μεγάλος έμπορος, όσοι το έχουν προσπαθήσει δεν το έχουν κάνει τέλειο.

Οι Ελληνίδες  εκείνης της εποχής δε φορούσαν φλατ παπούτσι, ακόμη και οι παντόφλες τους είχαν τακούνια. Ούτε οι έφηβες ήθελαν τα χαμηλά, είχαν λαχτάρα να φορέσουν ψηλό παπούτσι και δεν τις άφηναν πριν ενηλικιωθούν. Το 80% των γυναικών που έρχονται εδώ πλέον, ανεξαρτήτως ηλικίας, φοράει μπαλαρίνα. Είναι ένα μαλακό και ελαφρύ παπούτσι, μερικές μεγάλες κυρίες μάλιστα την επιλέγουν χρυσή ή ασημί για να τη φοράνε μέσα στο σπίτι και να υποδέχονται τους καλεσμένους τους.  

Είναι μέρος της φιλοσοφίας μερικών ανθρώπων η επιχείρηση και το παπούτσι μας. Υπάρχουν πελάτισσες που δε θέλουν αυτό που τους δίνει έτοιμο η αγορά, είμαστε εδώ για όσες θέλουν το παπούτσι τους «λίγο έτσι, λίγο αλλιώς».

Η συνέχεια της πελατείας δεν πρέπει να σε κρατάει πίσω, όταν μια γυναίκα έπαιρνε από εδώ μπαλαρίνες στα 16 της και εξακολουθεί να θέλει τις ίδιες κάθε δύο χρόνια συχνά εφησυχάζεις και δεν ψάχνεσαι για να κάνεις κάτι φρέσκο. Όταν ακόμα δεν φορούσαν οι γυναίκες μοκασίνια, εμείς είχαμε βγάλει ένα σχέδιο που πάνω είχε μια δεκάρα. Έρχονται μέχρι σήμερα γυναίκες και μας ρωτάνε αν υπάρχει. Αν το είχαμε όμως ακόμα, μάλλον δε θα υπήρχαμε.

«Έρχομαι από το ‘63, όχι μόνο για τα παπούτσια, είναι οι άνθρωποι που αγαπώ. Είναι από τις λίγες επιχειρήσεις στην Αθήνα που δε σου προσφέρουν μόνο ένα γερό παπούτσι αλλά και κάτι από την οικογένειά τους. Έχω ζευγάρι τους σχεδόν 50 χρόνια, το πρώτο που αγόρασα ήταν μοκασίνι αλλά περισσότερο θυμάμαι τις μπότες που είχα. Επειδή με είχε μοναχοκόρη η μαμά μου, μου τις έταξε δώρο αν έβγαζα καλό βαθμό. Κόστιζαν κάτι λιγότερο από το μισθό αλλά ήταν αθάνατες. Έχω και ένα ωραίο πέδιλο που το πήρα το 1973, καστόρι με κόμπο μπροστά.»

Ευτυχώς εξελιχθήκαμε, από το ‘90 και μετά. Έπρεπε να αναλάβει το μαγαζί κάποιος που ναι μεν να ξέρει την ιστορία του αλλά έχει και νέες ιδέες. Όχι να βγάζουμε «τρέλες» και να το παίζουμε designers. Μένουμε πιστοί στην φιλοσοφία της οικογένειας και του καταστήματος ενώ παράλληλα είμαστε σύγχρονοι.

Το παπούτσι είναι τέχνη, το αγαπάμε, δεν μπήκε κανείς εδώ υποχρεωτικά για να κάνει τη δουλειά του μπαμπά του. Αφουγκραζόμαστε την τάση έτσι ώστε αυτό που θα βάλουμε στη βιτρίνα να το θέλει τόσο η παλιά πελάτισσα όσο κι εκείνη που θέλει να γίνει τώρα, εκείνη δηλαδή που ψάχνει κάτι άλλο από το σχέδιο που υπάρχει στην Ερμού από την πρώτη της βιτρίνα μέχρι την τελευταία.

Έχουμε μια λόξα: Ακόμα κι αν ακούγεται εσωστρεφές, δε θέλουμε να γίνουμε ένα μεγάλο μαγαζί γιατί δε θέλουμε να χάσουμε την επαφή με τον πελάτη. Αν βάλουμε υπαλλήλους και ανοιχτούμε θα χάσουμε τις προσωπικές σχέσεις.

Το Capri είναι το χαρακτηριστικό σανδάλι μας που είχε εμπνευστεί ο πατέρας της μπαλαρίνας, ο θείος Αλέκος .Ήταν και παραμένει εμπορικό χιτ, οπότε μια πελάτισσα μας που είχε μαγαζί στη Ρόδο μας το ζήτησε χονδρική. Εκείνη δε μπορούσε να το πουλήσει, εδώ φεύγει σε σημείο που έχουμε λίστα αναμονής για τις παραγγελίες, γιατί εδώ είναι του Λεμήσιου και από εδώ θέλουν να το αγοράσουν.

Τι σημαίνει παραγγελία για εμάς; Μας φέρνουν μέχρι και κουρέλια στο χρώμα που θέλουν κι εμείς βρίσκουμε το αντίστοιχο δέρμα. Κάποτε μια πελάτισσα μου ζητούσε να κάνω παράπονο στον τεχνίτη επειδή είχε αργήσει το παπούτσι της, ήταν δηλαδή σα να μου έλεγε να πάρω τηλέφωνο τον πατέρα μου και να τον απολύσω.

Οι νέες ψάχνουν παπούτσια «ατμοσφαιρικά», όπως τα λέμε εμείς, παπούτσια που μοιάζουν με χορού. Επίσης ήρθαν πάλι στη μόδα μετά από πολλά χρόνια οι χαμηλές γόβες των πεντέμισι πόντων, η κλασική δίχρωμη τύπου Chanel, φεύγει πολύ το μποτάκι ανεξαρτήτως ηλικίας. Πολλές γυναίκες ψάχνουν ιδιαίτερα υλικά, περίεργα χρώματα σε δέρμα, Μαμάδες φέρνουν τα κορίτσια τους εδώ για την πρώτη τους γόβα, θέλουν να είναι δικιά μας γιατί θα είναι πιο άνετη και θα την κάνουν όπως θέλουν.

Οι μπαλαρίνες του Λεμήσιου κοστίζουν από 100 έως 120 ευρώ, ενώ οι γόβες ξεκινούν από τα 150 και φτάνουν τα 180 ευρώ.

Το κέντρο ξαναζεί, το Κολωνάκι όχι ακόμα, έχασε κόσμο γιατί έβγαλε τη φήμη του ακριβού και του ψηλομύτικου. Το ιστορικό κέντρο βιώνει καλές μέρες που μας γεμίζουν αισιοδοξία αλλά προς το παρόν η πόλη αλλάζει μόνο με το φαγητό. Ο πιο περιζήτητος χώρος στην Πλατεία Κολωνακίου, από κατάστημα παπουτσιών έγινε φούρνος.  Ευτυχώς εμείς έχουμε πελάτες πελάτες που έρχονται στο κέντρο μόνο για εμάς. Η επιλογή μας να είναι εδώ το μαγαζί είναι συνειδητή, μας έλεγαν να φύγουμε για τα βόρεια και τα νότια αλλά δεν την αλλάζουμε τη γειτονιά.

Η χαρακτηριστική είσοδος του Λεμήσιου

Λεμήσιος, Λυκαβηττού 6, Κολωνάκι. Τηλ: 2103611161. Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε εδώ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΜΟΔΑ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED