Ο Μίνως Μάτσας πρώτα παρατηρεί πολύ τους ανθρώπους και μετά γράφει

Μεγάλωσε δίπλα σε μοναδικούς συνθέτες και τραγουδιστές. Έμαθε τα κόλπα του σινεμά στο Λος Άντζελες. Έχει γράψει μουσική για σπουδαίες παραστάσεις και ταινίες. Ακόμη όμως νιώθει άγχος για τα live. Ο Μίνως Μάτσας δεν είναι μια συνηθισμένη περίπτωση.

Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος / FOSPHOTOS

Στην πολύβουη Μεσογείων αρκεί να κατέβεις μια σκάλα για να βρεθείς σε ένα άλλο σύμπαν ήρεμο, γεμάτο μουσική και τραγούδια. Για παράδειγμα την ώρα που συζητούσαμε μέσα στο στούντιο με τον Μίνω Μάτσα, ξαφνικά άκουσα τον Γιάννη Πάριο να τραγουδά ζωντανά γιατί πολύ απλά είχε έρθει για ηχογράφηση. Πριν όμως φτάσουμε στον Πάριο, με υποδέχτηκε ένα παλιό πιάνο που βρίσκεται επί της υποδοχής. «Είναι της γιαγιάς μου. Το χρησιμοποιούσαμε στις ηχογραφήσεις με όλους τους συνθέτες μερικές δεκαετίες πριν», εξηγεί ο Μίνως Μάτσας, γιος του Μάκη, εγγονός του Μίνου, μεγαλωμένος από παιδί μέσα στα στούντιο -εκεί που ηχογραφούσαν ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Λοΐζος και τόσοι άλλοι- με δική του αυτόνομη πορεία και καλλιτεχνική δράση, που έφτασε στην Αμερική αλλά επέστρεψε για να δουλέψει με συνέπεια και αγάπη στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Μέσα σε αυτό το στούντιο λοιπόν ξετυλίχτηκε όσα είπε στην Popaganda για την ιστορία των ηχογραφήσεων, για την αγάπη στην τεχνολογία και κυρίως για τη μουσική. 

«Έχω μια τελειομανία από τη φάση μου αλλά έχω μάθει να τη βάζω στο πλάι για να προχωράω παρακάτω. Ούτως ή άλλως τις ίδιες μουσικές κάνω».

Όταν είμαι στο στούντιο αισθάνομαι ασφάλεια και ηρεμία. Εδώ περνάω περισσότερες ώρες από ότι σπίτι μου. Με τη μουσική βουτάς στον χρόνο και ακόμη περισσότερο στο στούντιο, που είσαι αποκλεισμένος, χάνεις την αίσθηση του. Εγώ καμιά φορά νομίζω ότι είμαι στο Underground του Κουστουρίτσα, ότι θα βγω έξω και θα έχει αλλάξει η κυβέρνηση, θα έχει γίνει καταποντισμός. Είναι πολύ αστείο.

Το σπίτι μου είναι το εκ διαμέτρου αντίθετο από το στούντιο. Είναι δώμα σε ταράτσα με θέα την Αθήνα, όλα στο φως. Οι βασικές ιδέες μου έρχονται όταν είμαι σπίτι, στο στούντιο φτάνω με τα σχέδια. Βέβαια στην πορεία τα αλλάζω όλα.

Η μουσική είναι μια άσκηση, ειναι σαν να κλέβεις χρόνο από την πραγματικότητα. Ένα μουσικό κομμάτι πέντε λεπτών είναι ένα κομμάτι πέντε λεπτών που έκλεψες, από τον χρόνο.

Έχω μια τελειομανία από τη φύση μου αλλά έχω μάθει να τη βάζω στο πλάι για να προχωράω παρακάτω. Ούτως ή άλλως τις ίδιες μουσικές κάνω. Εάν δεν κάνω λάθος το έχει πει και ο Φελίνι: «Πάντα την ίδια ταινία κάνω». Η μουσική σε εμένα λειτουργεί και ως ημερολόγιο. Ακούω πράγματα που είχα γράψει πριν 10, 20 χρόνια και βλέπω την ιδέα που εξελίχθηκε σταδιακά σε διάφορα έργα. Επίσης, έχω παρατηρήσει ότι κάποια στιγμή ολοκληρώνεται ένα ύφος, ένα στιλ και μετά δεν το ξαναπιάνω. Βλέπω πάντως σπέρματα από ιδέες σε έργα που είναι από τα πρώτα μου και μου φαίνεται τρελό αυτό.

Η αρχική ιδέα ξεκινάει από πράγματα που έχω ακούσει, που έχω δει, που έχω ονειρευτεί, από την παρατήρηση. Παρατηρώ πολύ τους ανθρώπους κι έτσι γράφω. Γι’ αυτό τον λόγο μου αρέσει τόσο το σινεμά και το θέατρο. Κλέβω από τους ηθοποιούς. Τι εννοώ; Έχω την ταινία και τη βλέπω ξανά και ξανά επί δύο-τρεις μήνες και στο τέλος λέω στους ηθοποιούς: «Σας ξέρω καλύτερα από τη μάνα σας».

Η μουσική είναι καταλυτική για μια ταινία. Μπορεί να την καταστρέψει ή να την εκφράσει στο φουλ. Δεν χρειάζεται καν να είναι σε μια βουβή σκηνή. Ακόμη και σε σκηνές που υπάρχει διάλογος η μουσική λειτουργεί στον θεατή και είναι ειδικά αυτές οι σκηνές που μου δίνουν χαρά μεγάλη να τις δουλεύω γιατί αποτελούν πραγματικό σταυρόλεξο∙ μια νότα επάνω, μια νότα κάτω σου χαλάει όλη την εξίσωση.

«Σκέφτομαι καμιά φορά αν τη σημερινή τεχνολογία την είχε ο Λοΐζος τι απίστευτα πράγματα θα είχε κάνει, γιατί δεν τα κάνουν τα κομπιούτερ από μόνα τους όλα αυτά, πρέπει να ξέρεις πολύ καλά μουσική»

Στο θέατρο είναι κάπως διαφορετική η διαδικασία γιατί μια παράσταση αλλάζει, εξελίσσεται και χτίζεται στις πρόβες. Αντιμετωπίζω μια παράσταση σαν ζωντανό οργανισμό. Το παν είναι να συνεννοηθείς με τον σκηνοθέτη και ταυτοχρόνως να εκφραστείς καλλιτεχνικά. Αν υπάρχει κοινός κώδικας είναι πολύ σημαντικό, όπως συμβαίνει με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη που έχω φτιάξει τη μουσική για τον «Φεγγίτη» και τώρα ετοιμάζω τη μουσική για τον «Βυσσινόκηπο».

Στην Αμερική ήμουν σχεδόν 15 χρόνια. Ήταν 15 φανταστικά χρόνια. Δούλευα ήδη εδώ, είχα κάνει σινεμά, θέατρο, χορό, τραγούδια. Το 2000 πάω για σπουδές στο Juilliard στη Νέα Υόρκη με σκοπό μόλις τελειώσω να γυρίσω πίσω. Είχα κάτι ξεχασμένα ξαδέρφια στο Λος Άντζελες, τα επισκέφτηκα και βρέθηκα ξαφνικά στη Ντίσνεϊλαντ της μουσικής και του σινεμά. Σκέφτηκα «Δεν είναι δυνατόν αυτό» κι έτσι τελικά έμεινα για άλλα 12 χρόνια.

Στην Αμερική έμαθα τη δουλειά του σινεμά πολύ καλά, στην πράξη εννοώ. Έμαθα πώς βγαίνει η δουλειά. Κανείς δε θα σου μάθει πώς να γράψεις αλλά εκεί εξελίσσεσαι γιατί υπάρχει ένα δυνατό know how. Έμαθα λοιπόν τα κόλπα και ήταν όλο αυτό ένα τρομερό σχολείο. Έμαθα ασύλληπτα πράγματα και κυρίως συμπεριφορά. Δε εννοώ «καλούς τρόπους» αλλά ότι στη δουλειά δεν χωρούν εγωισμοί.

Στην αρχή έκανα πτυχιακές ταινίες, που όμως όταν λέμε πτυχιακές ταινίες στο Λος Άντζελες μιλάμε για τρομερό επίπεδο. Έκανα μικρού μήκους και σιγά σιγά έκανα και low budget παραγωγές. Υπάρχει μια βιομηχανία και καλείσαι να μάθεις τον τρόπο που λειτουργεί. Σαφώς χάνεις ένα μερίδιο ελευθερίας στην καλλιτεχνική σου έκφραση αλλά εφόσον το δέχεσαι κερδίζεις μια αρτιότητα και ένα καταμερισμό εργασίας. Εννοώ ότι δεν έχεις να ασχοληθείς με τίποτα άλλο πέρα από το να κάνεις σωστά τη δουλειά σου και βέβαια τα politics μεταξύ των ανθρώπων, όπως ισχύει σε κάθε δουλειά. Όμως τα πράγματα λειτουργούν άψογα, γιατί δεν γίνεται διαφορετικά. Βέβαια υπάρχει τρομερό ανταγωνισμός. Για παράδειγμα ο δικός μου ατζέντης για την ίδια δουλειά που διεκδικούσα εγώ έστελνε εκτός από μένα άλλους τριάντα. Έτσι πάει.

Ήταν ωραία τα χρόνια της Αμερικής. Όμως μετά το 2010 άρχισα να κάνω ξανά δουλειές εδώ, έκανα Επίδαυρο όπου γλυκάθηκα -τι γλυκάθηκα; ξετρελάθηκα- ερχόμουν, έφευγα ξανά και άρχισα σιγά σιγά να στεναχωριέμαι. Οπότε κάποια στιγμή σκέφτηκα «Γιατί να στεναχωριέμαι; Μπορεί στα επόμενα 15 χρόνια να κάνω και κάποιες μεγάλες ταινίες. So what?» Εντάξει, οι αμοιβές είναι απίθανες, οι δυνατότητες μεγάλες, δεν συγκρίνονται καν αλλά τα έβαλα σε μια ζυγαριά και για μένα ήταν μια συνειδητή επιλογή να επιστρέψω και να ζήσω την εδώ κατάσταση αναρχίας παρά να παραμείνω στην Αμερική. Άλλωστε δεν έφυγα από την Ελλάδα για να μεταναστεύσω αλλά όλο αυτό προέκυψε από μια μείξη τυχοδιωκτισμού και περιέργειας.

Ο πατέρας μου με έπαιρνε μαζί του από μικρό παιδί στις ηχογραφήσεις  με όλους τους γνωστούς συνθέτες και τραγουδιστές που ξέρεις. Είχε μια έμφυτη διπλωματία και έναν τρόπο να το κάνει όλο αυτό, να χειρίζεται σωστά τις επαγγελματικές σχέσεις. Εκείνος όμως είχε άλλη θέση, εγώ είμαι δημιουργός. Αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι στη δουλειά μας, οι άνθρωποι. Αλλωστε οι άνθρωποι είναι το θέμα μας, παντού, σε κάθε κομμάτι της ζωής μας.

Έχω πολύ γλυκές αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία, όλοι αυτοί οι συνθέτες, οι τραγουδιστές και οι μουσικοί ήταν κατά κάποιο τρόπο μέρος της οικογένειας μου, ήταν το φυσικό μου περιβάλλον. Σίγουρα όλο αυτό έχει γράψει μέσα μου και μουσικά. Ειδικά στα πρώτα χρόνια όταν έγραφα έβλεπα όλες τις επιρροές μου. Η μουσική του Λοΐζου με συγκινούσε πάντα, του Θεοδωράκη επίσης κι ας με τρόμαζε επειδή ήταν τεράστιος και επικός. Ο Λοΐζος ήταν πιο γλυκός όπως και ο Χατζιδάκις. Θυμάμαι τον Χατζιδάκι, σαν παιδάκι μου ερχόταν να τον αγκαλιάσω, τόσο γλυκός ήταν, θυμάται τα ανέκδοτα που έλεγε στο στούντιο. Όπως επίσης και από πιο λαϊκούς τραγουδιστές και συνθέτες, θυμάμαι τον Διονυσίου, τον Χρήστο Νικολόπουλο, τον Νταλάρα που ερχόταν συχνά σπίτι μας, τη Χαρούλα. Πιο συχνά έβλεπα αυτούς παρά τους συγγενείς μου.

«Η αρχική ιδέα ξεκινάει από πράγματα που έχω ακούσει, που έχω δει, που έχω ονειρευτεί, από την παρατήρηση. Παρατηρώ πολύ τους ανθρώπους κι έτσι γράφω. Γι’ αυτό τον λόγο μου αρέσει τόσο το σινεμά και το θέατρο».

Έχω κάνει μόνο δύο live στη ζωή μου, για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι επειδή έλειπα, ο δεύτερος είναι ότι δεν είναι κάτι που το κατέχω και αυτό με αγχώνει. Όταν όμως το κάνω θα το ξεπεράσω νομίζω, γιατί όταν το δοκίμασα μου έδωσε μεγάλη χαρά. Θέλω λοιπόν να κάνω live. Το πρόβλημα μου είναι ότι τον χειμώνα δεν υπάρχουν χώροι. Υπάρχουν δηλαδή, είναι και λίγο δικαιολογία αυτό, αλλά θέλω να είναι χώροι που να μου ταιριάζουν, που να αισθάνομαι καλά. Θέλω να μην είναι πολύ μεγάλοι, να χωρούν λίγα άτομα που να είναι κοντά στη σκηνή, να έχει μια ζεστασιά, να ειναι ωραίο το κλίμα. 

Η τεχνολογία για μένα έχει τρομερή ποίηση. Από τότε που ξεκίνησα είχα το Atari για μουσική, το τετρακάναλο. Οι δυνατότητες και οι ευκολίες αλλά και ο κόσμος που σου ανοίγεται είναι απεριόριστος. Σκέφτομαι καμιά φορά αν τη σημερινή τεχνολογία την είχε ο Λοΐζος τι απίστευτα πράγματα θα είχε κάνει, γιατί δεν τα κάνουν τα κομπιούτερ από μόνα τους όλα αυτά, πρέπει να ξέρεις πολύ καλά μουσική. Η τεχνολογία είναι υπερ-όπλο αλλά πρέπει να το χρησιμοποιείς για σένα, αλλιώς μπορεί να σε καταπιεί. Εγώ την πατάω κάτω, έχω ασχοληθεί μερόνυχτα με την τεχνολογία στην μουσική κι έχω περάσει τρομερές κρίσεις που θέλω να πετάξω τα μηχανήματα από το παράθυρο. Για εμένα όμως αυτά τα μηχανήματα έχουν ψυχή και δεν το εννοώ μεταφυσικά,  έχουν ηλεκτρομαγνητική ενέργεια, όπως έχουμε και εμείς οι άνθρωποι. Εκπέμπουν ενέργεια και αλληλοεπιδρά η ενέργεια αυτή με τους ανθρώπους, διαφορετικά με τον καθένα. Πιστεύω ότι έχουν προσωπικότητα, αλήθεια το λέω.

Επειδή δούλευα κοντά στον πατέρα μου από 18 χρονών, έζησα την εποχή που όταν τελείωνε η ηχογράφηση, παίρναμε τις μπομπίνες και πηγαίναμε στο εργοστάσιο και γινόταν η μπομπίνα βινύλιο. Μαγική διαδικασία. Ξέρεις τι όμορφο είναι να βλέπεις να χαράζεται το βινύλιο με τα διαμαντάκια; Είναι πολύ ωραίο που έχω δει την εξέλιξη. Θα ήθελα να είχα προλάβει να δω το κερί, όπως μου το έχει διηγηθεί ο πατέρας μου. Στο στούντιο υπήρχε ένα μηχάνημα που ζέσταινε το κερί, έγραφαν μια και έξω, χαραζόταν την ώρα που τραγουδούσε ο καλλιτέχνης, δεν υπήρχε περιθώριο για λάθη γιατί κόστιζε ακριβά η πλάκα.

Όσο και να αγαπώ την τεχνολογία αναγνωρίζω τη γοητεία που υπάρχει όταν παίζουν μουσική πέντε έξι άνθρωποι μαζί σε ένα στούντιο, παρά τα λάθη, παρά την έλλειψη τελειότητας. Έχει μια ενέργεια μοναδική.

Όλα αυτά όμορφα είναι. Το θέμα είναι να έχουμε κέφι και να είμαστε καλά. Όχι;

Φεγγίτης, του David Hare.  Μετάφραση: Μιρέλλα Παπαοικονόμου, Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Σκηνικά : Αθανασία Σμαραγδή, Κοστούμια : Μαρία Κοντοδήμα, Mουσική Σύνθεση: Μίνως Μάτσας, Σχεδιασμός Φωτισμών : Αλέκος Γιάνναρος, Πρωταγωνιστούν : Δημήτρη Καταλειφός, Λουκία Μιχαλοπούλου, Μιχάλης Πανάδης. Θέατρο Εμπορικόν, Σαρρή 11 από 3 Οκτωβρίου.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΜΟΥΣΙΚΗ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED