Συζητώντας με τον διευθυντή του περιοδικού New York για το μέλλον της δημοσιογραφίας

Ο Adam Moss μιλάει στον Θεοδόση Μίχο για το πώς, συνδυάζοντας την ιστορικότητα της έντυπης έκδοσης με μία σαρωτική ψηφιακή παρουσία, το New York συνεχίζει να αποτελεί το μιντιακό success story που προσπαθούν να αντιγράψουν οι «πάντες».

Στις 13 Μαρτίου 2018 ανακοινώθηκε ότι από τις 10 κατηγορίες στις οποίες το New York ήταν υποψήφιο (περισσότερες από οποιοδήποτε άλλο έντυπο ή ψηφιακό δημοσιογραφικό οργανισμό/μέσο για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά) στα National Magazine Awards (κάτι σαν τα «Όσκαρ του αμερικανικού περιοδικού Τύπου»), επικράτησε τελικά σε 3, ανεβάζοντας σε 40, σε σύνολο 73 υποψηφιοτήτων, τον αριθμό των βραβεύσεών του από το 2005 μέχρι και σήμερα - περισσότερες από οποιοδήποτε άλλο περιοδικό το ίδιο χρονικό διάστημα.

«Ειλικρινά δεν ξέρω» λέει ο Adam Moss όταν του ζητάω, λίγες ημέρες νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης που παραχώρησε στην Popaganda, να θυμηθεί πόσα βραβεία έχουν απονεμηθεί στο New York τα 14 χρόνια που το τιμόνι της διεύθυνσής του βρίσκεται στα χέρια του. Αυτό προφανώς δεν έχει να κάνει με την αδιαφορία του για τον πολυσυζητημένο, συντεχνιακό θεσμό («Δεν κάνουμε ό,τι κάνουμε για να κερδίσουμε βραβεία. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν είναι ωραίο όταν συμβαίνει», συμπληρώνει, έχοντας και ο ίδιος αποδεχθεί δύο φορές τον βαρύτιμο τίτλο του editor of the year) αλλά με το ότι ως διευθυντής του και ένας από τους πιο επί της ουσίας σημαντικούς και αξιόπιστους παίκτες στο γήπεδο του αμερικανικού Τύπου τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, προτιμά να διατηρεί ένα χαμηλών τόνων προφίλ (έχει χαρακτηρίσει τον εαυτό του εσωστρεφή, δηλαδή το άλλο άκρο σε σχέση, για παράδειγμα, με τον Graydon Carter, τον μέχρι πρόσφατα σταρ-διευθυντή του Vanity Fair) και να κοιτάζει τη μεγαλύτερη εικόνα, που ναι, και πάλι με έναν αριθμό έχει να κάνει, και μάλιστα ιλιγγιώδη: τα δεκάδες εκατομμύρια των unique visitors που κάθε μήνα επισκέπτονται το nymag.com και τα έξι ψηφιακά «παρακλάδια» του.

Τα πράγματα πιθανότατα θα ήταν πολύ διαφορετικά αν ο Moss, που ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού το 2004 έχοντας πρωτύτερα περάσει μεταξύ άλλων από το Esquire και το Rolling Stone και κυρίως μετά από μία πολύ επιτυχημένη θητεία στο New York Times Magazine («έχει μία οξεία, ή ψυχαναγκαστική ικανότητα να οργανώνει και να εικονογραφεί πληροφορίες. Έγινε κάτι σαν guru της αλλαγής στους Times», είχε γράψει ο δημοσιογράφος Michael Wolff σε ένα προφίλ του στο New York), δεν είχε τη διορατικότητα να μη βασίσει τη συνταγή του απλώς στην αδιαφιλονίκητη ιστορικότητα του τίτλου (που μεταξύ άλλων οριοθέτησε και τη Νέα Δημοσιογραφία με writers σαν τον Tom Wolfe) αλλά να «καβαλήσει το ψηφιακό κύμα» όπως κανένας άλλος τίτλος αναφοράς, τουλάχιστον στο κομμάτι του περιοδικού Τύπου, δεν είχε κάνει μέχρι τότε - και ούτε έχει κάνει μέχρι σήμερα: δημιουργώντας, από τις μήτρες των επί μέρους ενοτήτων του περιοδικού, έξι αυτόνομα sites, στα οποία δημοσιεύεται, προφανώς, η ύλη της έντυπης έκδοσης, αλλά -το κυριότερο- το καθένα τους παράγει με σαρωτικούς ρυθμούς πρωτογενές περιεχόμενο, είτε σε επίπεδο ειδησεογραφίας, είτε σε επίπεδο longform, ερευνητικής δημοσιογραφίας.

«Για να βρεις το κοινό, πρέπει να πας εκεί που βρίσκεται το κοινό» λέει στην Popaganda και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που το 2014, αποφασίστηκε -45 χρόνια μετά την ίδρυση του από τον Clay Felker και τον Milton Glaser- να εκδίδεται πια το περιοδικό όχι κάθε μία αλλά κάθε δύο εβδομάδες. Ορμώμενοι και από την προ διετίας παύση της έντυπης έκδοσης του Newsweek, φυσικά πολλοί αντιμετώπισαν την κίνηση ως άλλο ένα καρφί στη συμβολική ταφόπλακα του περιοδικού Τύπου και πιθανότατα έτσι θα ήταν αν οι ιδιοκτήτες του δεν επένδυαν τα εκατομμύρια δολάρια από τη μείωση του κόστους στην ψηφιακή πλευρά του «μαγαζιού» που -για να επιστρέψουμε στον ιλιγγιώδη αριθμό των αναγνωστών του- σήμερα που το New York Magazine έχει κλείσει τα 50 (και το γιορτάζει με μία must-have coffee-table έκδοση) η ύλη του, έστω και ψηφιακά, να διαβάζεται κατά 80% από ανθρώπους που δεν ζουν στη Νέα Υόρκη και -ποιος ξέρει;- μπορεί να μην την επισκεφτούν ποτέ. «Αντιμετωπίζω με στοργή το χαρτί, μου αρέσει η αίσθηση του χειροπιαστού γιατί έτσι μεγάλωσα, αλλά δεν έχω πρόβλημα με τη νέα πραγματικότητα. Αν το κοινό θέλει να μας διαβάζει ψηφιακά, είμαι ok με αυτό. Αντί να γκρινιάζω, σκέφτομαι ότι έτσι λειτουργεί ο κόσμος και δεν έχει νόημα να κοιτάζεις πίσω αν θέλεις να κάνεις καλά τη δουλειά σου». Γιατί στο τέλος της ημέρας, για ένα δημοσιογράφο, αυτό είναι το μόνο που πρέπει να μετράει.

Η συντακτική ομάδα του New York συναντιέται για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 1967 στο διαμέρισμα του ιδρυτή του περιοδικού, Clay Felker.

Αναλάβατε τη διεύθυνση του New York Magazine πριν από 14 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων, τόσο σε ό,τι έχει να κάνει με το περιοδικό όσο και εν γένει με τη δημοσιογραφία, έχουν αλλάξει πολλά και σημαντικά πράγματα. Πόσο διαφορετικά αντιλαμβάνεστε σήμερα το ρόλο σας ως επικεφαλής ενός από τα πιο σημαντικούς και επιδραστικούς τίτλους στην ιστορία του Τύπου; Καταρχάς όταν έγινα διευθυντής το New York ήταν ακόμη εβδομαδιαίο. Τώρα πια εκδίδουμε ένα περιοδικό κάθε δύο εβδομάδες ενώ έχουμε και έξι εκδόσεις στο δίκτυο, οι οποίες είναι κατά κάποιο τρόπο «παιδιά» του περιοδικού, που μεγάλωσαν, ανεξαρτητοποιήθηκαν, και μετατράπηκαν σε αυτόνομες οντότητες. Οπότε η εταιρία είναι πλέον περισσότερο ψηφιακή, παρά έντυπη και οι αριθμοί είναι πάρα πολύ -το τονίζω, πάρα πολύ- μεγαλύτεροι προφανώς ως προς το περιεχόμενο που δημοσιεύουμε όσο και ως προς το κοινό που το διαβάζει.

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο ποιοτικό χαρακτηριστικό αυτού του κατά πολύ μεγαλύτερου αναγνωστικού κοινού που θα θέλατε να επισημάνετε; Αξίζει να ειπωθεί ότι το online αναγνωστικό μας κοινό είναι κατά συντριπτική πλειοψηφία, γύρω στο 80%, εθνικό και διεθνές. Στο κοινό της έντυπης έκδοσης κυριαρχούν προφανώς οι κάτοικοι της Νέας Υόρκης και της ευρύτερης περιοχής.

Το New York γιόρτασε τα 50 του χρόνια με μία λαχταριστή coffee-table έκδοση.

Ανέκαθεν αυτό που ξεχώριζε το New York ήταν ότι αντί να ακολουθεί τις τάσεις, προτιμούσε να τις δημιουργεί - ή τουλάχιστον να προσπαθεί να τις δημιουργήσει. Υπό αυτή την έννοια, η θητεία σας στο περιοδικό εκτός όλων των άλλων έχει χαρακτηριστεί από το ότι όχι απλά δεν αντισταθήκατε στην «επέλαση» του internet αλλά το χρησιμοποιήσατε τόσο έγκαιρα και ευρηματικά ώστε να θεωρείται case study το brand του New York και ως προς την ψηφιακή του επιτυχία. Θεωρώ σημαντικό πως όταν η οικογένεια Wasserstein αγόρασε τον τίτλο (σ.σ. το 2000) υπήρχε ένα site, υποτυπώδες μεν αλλά υπαρκτό και όλως παραδόξως κερδοφόρο, το οποίο λόγω κάποιων οικονομοτεχνικών ζητημάτων πέρασε στα χέρια των ιδιοκτητών ένα χρόνο αργότερα. Όταν λοιπόν ήρθα εγώ και αποφασίσαμε να αντιμετωπίσουμε το digital publishing σαν ευκαιρία και όχι σαν πρόβλημα, είχα την υποστήριξη των ιδιοκτητών. Επενδύσαμε σε αυτό το κομμάτι από την αρχή και αποφασίσαμε να αξιοποίησουμε online ολόκληρα κομμάτια του περιοδικού. Σκεφτήκαμε, για παράδειγμα, ότι αφού το περιοδικό έχει μια ενότητα για το φαγητό, γιατί να μην ξεκινήσουμε ένα online περιοδικό για το φαγητό; Και το βαφτίσαμε Grub Street. Αφού το New York έχει πολιτικό ρεπορτάζ, γιατί να μην ξεκινήσουμε ένα online περιοδικό για την πολιτική; Έτσι ξεκίνησε το Daily Intelligencer. Από το πολιτιστικό ρεπορτάζ του περιοδικού προέκυψε το Vulture, από τη μόδα το The Cut, κοκ.

Πως αντιμετωπίζετε το γεγονός ότι υπάρχουν online αναγνώστες που μπορεί να διαβάζουν συχνά το Vulture ή το The Cut αλλά δεν γνωρίζουν πολλά, ίσως μάλιστα και τίποτα, για το brand του New York Magazine; Οι περισσότεροι αναγνώστες θα σε επισκεφτούν είτε γιατί σε έχουν στα bookmarks, οπότε θέλουν να επιστρέφουν συχνά, είτε γιατί θα βρούν κάπου ένα λινκ. Ή μέσω των social media. Δεν με εκπλήσσει καθόλου. Σίγουρα, πάντως, είναι αλήθεια. Συμβαίνει αυτό που λέτε. Οι αναγνώστες έρχονται σε εμάς με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και υπάρχουν σίγουρα πολλοί online αναγνώστες, οι οποίοι όχι μόνο δεν έχουν αίσθηση της ιστορικότητας του εντύπου, αλλά μπορεί να μην έχουν επίγνωση για όλες τις συγγενικές ψηφιακές εκδόσεις. Υπάρχει σοβαρή πιθανότητα κάποιος που διαβάζει φανατικά το Vulture να μην μπαίνει καν στο The Cut.

Οπότε εσείς είστε επικεφαλής μίας έντυπης έκδοσης και έξι online; Ακριβώς.

Πώς ακριβώς λειτουργεί το όλο σύστημα; Η κάθε έκδοση έχει τη δική της, διακριτή και αυτόνομη από τις υπόλοιπες, συντακτική ομάδα; Όχι, είναι όλες αλληλένδετες. Υπάρχουν φυσικά άνθρωποι που έχουν συγκεκριμένους ρόλους, είτε για το Vulture είτε για το Cut, για παράδειγμα. Όμως κατά πλειοψηφία η συντακτική ομάδα της έντυπης έκδοσης συνεργάζεται σε κάποιο επίπεδο με τις συντακτικές ομάδες των sites και το αντίθετο. Στην αρχή τα όρια ήταν πιο διακριτά. Όμως οι απαιτήσεις της δουλειάς αλλάζουν και ο στόχος μας είναι να γίνεται ολοένα και πιο συνεκτικός ο ιστός όλων των συντακτικών ομάδων μεταξύ τους, να λειτουργούν επί της ουσίας σαν μία ομάδα που παράγει σημαντικό δημοσιογραφικό έργο, με διεισδυτικά, ερευνητικά ρεπορτάζ και όχι μόνο. 

Η ερευνητική δημοσιογραφία προφανώς είναι απαραίτητη σήμερα, όπως ήταν και χθες, όπως θα είναι και αύριο. Το διακύβευμα είναι αν αύριο θα υπάρχουν ακόμη εκδότες διατεθειμένοι να ξοδέψουν τους πόρους που απαιτούνται ώστε να παραχθεί αυτού του είδους η δουλειά. Σας ανησυχεί αυτό; Εντοπίζετε ακριβώς που έγκειται το πρόβλημα. Κατά τη γνώμη μου το κοινό που διψάει για ερευνητική δημοσιογραφία ή τέλος πάντων για σοβαρή δημοσιογραφική δουλειά είναι μεγαλύτερο τώρα. Άλλωστε αποδεικνύεται και από τα στοιχεία: τα longform ρεπορτάζ μας είναι αυτά που φτάνουν σε περισσότερο κόσμο. Με καθαρά οικονομικούς όρους, όμως, παρόλο που το reach ενός τέτοιου ρεπορτάζ είναι μεγαλύτερο, είναι τόσο κοστοβόρα η παραγωγή του, που δεν συμφέρει. Είναι αλήθεια ότι κοστίζει πάρα πολύ για να παραχθεί ένα τέτοιο στόρι. Συνεχίζουμε όμως να το κάνουμε γιατί είναι το σωστό (σ.σ. “the right thing to do”) και γιατί αυτού του είδους η δημοσιογραφία είναι επικερδής με άλλους, λιγότερο προφανείς, από τον καθαρά οικονομικό, τρόπους για μία έκδοση που την ασκεί. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε εμείς.

«Για να βρεις το κοινό, πρέπει να πας εκεί που βρίσκεται το κοινό. Όλο αυτό σε προκαλεί να βρίσκεις τρόπους να παραμένεις δημιουργικός. Ακόμη κι αν είναι αγχωτικό, η ανταμοιβή είναι τεράστια. Γιατί κάτι που θα εκδώσεις τώρα, έχει τη δυνατότητα να φτάσει σε τόσο μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων σε σχέση με παλιότερα.»

Σας απασχολεί καθόλου η αντικειμενικά μη αναστρέψιμη απομάκρυνση των νεότερων γενιών από τα περιοδικά και τις εφημερίδες στη χειροπιαστή τους μορφή; Οτιδήποτε εκδίδουμε στο περιοδικό, το δημοσιεύουμε και online. Οπότε το περιεχόμενο της χάρτινης έκδοσης, αμέσως βρίσκει και το ψηφιακό κοινό του. Αντιμετωπίζω με στοργή το χαρτί, μου αρέσει η αίσθηση του χειροπιαστού γιατί έτσι μεγάλωσα, αλλά δεν έχω πρόβλημα με τη νέα πραγματικότητα. Αν το κοινό θέλει να μας διαβάζει ψηφιακά, είμαι ok με αυτό. Αντί να γκρινιάζω, σκέφτομαι ότι έτσι λειτουργεί ο κόσμος και δεν έχει νόημα να κοιτάζεις πίσω αν θέλεις να κάνεις καλά τη δουλειά σου.

Είναι γεγονός ότι πέρα από τα ρεπορτάζ, τις φωτογραφίες, τις συνεντεύξεις και γενικά καθαυτό το δημοσιογραφικό έργο, κομμάτι της δουλειάς έχει γίνει και η διαρκής αναπροσαρμογή στις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι όσοι εκδίδουμε δημοσιογραφικό υλικό, είμαστε σε ένα διαρκή αγώνα δρόμου ώστε να το προσφέρουμε στους αναγνώστες με τον τρόπο που τους εξυπηρετεί περισσότερο. Τελευταία οι αναγνώστες δείχνουν πολύ έντονο ενδιαφέρουν να παίρνουν τις πληροφορίες τους σε μορφή βίντεο, οπότε εμείς πρέπει να δημοσιεύουμε και ως βίντεο τα ρεπορτάζ μας ή να τα παράγουμε εξαρχής σε μορφή βίντεο. Όλο αυτό σε ωθεί σε μία διαρκή επανεφεύρεση του εαυτού σου. Για να βρεις το κοινό, πρέπει να πας εκεί που βρίσκεται το κοινό. Προσωπικά όλο αυτό μου φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Σε προκαλεί να βρίσκεις τρόπους να παραμένεις δημιουργικός. Ακόμη κι αν είναι αγχωτικό, η ανταμοιβή είναι τεράστια. Γιατί κάτι που θα εκδώσεις τώρα, έχει τη δυνατότητα να φτάσει σε τόσο μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων σε σχέση με παλιότερα.

Διάλειμμα για να απολαύσετε στο παρακάτω gallery μερικά από τα εξώφυλλα του New York που άφησαν εποχή.

Να υποθέσω ότι δεν αναπολείτε ούτε κατά το ελάχιστο την εποχή που τα social media δεν ήταν τόσο δομικό κομμάτι της δουλειάς μας; Δεν χρειάζεται να κοιτάξω και πολύ πίσω. Δεν κυριαρχούν στη διανομή του περιεχομένου περισσότερα από πέντε-έξι χρόνια. Αλλά για να απαντήσω στην ερώτησή σας, όχι, δεν το κάνω. Όχι περισσότερο, τουλάχιστον, σε σχέση με το κάθε πότε αναπολώ την εποχή που χρησιμοποιούσαμε γραφομηχανές. Ούτε αυτό μου φαίνεται τόσο παλιά. Τα πράγματα κινούνται γρήγορα μπροστά.

Η viral δυναμική ενός θέματος επηρεάζει την απόφασή σας σχετικά με το αν θα το καλύψετε και ακόμη περισσότερο αν θα το κάνετε εξώφυλλο; Σε ό,τι έχει να κάνει με το εξώφυλλο, όχι. Αλλά γενικά, η δουλειά που έχει τη δυναμική να διαδοθεί από άνθρωπο σε άνθρωπο -γιατί αυτό είναι το virality, να αρέσει σε κάποιον αρκετά ώστε να το στείλει στον φίλο του- είναι κάτι που προσπαθούμε συχνά να πετύχουμε. Προφανώς δεν θέλουμε να το κάνουμε σε βάρος της ποιότητας. Για παράδειγμα, πρόσφατα δημοσιεύσαμε ένα ρεπορτάζ για ένα τύπο που άλλαζε διαρκώς σπίτια ως συγκάτοικος, ώσπου τελικά σκότωσε κάποιον που έμεναν μαζί. Ήταν ένα αστικό horror story. Συζητώντας το θέμα στην αίθουσα σύνταξης, από τις αντιδράσεις των συντακτών καταλάβαμε ότι θα γινόταν viral. Αυτό μας ενθάρρυνε να το δημοσιεύσουμε. Κάποιες φορές έχουμε επίγνωση ότι αυτό θα συμβεί, κάποιες άλλες όχι. Θα έλεγα ότι τις περισσότερες αποτελεί για εμάς μεγάλη έκπληξη.

Η αποθέωση της pop culture...

...και της foodie culture...

...και της ερευνητικής δημοσιογραφίας.

Πολλά γράφτηκαν όταν μετά από δεκαετίες εβδομαδιαίας έκδοσης αποφασίστηκε το New York να εκδίδεται κάθε δύο εβδομάδες. Ο David Carr είχε γράψει στους New York Times ότι επρόκειτο για άλλη μία κορύφωση του δυσοίωνου μέλλοντος των περιοδικών. Πώς βιώσατε αυτή την αλλαγή από μέσα; Και πόσο αποδοτική αποδείχτηκε σε οικονομικό επίπεδο; Όταν πήραμε την απόφαση, δημοσιεύαμε μία απίστευτη ποσότητα υλικού κάθε μέρα, κάθε ώρα. Ο ρομαντισμός του να βγάζεις ένα εβδομαδιαίο περιοδικό, είχε πια εκλείψει. Δεν έμοιαζε καν απαραίτητο. Αποφασίσαμε λοιπόν να τυπώνουμε κάθε δύο εβδομάδες, για να ακολουθήσουμε αυτό που εμείς νομίζαμε ότι υπαγόρευαν οι νέες αναγνωστικές συνήθειες του κοινού. Ο κόσμος από τη μία θέλει να διαβάσει κάτι που να ανταποκρίνεται αμέσως στις αλλαγές που συμβαίνουν γύρω του, αλλά θέλουν να διαβάζουν και υλικό που ξεπερνάει τις επιταγές της στιγμής. Η ιστορία μας έχει δικαιώσει για την απόφασή μας. Υπάρχουν βέβαια ακόμη εβδομαδιαίες εκδόσεις, αλλά για εμάς δεν ήταν πια απαραίτητο. Απόδειξη αυτού είναι ότι δεν μειώθηκαν τα διαφημιστικά έσοδα στο σύνολο των εκδόσεων ενώ μειώθηκε κατά πολύ το κόστος.

Μπορείτε να θυμηθείτε πόσα National Magazine Awards έχει κερδίσει το New York όσο καιρό είστε διευθυντής του; Ειλικρινά δεν ξέρω. Δεν μπορώ να θυμηθώ. Δεν κάνουμε ό,τι κάνουμε για να κερδίσουμε βραβεία. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν είναι ωραίο όταν συμβαίνει…

Το New York ιδρύθηκε το 1968 και ο Donald Trump μπήκε πρώτο φορά στο εξώφυλλο το 1980. Από τότε ακολούθησαν κι άλλες φορές, με πιο πρόσφατη λίγο πριν τις αμερικανικές εκλογές, οπότε και βάλατε τον Trump και τη λέξη “LOSER” με μεγάλα γράμματα. Πώς νιώσατε όταν το αποτέλεσμα των εκλογών δεν σας δικαίωσε; Γνωρίζαμε ότι παίρναμε ρίσκο αλλά κατά τη γνώμη μας, το εξώφυλλο μπορούσε να «διαβαστεί» με πολλούς, διαφορετικούς τρόπους. Προφανώς, ο ένας από αυτούς ήταν η πρόβλεψη ότι θα χάσει στις εκλογές. Όμως υπάρχει και άλλες αναγνώσεις: α) η λέξη “loser” είναι κάτι που ο ίδιος λέει συχνά, β) ήμασταν όλοι losers όποιος κι αν κέρδιζε τις εκλογές, γιατί ο Trump είχε απαξιώσει τόσο πολύ το πολιτικό σύστημα, γ) ο ίδιος ο Trump ήταν loser, όχι τόσο ως προς το αποτέλεσμα των εκλογών αλλά ως άνθρωπος και δ) ότι πολύ απλά επρόκειτο για ένα εξώφυλλο-έργο τέχνης δια χειρός της καλλιτέχνιδας Barbara Kruger.

Adam Moss

Μετά την εκλογή Τραμπ, για όλους εμάς που παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα εξ αποστάσεως, είναι σαν να έχετε στις ΗΠΑ ένα μεγάλο, μαύρο σύννεφο πάνω από τα κεφάλια σας. Ως πολίτες έτσι αισθανόμαστε. Ως δημοσιογράφοι, κάθε άλλο. Προφανώς έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον η δημοσιογραφική κάλυψή της προεδρίας του. Και οι αναγνώστες ενδιαφέρονται πραγματικά, σε κάποιο βαθμό γιατί η όλη κατάσταση μοιάζει με ένα μεγάλο reality show αλλά κυρίως γιατί κατανοούν ότι διακυβεύονται πολλά. Η ίδια η δημοκρατία είναι σαν να κινείται στην άκρη του γκρεμού και αυτό έχει κάνει τους πάντες -εντάξει, όχι τους πάντες, όμως σίγουρα πάρα πολλούς- να αφυπνιστούν ως πολιτικά όντα και αυτό είναι μία μεγάλη ανταμοιβή για ένα δημοσιογράφο.

Αν μη τι άλλο η εκλογή του ανέδειξε την ανάγκη για καλή, διεισδυτική, «παλιομοδίτικη» δημοσιογραφία στην εποχή του clickbait. Ακριβώς!

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ένας δημοσιογράφος επί προεδρίας Τραμπ; Νομίζω ότι η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να μη γίνουν οι αναγνώστες απαθείς απέναντι σε αυτά που λέει, οπότε πρέπει να προσπαθούμε περισσότερο να τους πείσουμε να μην αφήνουν σημαντικά πράγματα να πέσουν κάτω. Προφανώς αντιμετωπίζουμε και άλλες προκλήσεις γιατί ο Τραμπ δεν συμπεριφέρεται σαν ένα κανονικό πολιτικό πρόσωπο. Δεν έχει καμία αίσθηση ντροπής ή τον παραμικρό φόβο ότι κάτι μπορεί να του γυρίσει μπούμερανγκ, όπως οι υπόλοιποι πολιτικοί. Αυτή είναι και η υπερδύναμή του: η απόλυτη απουσία ντροπής για ό,τι κάνει.

Ποια είναι η πιο έντονη ανησυχία και η μεγαλύτερη φιλοδοξία σας για το μέλλον του New York, τόσο του περιοδικού όσο και των έξι sites; Η φιλοδοξία μου είναι να απλώς να συνεχίσουμε να εξελισσόμαστε με τον ρυθμό που το κάνουμε ήδη, να κάνουμε διαρκώς καλύτερη δουλειά και να μας αντιμετωπίζουν οι αναγνώστες κάθε είδους ως ζωτικής σημασίας για τις ζωές τους.

Αν ένας εικοσάχρονος σας πλησίαζε και σας ρωτούσε αν θα έπρεπε να γίνει δημοσιογράφος σήμερα -και πιο συγκεκριμένα δημοσιογράφος σε περιοδικά- τι θα του λέγατε; Θα έλεγα ότι αν ορίζει το περιοδικό με μία πολύ ευρεία έννοια, να το κάνει. Αν αυτό θέλεις, αν αυτό είναι το πάθος σου, σήμερα υπάρχει περισσότερη ανάγκη για καλή δημοσιογραφία παρά ποτέ. Θα πρότεινα επίσης να μάθει να κάνει ρεπορτάζ. Μία από τις αρνητικές συνέπειες της εποχής που όλες οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες με το πάτημα ενός κουμπιού, είναι ότι οι νέοι δημοσιογράφοι φοβούνται να κάνουν παλιομοδίτικο ρεπορτάζ (σ.σ. “old-fashioned shoe-leather reporting"), φοβούνται να έρθουν σε πραγματική επαφή με πρόσωπα και αντικείμενα. Οπότε ναι, θα τους ενθάρρυνα να γίνουν πρώτα απ’ όλα ρεπόρτερ, γιατί ανησυχώ ότι στο μέλλον ίσως να αποτελέσει είδος υπό εξαφάνιση. Να κάτι που πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία.

Για το τέλος, μερικά μόνο δείγματα από το one of a kind εικαστικό σύμπαν του New York.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED