15.12.2017

Όταν ο ανήσυχος Μίκαελ φαν Ντερ Αα συνάντησε τον Φερνάντο Πεσσόα

Ο σκηνοθέτης δίνει το χρονικό της σχέσης του με το «Το Βιβλίο της Ανησυχίας» που τον οδήγησε στο χτίσιμο μιας παράστασης που συνεχώς εξελίσσεται.

Ένας ποιητής και συγγραφέας που του μέλλεται να γίνει θρύλος μετά θάνατον, αφήνει πίσω του ένα μπαούλο γεμάτο με χιλιάδες γραμμένες σελίδες χαρτί, χωρίς καμιά οδηγία για τη σειρά, την ταξινόμησή τους ή τη δομή του βιβλίου που προκύπτει από αυτές: ποιήματα, επιστολές σε φανταστικά πρόσωπα, κείμενα. Ακούγεται σαν υπόθεση μυθιστορήματος του Μπόρχες ή του Σαραμάγκου, αλλά δεν είναι: είναι η ιστορία πίσω από  Το Βιβλίο της Ανησυχίας του Φερνάντο Πεσσόα.

 Και τα μυστήρια συνεχίζονται: μια ξαφνική κακοκαιρία ματαιώνει σωρηδόν πτήσεις ανά την Ευρώπη. Μια από τις λίγες που πραγματοποιούνται, μεταφέρει στην Αθήνα έναν συνθέτη που πριν λίγα χρόνια έγραψε ένα μουσικό έργο πάνω στο Βιβλίο της Ανησυχίας, και το σκηνοθέτησε κιόλας, συνδυάζοντας ηθοποιούς ζωντανούς στη σκηνή κι άλλους που προβάλλονται σε βίντεο. Η πτήση του φτάνει με καθυστέρηση, υποχρεώνοντάς τον να κατευθυνθεί απ’ευθείας από το αεροδρόμιο σε ένα έρημο καφέ, όπου τον περιμένουν μαζεμένοι κάμποσοι έλληνες μουσικοί συντάκτες για την αναπόφευκτη ομαδική συνέντευξη. Η συνέχεια επί της οθόνης – ή μάλλον επί της σκηνής της Στέγης.

Ο Μίκαελ φαν Ντερ Αα – περί αυτού πρόκειται – μας αφηγείται εν τάχει την ιστορία του πρότζεκτ: με αφορμή την ανακήρυξη του Λυντς της Αυστρίας σε πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης για το 2009, του ζητήθηκε να συνθέσει ένα έργο για την τελετή έναρξης, πάνω σε κάποιο έργο του Πεσσόα και με τη συμμετοχή του περίφημου Κλάους Μαρία Μπραντάουερ. Βρήκε συναρπαστικό το συνδυασμό και δέχτηκε. Κατέληξε στο Βιβλίο της Ανησυχίας, από το οποίο επέλεξε περίπου δέκα σελίδες Α4 με αποσπάσματα που θεώρησε πως συμπύκνωναν την ουσία του βιβλίου. Κατέληξε σε έναν εσωτερικό διάλογο πολλών φωνών – ο πρωταγωνιστής – βιβλιοθηκάριος και τα «ετερώνυμα», δηλαδή τα alter ego του. Ο πρωταγωνιστής βρίσκεται επί σκηνής, τα άλλα πρόσωπα παρεμβαίνουν φιλμαρισμένα. Ένα από αυτά είναι και η Ana Moura, η τραγουδίστρια του fado. Η ελληνική βερσιόν του έργου θα είναι η τέταρτη, μετά την αυστριακή, την πορτογαλική και την αγγλόφωνη.

Τον ρωτώ αν εξακολουθεί, μετά τα εννιά χρόνια που έχουν περάσει από την έναρξη αυτής της δουλειάς, να έχει κομβικό ρόλο στο έργο του: άλλωστε, επέλεξε να ονομάσει τη δική του δισκογραφική εταιρία Disquiet (Ανησυχία).  Μου απαντά πως η λέξη Ανησυχία περιγράφει αρκετά καλά αυτόν τον ίδιο.  «Περιγράφει πολύ καλά το κεφάλι μου. Είναι πάντοτε ανήσυχο, πάντοτε εν κινήσει. Και μου αρέσει κι η λέξη. Περιέχει την ησυχία, αλλά και τη στέρησή της. Είναι μια θεατρική και μουσική λέξη. Γι αυτό και βάφτισα έτσι την εταιρία μου».

Όταν ερωτήθηκε για την επικαιρότητα της ποίησης του Πεσσόα, ο συνθέτης έδωσε μια απρόσμενη απάντηση: «Το βιβλίο μιλά για το να παρατηρεί κανείς τη ζωή χωρίς να παίρνει μέρος σε αυτή. Κι είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή με τα social media: κοιτάζει κανείς τη ζωή μέσα από μια γυάλινη οθόνη. Η απόσταση που επεδίωκε ο Πεσσόα έχει πάρει μια άλλη διάσταση. Θα υπάρξουν όμως και κινήσεις ατόμων που επιθυμούν ξανά την ανθρώπινη επαφή».

Δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ για τον πολλαπλό του ρόλο στην παράσταση: εκτός από συνθέτης της μουσικής, έχει αναλάβει και τη σκηνοθεσία του σκηνικού μέρους, αλλά και αυτή των βίντεο. Συνήθως είτε η μουσική ακολουθεί την εικόνα ως soundtrack, είτε έχει προηγηθεί, οπότε εικονογραφείται σκηνικά. Εδώ πώς έγινε; τον ρωτώ. «Καλή ερώτηση. Με τον ίδιο τρόπο λειτουργώ και όταν συνθέτω όπερα. Σε κάθε ξεχωριστό κομμάτι, αποφασίζω ποιο από αυτά τα επίπεδα βρίσκεται σε πρώτο πλάνο και ποιο πίσω. Κι αυτό αλλάζει. Κάποιες στιγμ΄ρε, λοιπόν, η μουσική είναι το πλέον σημαντικό μέρος, κι όλα τα άλλα την ακολουθούν. Και κάποιες άλλες στιγμές υποχωρεί σε δεύτερο επίπεδο, και παρακολουθούμε κύρια αυτό που συμβαίνει στο φιλμ, ή ένα μονόλογο του ηθοποιού. Υπάρχουν δύο μεγάλοι μονόλογοι στο κομμάτι, χωρίς μουσική, χωρίς φιλμ, μόνο με την ερμηνεία του ηθοποιού. Νομίζω λοιπόν πως ένα από τα πλεονεκτήματα του να τα κάνω όλα μόνος μου είναι ότι μπορώ παράλληλα να γράφω και το σενάριο του φιλμ, και να φαντάζομαι τη σκηνοθεσία, κι όλα να μπαίνουν στη θέση τους. Είναι ένα παιχνίδι διαρκούς αλλαγής προοπτικής. Ο κίνδυνος είναι ακριβώς ότι τα κάνω όλα, και δεν υπάρχει κάποιος άλλος να τα ελέγχει, γι αυτό και πάντα συνεργάζομαι με ένα σπουδαίο δραματουργό, σκηνογράφο και διευθυντή ορχήστρας. Αυτοί θα μου πουν αυτό που πρέπει: Μισέλ, μπορεί έτσι να το σκέφτηκες, αλλά δεν λειτουργεί. Το ίδιο γίνεται και κατά τη διάρκεια των προβών. Αυτό συμβαίνει κι όταν γράφω όπερα, δεν καθορίζω μόνο τι τραγουδάνε οι τραγουδιστές, αλλά και το τι κάνουν στη σκηνή εκείνη τη στιγμή. Ήδη λοιπόν από το DNA του κομματιού έχω καθορίσει πώς αλληλεπιδρούν τα διάφορα επίπεδα. Είναι πολύ διαφορετικά από όταν γράφω ένα soundtrack και μετά το παραδίδω στο σκηνοθέτη. Παρόλα αυτά, παραμένω ένας συνθέτης που σπούδασε και σκηνοθεσία».

Και το περιεχόμενο; « Ο ήρωας εξηγεί πώς μπορεί κανείς να ζει ως ονειροπόλος, αποκλειστικά με το να ονειρεύεται. Μιλά με τα φανταστικά πρόσωπα  - τα «ετερώνυμα» - που συναντά στη σκέψη του, κι εξηγεί πως δεν είναι ανάγκη να μπει σε ένα τραμ ή ένα τραίνο, να έχει πράγματι την εμπειρία, γιατί με τη φαντασία του μπορεί να βιώσει το γεγονός, και την ταχύτητα. Έχει λοιπόν να κάνει με τη δύναμη της φαντασίας, της τέχνης. Αλλά και με την αναγκαιότητα της τέχνης».

Μιλώντας για την πραγματικότητα, ο Φαν ντερ Αα μας αφηγείται πώς μια καταστροφική κυβέρνηση επί τρία χρόνια περιέκοψε κάθε επιχορήγηση σε μικρές, πειραματικές καλλιτεχνικές ομάδες, αφήνοντας χώρο μόνο για τα γνωστά και κατεστημένα, ενώ η τωρινή τους υπουργός πολιτισμού, με την οποία συναντήθηκε πρόσφατα, δείχνει να κατανοεί την αναγκαιότητά τους, πράγμα εξαιρετικά ελπιδοφόρο. Ο Πεσσόα μίλησε με τον δικό του τρόπο γι αυτό, περιγράφοντας τη δύναμη της φαντασίας και τη σημασία του να μπορείς να μεταμορφώσεις τον εαυτό σου σε κάτι πιο αφηρημένο. Μας ρωτά πώς έχουν τα πράγματα στην Ελλάδα σε σχέση με τις επιχορηγήσεις και την πολιτιστική πολιτική. Σωπαίνουμε αμήχανα.

Το Βιβλίο της Ανησυχίας. Μουσικό θέατρο για ηθοποιό, μουσικό σύνολο και ταινία (2008) λιμπρέτο πάνω στο βιβλίο του Fernando Pessoa, με προσαρμογή του Michel van der Aa. Μουσική διεύθυνση: Kasper De Roo. Ερμηνεύει: Μιλτιάδης Φιορέντζης. Άννυ Σπυράκου: μετάφραση λιμπρέτου στα ελληνικά. 15-16 Δεκεμβρίου, 20:30. Στέγη Ιδρύματος Ωνάση.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΘΕΑΤΡΟ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED