13.01.2018

Πανκ Χριστός

Ένα διήγημα του Φώτη Θαλασσινού.

Φωτογραφίες: Σοφία Καραγιάννη

Ο Χριστός περπατούσε μέσα σ’ ένα έρημο δρόμο. Δεν είχε κανένα άνθρωπο δίπλα του, μπροστά του. Μπορεί να είχε χάσει τον προσανατολισμό του. Γιατί αυτός ενσαρκώθηκε για να κυκλοφορεί ανάμεσα στους ασθενείς και τους οδοιπόρους. Τα μάτια του ήταν ομόχρωμα με τον ουρανό. Μόνο εγώ τον έβλεπα και λίγο τον έπλαθα με την φαντασία μου. Ήμουν στα διακόσια μέτρα πριν απ’ αυτόν. Κάποια στιγμή τον έχασα. Τα έκανε αυτά ο Χριστός. Εξαφανίσεις και επανεμφανίσεις σαν ο χώρος να μην ήταν γι’ εκείνον ότι είναι για εμάς.  Μπήκα μέσα στο στέκι μου. Το καφέ Έντεχνο. Μια μεγάλη παρέα έπαιζε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι. Μέσα στο παιχνίδι υπήρχε ένα εξάρτημα που χτυπούσε σαν εκκλησιαστική μικρή καμπάνα. Δεν ήταν διόλου τυχαίο ότι ο Χριστός έφτασε ως εμάς. Άκουσε τον ήχο της καμπάνας.  Γύρισε με το πράο βλέμμα του όλο το χώρο και εντόπισε ένα νεαρό που είχε προβλήματα με ναρκωτικά. Αφοσιώθηκε σ’ αυτόν και το πλησίασμα του. Γητευτής κάθε αδάμαστου και απελευθερωτής κάθε εξανδραποδισμένου των δαιμόνων μίλησε λίγο στο παιδί και ύστερα το αγκάλιασε. Μ’ αυτή τη  φαινομενικά απλή κίνηση ενεφύσησε στον εξαρτημένο άσβεστη φλόγα για να ζεσταίνει την παγωμένη του ύπαρξη. Ήταν Χριστούγεννα. 

Ο Χριστός συνήθιζε να περπατάει πάνω στα δάκρυα μου. Και μου τα έκανε πιο πυκνά. Σαν να μου έλεγε ότι σ’ αυτά ήταν το νόημα της ζωής. Το μεγάλο μυστικό της  εξέλιξης του εαυτού μου. Γιατί τα δάκρυα σε φέρνουν στο ύψος όλων των ανθρώπων. Ούτε πιο πάνω ούτε πιο κάτω από κανένα. Εξάλλου όλοι έχουμε μια καρδιά. Δεν ήξερα πια αν είχα εχθρούς. Μια φορά είδα τον φίλο μου τον Μανόλη και του είπα ότι στο στέκι τον τελευταίο καιρό είχε πολύ φασαρία. Οι θαμώνες μιλούσαν δυνατά και οι εντάσεις ήταν ακόμη πιο δυνατές. Εγώ αποζητούσα την γαλήνη μακριά από οχλήσεις οποιουδήποτε τύπου. Ύστερα συνερχόμουν και καταλάβαινα ότι οι άνθρωποι ήταν άγριοι γιατί αισθάνονταν ανασφαλείς. Το καθεστώς τους έκανε σκληρούς. Κι από τότε μπορούσα να βρω ηρεμία και μέσα στην μανία τους και τον αγώνα τους να βροντοφωνάξουν την ύπαρξη τους. Ο Μανόλης βέβαια ήταν απ’ τις παρουσίες που μου είχαν λείψει στο στέκι. Ξεμάκραινα μόνος μου μέσα στο κόσμο  αυτού του καφέ που σύχναζα. Και πάλι ο Χριστός περπατούσε πάνω στις ανάσες μου ευλογώντας τες. Ήμουν χαριτωμένος –εκ της χάριτος- και ένιωθα τη θαλπωρή της περιδιάβασης του Σωτήρα μέσα μου και ήταν τόσο γλυκά που ο θάνατος αποκτούσε μια όψη δελεαστική. Με τον καιρό ο Μανόλης ξανάρχισε τις επισκέψεις του στο στέκι.

Ο Χριστός καθόταν δίπλα μου.  Έξω έβρεχε. Κι εκεί που ο λογοκράτης έβλεπε ένα απλό φυσικό φαινόμενο, ο Ιησούς έβλεπε την εικόνα του πατέρα του. Γιατί όσο και να ερμηνεύσεις τη βροχή πάντα θα φτάνεις σε περιοχές άρρητες που καλύπτονται απ’ το τραγούδι του ουρανόπεμπτου νερού καθώς πέφτει σε αλουμινένια μπαλκόνια. Εγώ το λέω μαγεία και ο Χριστός το έλεγε το ακατάληπτο του πατρός του και άρα και  του ίδιου. Δεν είχα το κουράγιο να βγω βόλτα έξω. Μόνο τη γνωστή σύντομη διαδρομή μέχρι το στέκι μου. Κουβαλούσα λοιπόν μέσα μου πολλούς ανθρώπους με τους οποίους συνδεόμουν με την αγάπη μου προς αυτούς. Ήταν όλοι πρόσωπα για τα οποία ο Χριστός μου θα επιδαψίλευε όλη τη συγχωρητικότητα του, την κατανόηση και αποδοχή του. Την αμέριστη αγάπη του.  Ήταν ο Σταύρος που είχε σχιζοφρένεια, η γιαγιά εκείνη απ’ την Λαμία που έκανε απόπειρα αυτοκτονίας γιατί έχασε τα δυο παιδιά και τον εγγονό της. Ο φοιτητής που πέθανε στην Κάλυμνο κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Ήταν η μητέρα μου που την αγαπούσα όπως την Παναγία. Όλους αυτούς τους ανθρώπους στους έφερα μέσα μου όπως θα έκανε κι ο Χριστός του οποίου το θέλημα ήταν εδώ και καιρό και δικό μου θέλημα.

Στον ύπνο μου έβλεπα ότι περπατούσα σε διάφορους δρόμους της Κω και είχα για σκέψη μου μόνη ότι επρόκειτο να πέθαινα. Πρέπει να παραμιλούσα κιόλας. Ξύπνησα απ’ την εκπνοή μιας φωνής μου. Όσο πλησίαζα τον Χριστό υπήρχαν στιγμές που ήθελα να πεθάνω για να ζήσω μαζί του. Ύστερα σκεφτόμουν πως βιαζόμουν και πως δεν ήμουν έτοιμος να αποχωριστώ τα υλικά και πνευματικά αγαθά της κοσμικής μου ζωής. Δεν ήμουν έτοιμός πάντα να συνυπάρξω με το Χριστό. Υπήρχαν στιγμές φθόνου, άλλες εκδικητικότητας, πολλές στιγμές έπαρσης. Συναισθήματα για των οποίων την εξάλειψη έπρεπε να παλέψω. Αγκυρωμένα στο βαθύτερο είναι μου  είχαν σχεδόν ριζώσει μέσα μου αν και ερχόμενα από τόπους εξωτερικούς. Από εκεί που συντελέστηκε η πτώση του γένους των ανθρώπων. Χιλιάδες χρόνια πέρασαν από εκείνη την αιωνιότητα και οι συνέπειες της απηχούσαν στις ψυχές των ανθρώπων το ίδιο δυνατά με την πρώτη κλαγγή της εκκοπής του ανθρώπινου θελήματος απ’ το θείο. Μέσα στην διάρκεια της ίδιας ημέρας ήρθα σε επαφή μέσω διαδικτύου με μια φίλη μου. Ήταν μια φοβερή επαφή. Η φίλη μου απρόσμενα μου ζήτησε το αγαπημένου μου τραγούδι. Της είπα πως ήταν το Πέτα με Ψηλά των Όναρ. Πίστεψα πως με ρώτησε γιατί  ήθελε να ξέρει ποιό τραγούδι θα έπαιζε το τρανζίστορ στην κηδεία μου. Την φανταζόμουν να το εναποθέτει πάνω στα μάρμαρα του οικογενειακού μου τάφου την ώρα που το φέρετρο μου έμπαινε στο εσωτερικό του. Μετά και τα όνειρα και τη μαθητεία στο Χριστό όλα αποκτούσαν ένα άλλο πιο βαθύ νόημα.  Πιο κοντά στο θάνατο. Για λίγο όμως. Ένα άλλο πλάνο ζωής επέμενε πεισματικά ως πιο ιερό να κερδίσει το τάξιμό μου.

Ο Χριστός είχε χαθεί για αλλού. Δεν ήταν πάντα δικός μου. Τον έχανα…όταν με συμπαρέσυρε η ζωή και ο τάραχος της ταλάνιζε την ψυχή μου. Η ελάττωση του Θεού μέσα μου συνέβαινε για να προσπαθήσω περισσότερο για την εξύψωση του. Η εγκατάλειψη μου απ’ τον Θεό ήταν μια δοκιμασία για την πίστη μου. Μόνο γράφοντας όλα αυτά τα λόγια, η επανεμφάνιση του και η ανακατάληψη του άπειρου χώρου μου ήταν ζήτημα χρόνου. Ο Χριστός μπορούσε να ήταν πανταχού παρών μέσα σε όλες τις ανθρώπινες καρδιές. Θυμάμαι πόσο πολύ αντιστέκονταν οι άνθρωποι των ημερών μου στα ενωτικά του λόγια. Και θλιβόμουν πιο πολύ όταν γέροντες και γερόντισσες απαρνιόταν την ύπαρξη του. Κάποιοι πατέρες έλεγαν ότι καθώς ένας άνθρωπος μεγάλωνε τόσο πιο έντονη γινόταν και η πίστη του. Εγώ δεν το γνώρισα αυτό. Ήταν μια κυρία παράξενη σαν ξωτικό που μιλούσε μια φορά στο καφέ με παράπονο για τις αρετές της. Έλεγε πως οι αρετές της έφταιγαν που τραβούσε κάποια δεινά. Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι μέσα απ’ αυτές μάθαινε να πεθαίνει και ωφελούνταν με ήρεμους βραδινούς ύπνους. Με τη συνείδηση της καθαρή. Οι άνθρωποι δεν εκτιμάνε αυτά τα πράγματα και δεν εννοούν να περάσουν στην στενή οδό του Θεού. Αυτή η κυρία δεν ήταν και τόσο αθώα. Θυμάμαι εκείνο το βράδυ που είχε κάτσει στο τραπέζι μας με πόσο οίστρο μιλούσε για τους άντρες και τις γυναίκες. Για τις σχέσεις τους, το σεξ, τα παιδιά και άλλα ηχηρά παρόμοια. Και παρότι δοσμένη στη ζωή μεμψιμοιρούσε σαν να της είχαν υφαρπάξει τα όνειρά της. Όταν έχεις τη ζωή δεν μπορείς να παραπονιέσαι κατ’ ουσία γιατί σου λείπει ο Θεός κι ας μην ξέρεις πως είναι αυτός που σου λείπει. Δεν είμαι πάντως δογματικός.  Οι δρόμοι για να ζήσεις είναι πάρα πολύ. Κι εκείνη η κυρία με έμαθε τι γίνεται μέσα στο κόσμο. Μου δίδαξε την παρουσία του φθόνου στις ανθρώπινες καρδιές. Οι άνθρωποι ζηλεύουν γιατί δεν ξέρουν τί πρέπει να έχουν για να είναι ήρεμοι. Έβαινα έξω πια με το θέλημα του Χριστού και προσπαθούσα να μιλήσω όπως κι αυτός. Οι άνθρωποι δεν ήταν έτοιμοι για την παγκόσμια ειρήνη γιατί οι ίδιοι ήταν ακόμη εγωιστές. Η υψηλοφροσύνη ήταν πιο αποδεκτή απ’ την ταπεινοφροσύνη. Η ταπεινοφροσύνη εξόργιζε τους  πολεμοχαρείς με την ειρηνοποιό της δυναμική. Υπάρχει πολύ εγωισμός ακόμη στους ανθρώπους. Προσέκρουα στις συζητήσεις μου με τους άλλους στους τοίχους της συνείδησης τους. Δεν οργιζόμουν ποτέ. Με την τακτική έβλεπα και τους άλλους να μαλακώνουν και να αμφιβάλλουν γι’ αυτά που πριν εκφράζονταν με απόλυτο τρόπο.

Στο δωμάτιο μου ο Χριστός καθόταν πάνω σε κάθε κενή θέση στα έπιπλα που υπήρχαν. Ήταν παντού έτσι που ό,τι σκεφτόμουν έφτανε σ’ αυτόν. Θα ήθελα να είμαι μέσα στα τάγματα των αγγέλων και να μέλπω μαζί τους τη δόξα του μεγάλου Δημιουργού. Νομίζω πως η ευτυχία έγκειται στην διαρκή επιθυμία των ίδιων πραγμάτων που επιθυμούσα και στο παρελθόν. Κι εγώ επιθυμούσα τον Θεό. Και τότε και τώρα. Στη γη είχα την θλίψη. Δεν είχα να περιμένω προκοπή μέσα στα σύγχρονα σχήματα επιτυχίας. Η επιχειρηματικότητα και ο καπιταλισμός δεν μου έλεγαν τίποτα. Έκανα τέτοιες σκέψεις κατά τέτοιο τρόπο που να γίνονταν αντιληπτές απ’ τον Χριστό. Ο Χριστός με έκανε δικό του αλλά δεν μ’ έπαιρνε μαζί του. Ο μεγάλος Χρονομέτρης  ήταν δίπλα μου και έβλεπε ότι ήμουν πολύ   ασταθής για να καταμετρηθώ με τους αδερφούς του και να αξιωθώ μερικά δώρα της χάριτός του. Ο Χριστός ήταν από πάνω μου γιατί ήμουν πολύ αδύναμο και φθαρμένο πλάσμα. Ήταν από πάνω μου για να με παρηγορεί.  Ξέρω πως φάσκω και αντιφάσκω. Αλλά κ’ η πίστη μου δεν ήταν ανέφελη. Μια πήγαινα έτσι μια αλλοιώς. Μια προσευχόμουν και την άλλη έπεφτα στην απόγνωση του τίποτα.

Δεν φανταζόμουν πια ούτε επιθυμούσα. Λαχταρούσα μόνο μια γαλήνια ζωή. Το φαντασιακό τοπίο της ζωής μας μπορεί να μας καταβαραθρώσει στη θλίψη και οι επιθυμίες των εξιδανικευμένων καταστάσεων να μας βγάλουν σε μεγάλους μπελάδες. Είχα τον χώρο του δωματίου μου , την πάνσεπτη μητέρα μου και τα ανίψια μου που ήταν όπως όλα τα παιδιά του κόσμου οι εικόνες των ουράνιων αγγέλων. Είχα και μερικούς φίλους που ήταν βαθιά μέσα σε άλλους δρόμους ζωής ξέχωρους απ’ την χριστιανική γραμμή. Είχαμε όλοι τις αλήθειες μας και πορευόμασταν. Και βέβαια η πιο σημαντική παρουσία στην ζωή μου δεν ήταν άλλη απ’ την αίσθηση πως ο άυλος Χριστός ήταν δίπλα μου. Και ήταν δίπλα και στον αδερφό μου και ας μην τον γνώριζε αυτός. Είχε γίνει τόσο καλός και προστατευτικός για τους άλλους, στιγμές νόμιζα ότι ήταν πιο κοντά στον Χριστό απ’ εμένα. Γιατί και ο αδερφός μου βύζαινε απ’ την χριστιανική παράδοση των λελογισμένων χριστιανών κι ας μην ήταν συνειδητά τοποθετημένος ανάμεσα στη στρατιά της αγάπης. Αν δεν ήθελα να πεθάνω για κάτι, αυτό ήταν τ’ ανίψια μου. Ήθελα πρώτα να ενηλικιωθούν, να μάθουν τα πρώτα βιωματικά μαθήματα στον πόνο και μετά να με χάσουν. Δεν ήθελα να τα πικράνω μέσα στο παιδικό τους χαμογέλιο. Απ’ την άλλη η καρδιά μου , δεν ξέρω, σαν να σκιρτούσε για το επέκεινα της ζωής. Για το πέρασμα του ακροτελεύτιο λίθου της. Του θανάτου. Διάβαζα πολλά βιβλία χριστιανών πατέρων που μίλησαν μόνο για την αγάπη. Και ηρεμούσα στα διάκενα των γραμμών τους. Αυτά τα βιβλία ήταν οι προσευχές μου. Η ζωή μου ήταν πολύ απλή. Κατά τις πέντε πήγαινα συντροφιά με τον Χριστό στο στέκι μου. Το καφέ Έντεχνο. Απ’ αυτά τα βιβλία μάθαινα τις αλήθειες μου μα μία κρατούσα στην καρδιά μου. Αυτήν την απροϋπόθετης αγάπης. Στο στέκι μου ο Χριστός αναμειγνυόταν με το πλήθος. Έβλεπε τους πιο κλυδωνιζόμενους και προσπαθούσε να τους μιλήσει νοερά. Εγώ μπορούσα και τον άκουγα. Έδινε θάρρος σ’ εκείνο το φτωχό ζευγάρι των παντρεμένων. Τους έλεγε πως ότι και να τους συνέβαινε στο διάβα της κοινής τους ζωής δεν έπρεπε να λύγιζαν. Αυτοί ένιωθαν περισσότερο το άκουσμα παρά αισθάνονταν τα νοήματα του. Πήγαινε και ζέσταινε μια παρέα ταπεινών Αλβανών που ο κόσμος τους λογάριαζε σαν έσχατους. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν μαζεμένοι στο πιο μακρυσμένο τραπέζι του μαγαζιού. Βλέποντας με τα μάτια του Χριστού έβλεπα μέσα τους αυτή την ανείπωτη χαρά που μοιράζονταν. Την χαρά της κοινής καταγωγής. Την ευλογημένη χαρά της συνάντησής τους.

Ο Χριστός ήθελε να είναι κοντά μου. Δεν τον έβλεπα όταν σκέψεις απ’ την συνάφεια μου με τον κόσμο κατέστρεφαν σαν οχλοβοή την μέχρι πρότινος κεκτημένη ηρεμία μου. Η ηρεμία μας χαλάει όταν ασχολούμαστε μανιωδώς με τα του κόσμου ετούτου. Από κάποια ηλικία και μετά καλό είναι να διαφυλάττουμε την έσω γαλήνη μας με εμπειρίες που ξέρουμε πως δεν θα μας βλάψουν. Η κακία είναι πιο ετοιμοπόλεμη απ’ το  καλό και με το πρώτο ράγισμα της καρδιάς μας εκπορθεί την φύλαξη της. Σκορπίζει τις σκέψεις μας και μας καταθλίβει. Τέτοιες στιγμές ταπεινά και πάντοτε φώναζα τον Χριστό και εκείνος επέστρεφε και μ’ έπαιρνε στα θαύματά του. Έβλεπα γύρω μου  πολλές σκορπισμένες ψυχές. Θυμάμαι την Νεκταρία που έψαχνε ξένη , χωρίς πολλά χρήματα για να ζήσει, να βρει δουλειά στην Αθήνα. Δεν θα είχα τίποτα να της πω. Ήξερα ήδη πως υπήρχε η ασκητική του πόνου. Ο πόνος, οι αποτυχίες και οι παρόμοιες ζυμώσεις, αυτές που μας έκαναν καλύτερους ανθρώπους. Έπρεπε να έχεις υποφέρει για να  οπλιστείς με την ενσυναίσθηση.  Εγώ την αγάπη για τον πλησίον δεν την έμαθα απ’ το Χριστό αλλά απ’ τις πτώσεις της ψυχής μου. Όποιος δεν έχει τον Χριστό , έχει άλλα πράγματα να τον στηρίξουν, να τον γκρεμίσουν , να τον πάνε πιο πέρα. Ζούσα μια ζωή πέρα απ’ το καλό και το κακό.

Ο Χριστός έφερε για λίγο στο σπίτι μου τον πατέρα μου. Από τον Παράδεισο. Ο πατέρας μου ήταν στην κουζίνα του σπιτιού μου. Προσπάθησα με τη δύναμη της σκέψης μου να τον κάνω ορατό. Για να του πω τα σ’ αγαπώ που χάθηκαν   μέσα στα μάταια συμφέροντά μας. Στα κιγκλιδώματα της αλαζονείας μας. Οι άνθρωποι μαζεύουνε πολλή σαβούρα γύρω τους. Ανύπαρκτα πράγματα. Σκιές για να φτιάχνουν με τους φόβους τους (των σκιών) οροθετήσεις , κανόνες για την περιχαράκωση της ατομικής τους ελευθερίας και άλλα τέτοια περιττά. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία απ’ την συμπόρευση με όσο περισσότερο κόσμο μας είναι κατορθωτό. Ο Χριστός είναι η οικουμενική διδαχή της αγάπης. Εκείνη τη μέρα έκλαψα πολύ για τον πατέρα μου. Ύστερα σκεφτόμουν τη μητέρα μου. Συνηθισμένη σκέψη και δίλημμα. Αν ήθελα να πεθάνω πριν ή μετά απ’ αυτή. Δίπλα μου είχα ένα βιβλίο του Αγίου Λουκά της Κριμαίας. Κάθε τέτοιο βιβλίο που διαβάζοντας το προσευχόμουν ήταν ένα κανάλι απ’ το οποίο ο Χριστός έμπαινε μέσα μου απ’ τους δακρυγόνους αδένες μου. Η άκρη του ματιού μου όταν η καρδιά μου ήταν σε κατάνυξη γινόταν το σημείο ενοφθαλμισμού του κυρίου εντός μου και έως τα κατάβαθα μου.  Το απόβραδο πήρα το δρόμο για το στέκι μου.  Ο Χριστός περπατούσε μπροστά μου. Είδα μια αδέσποτη γάτα με πολλά μαλλιά. Ήταν σαν φλοκάτη , σαν μια χνουδωτή ζωντανή μπάλα γεμάτη αγάπη. Την πρόσεξε και ο Κύριος και σταμάτησε μπροστά της. Έσκυψε, την χάιδεψε και κάτι της ψιθύρισε. Μου φάνηκε σαν να την ευλογούσε. Κι έμεινα να τον κοιτάζω προσπαθώντας να συνδεθώ με το μήνυμα της πράξης του. Εκείνη τη στιγμή ο Χριστός ευλόγησε το ανυπεράσπιστο.

Ο Χριστός ήταν μαζί μου γιατί τον αναζήτησα. Ήμουν τόσο μπερδεμένος και σκοτεινός που οπωσδήποτε χρειαζόμουν φως για να μπορέσω να αποκτήσω την δύναμη του ταπεινού. Δεν τον έβλεπα αλλά ένιωθα πως τον έβλεπα. Με την εσώτερη όρασή μου. Σαν να  σχηματιζόταν ένα ενεργειακό πλέγμα εκεί που τον εντόπιζα. Κι όλη αυτή η ζώσα ενέργεια, πάλλον μήνυμα, ενστάλαζε στο κέντρο σκέψης των ματιών μου την πεποίθηση πως εκεί στον παλμό ήταν και ο Θεάνθρωπος. Η παρουσία του και η διαρκής σκέψη του με έκαναν να κλαίω. Έλεγαν για τα δάκρυα της χαρμολύπης ότι ήταν ένα από τα δώρα του Θεού στους αγαπώντες αυτόν. Έρεαν για να αποκαθάρουν  το πνεύμα μου απ’ τις περιπέτειες μου μέσα στην τύρβη και τη φθορά με τα πάθη. Αυτά τα δάκρυα ήταν σαν το ύδωρ μιας ισόβιας αναβάπτισης. Έτσι κάπως ξεκίνησε η ιστορία της αλλαγής μου σ’ ένα νέο καλύτερο άνθρωπο για τους συνανθρώπους μου.

O Φώτης Θαλασσινός είναι συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο κυκλοφορεί από την Οδό Πανός. 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED