13.03.2018

Η Πέννυ Παναγιωτόπουλου κάνει ένα μικρό θαύμα με το «Μαγικό των Ανθρώπων»

Μια συζήτηση με την σπουδαία σκηνοθέτιδα με αφορμή την εκπομπή της που προβάλλεται στην ΕΡΤ2 και ασχολείται με την απώλεια ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής.

Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Βλέποντας τα δύο πρώτα επεισόδια -το τρίτο προβάλλεται απόψε,  Τρίτη 13 Μαρτίου- της νέας εκπομπής ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ2 «Το μαγικό των ανθρώπων» συνειδητοποιείς αυτό που ήδη γνωρίζεις: η απώλεια είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής. Σε σκηνοθεσία Πέννυς Παναγιωτοπούλου και σύλληψη Φωτεινής Τσαλίκογλου τα επεισόδια προσεγγίζουν ανθρώπους, διαφορετικών κοινωνικών τάξεων και επαγγελματικών προσανατολισμών, που έχουν βιώσει την απώλεια βαθιά στο πετσί τους. Απώλεια δε σημαίνει μόνο θάνατος, σημαίνει μια ανατροπή, μια αλλαγή από αυτές που καθορίζει τη ζωή σου. Κι αν αυτά σας ακούγονται πολύ θλιβερά το εντυπωσιακό είναι ότι παρακολουθώντας ανθρώπους να μιλούν εξομολογητικά αλλά και με αξιοπρέπεια για τις προσωπικές τους απώλειες -στο πρώτο επεισόδιο ήταν η κ. Λένα Παμπούκη ήταν εκείνη που μιλούσε για το πώς συνέχισε τη ζωή της χάνοντας την πρώτη της κόρη σε ηλικία έξι μηνών και κατόπιν τον πρώην σύζυγο της και τον μοναχογιό της Γιάννο και Νικόλα Κρανιδιώτη- νιώθεις ότι τελικά ό,τι και να γίνει η ζωή βρίσκει τον τρόπο και συνεχίζεται, και ίσως, ίσως λέω, αυτό είναι και το νόημα της.

Ποιος είναι ο στόχος του «Μαγικού των Ανθρώπων»; Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε μέσω της εκπομπής είναι να κάνουμε κάτι που δεν συνηθίζεται, δηλαδή να μιλήσουμε για θέματα ταμπού με όρους όχι ατομικούς. Να βγει κάποιος και να πει, όπως έγινε ήδη στο δεύτερο επεισόδιο, «Όταν ήμουν 20 χρονών αυτοκτόνησε η μητέρα μου» κι αυτό να είναι η αρχή της αφήγησης όχι το μυστικό που κρατιέται μέσα μας ή όταν αντιμετωπίζεται γίνεται με όρους χυδαίους, με όρους κλειδαρότρυπας.  Το προσωπικό είναι προσωπικό αλλά όταν το μοιράζεσαι πια δεν είναι, αποκτάει κάποια αξία και για άλλους ανθρώπους.

Αποκτάει έτσι και θεραπευτική αξία; Εκεί εμπλέκεται η κ. Τσαλίκογλου; Ναι, αποκτάει. Η Φωτεινή (Τσαλίκογλου) επιλέγει τα πρόσωπα, εκείνη άλλωστε είχε τη βασική ιδέα του κόνσεπτ δηλαδή ότι όλα αυτούς τους ανθρώπους τους ενώνει και τους χωρίζει μια απώλεια.

Η διαδικασία είναι θεραπευτική και γι’ αυτούς που μιλούν και για εμάς που τους ακούμε; Νομίζω πως ναι. Θαυμάζω τη γενναιότητα πριν απ’ όλα και οι γενναίοι άνθρωποι πάντα με καθοδηγούσαν στη ζωή μου. Μου αρέσει που βρίσκομαι σε θέση, από τη δουλειά που λατρεύω να κάνω, να μιλάω για ανθρώπους που μπορούν να προσφέρουν κάτι στους υπόλοιπους. 

Ποιοι είναι οι γενναίοι; Οι άνθρωποι που μοιράζονται αυτή την εμπειρία μαζί μας γιατί είναι δύσκολα πράγματα για να μιλήσεις αυτά, είναι δύσκολο πράγμα να μιλήσεις για τον θάνατο ενός γιου, μια προσωπική σου αναπηρία, την αυτοκτονία της μητέρας σου, την κατάθλιψη που έχεις περάσει ή τον αλκοολισμό που τόσο σε έχει βασανίσει, για να αναφέρω μόνο μερικά από τα θέματα.

Άρα η απώλεια παίρνει διαφορετικές μορφές. Ναι, βεβαίως. Για παράδειγμα με τον αλκοολισμό χάνεις ένα τμήμα του εαυτού σου ή στην κατάθλιψη ένα κομμάτι σου είναι βυθισμένο σε καταστολή.

«Τελικά μάλλον δεν κάνω ταινίες για την απώλεια, κάνω ταινίες για τις φοβίες μου».

Πώς σκηνοθετείς μια εκπομπή που βασίζεται κυρίως στον τόσο δυνατό και αυθεντικό -από τη στιγμή που δεν είναι σενάριο- λόγο των ανθρώπων; Πώς στέκεσαι απέναντι τους; Καταρχάς είναι πολύ δύσκολο κάνεις ένα ντοκιμαντέρ με ένα μόνο πρόσωπο και την αφήγησή του. Αναγκαστικά αυτή η αφήγηση πρέπει να αποτελέσει για σένα κάτι πέρα από μια αυθεντική, βιωματική, λαϊκή μη κατάθεση και να λειτουργήσει ως ο σεναριακός σου καμβάς. Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να ξαναδίνω δραματουργία σε αυτόν τον λόγο. Είναι χύμα, προσωπικός, βιωματικός  και τον εντάσσω σε ένα ωριαίο φιλμάκι που πια ξαναγίνεται δραματουργία δηλαδή αποκτά ξανά τους κανόνες που έχει ένας δραματουργικός λόγος, ούτως ώστε να μπορέσω να τον μοιραστώ με έναν τρόπο που δεν είναι χυδαίος, δεν είναι μόνο ακατέργαστος. Ο λόγος τους μου δημιουργεί μεταφορές, σιχαίνομαι την κινηματογράφηση.  Όπως το συνολικό κόνσεπτ της εκπομπής προσπαθεί να συμφιλιώσει τη ζωή με τον θάνατο έτσι και η δραματουργία προσπαθεί να συμφιλιώσει το ντοκουμέντο, το βίωμα με την μυθοπλασία.

Πώς αντιμετωπίζεις το τραύμα; Για μένα, δεν ξέρω αν θα συμφωνούσε η Φωτεινή σε αυτό, δεν υπάρχει αυτό που λέμε θεραπεία στο τραύμα γιατί το τραύμα δεν είναι αρρώστια.  Δεν είναι μια αρρώστια η θλίψη ή η απώλεια κάποιου. Δεν χρειάζεται να τις πολεμήσουμε, νομίζω και η Φωτεινή κάπου το λέει αυτό, είναι μέρος της ύπαρξης μας και πρέπει να τις αποδεχτούμε. Και στην εκπομπή έτσι τις αντιμετωπίζουμε, όχι σαν κάτι που πρέπει να εξοστρακιστεί και να βρεθεί αμέσως θεραπεία. Είμαστε όλοι πλασμένοι και από χαρά και από λύπη. Όλοι μας είμαστε πλασμένοι από ανθρώπους ή κομμάτια του εαυτού που είναι ζωντανά και από άλλα που έχουν πεθάνει ή έχουν μείνει στο παρελθόν. Όλο αυτό το πράγμα μαζί είναι η ζωή. Είναι το μόνο που έχουμε. Το ίδιο κάνει και η σκηνοθεσία.

Δηλαδή; Η σκηνοθεσία στην εκπομπή δεν βιάζεται να τη λήξει με κάτι χαρούμενο αλλά πηγαίνει μέχρι το κόκαλο. Πιστεύω και εύχομαι ότι δεν σε αφήνει βαρύ στο τέλος ακριβώς λόγω της δύναμης του συναισθήματος.  Από όσο πιο βαθιά πηγάζει τόσο πιο χαρά σου δίνει. Όταν είναι ρηχά τα πράγματα τότε δε σε αλλάζουν. Αυτό είναι που προσπαθούμε να κάνουμε με τις εκπομπές.

Γιατί έχεις επικεντρώσει το έργο σου στην απώλεια; Νομίζω ότι είναι το κέντρο της ύπαρξης. Τι είναι το να μεγαλώνεις τελικά, αν όχι ότι φεύγουν κομμάτια από πάνω σου αλλά να είσαι συγκροτημένος ώστε να τα κρατάς μέσα σου σε άυλη μορφή; Μεγαλώνεις και συνεχώς οδεύεις προς μια έλλειψη, την τελική.

Είναι ένα είδους προπόνηση οι απώλειες για τον δικό μας θάνατο; Μπα, δεν προπονούμαστε με τίποτα. Απλώς, η απώλεια μου κεντρίζει τον ψυχισμό από πολύ μικρό παιδί.  Θυμάμαι ότι όταν ήμουν μικρή, περίπου 13-14 ετών, είχα διαβάσει Σαρτρ και είχα στιγματιστεί πάρα πολύ από ένα διήγημά του «Τον Τοίχο», όπου διηγούταν μια εικονική εκτέλεση που πραγματοποιούσαν καθημερινά σε έναν από τους δύο κατάδικους και στο τέλος είχε ένα απόσπασμα που έλεγε «Τι κι αν περιμένεις δύο χρόνια, τρία ή δεκαπέντε, όλα είναι εντελώς ίδια όταν χάσεις αυτό το αίσθημα της αιωνιότητας».

« Όταν είναι ρηχά τα πράγματα τότε δε σε αλλάζουν».

Και πότε το χάνουμε; Δεν το χάνουμε γι’ αυτό ακριβώς και συνεχίζουμε. Είναι πάντως μέσα στα διαβάσματα μου και στις ανησυχίες μου το τέλος των πραγμάτων ή η αλλαγή, δεν είναι απαραίτητα ο θάνατος. Έχω κολλήσει με αυτό. Μου κεντρίζει την περιέργεια. Τώρα που το λέω και το σκέφτομαι ταυτοχρόνως, μπορεί αύριο να το μετανιώσει, ίσως να είμαι εγώ που προσπαθώ να αποδεχτώ την ιδέα, εγώ που δεν μπορώ να συμφιλιωθώ με αυτό. Τελικά μάλλον δεν κάνω ταινίες για την απώλεια, κάνω ταινίες για τις φοβίες μου.

Τις απώλειες σου πώς τις διαχειρίζεσαι; Πολύ χάλια νομίζω. Στέκομαι με απορία απέναντι σε όλο αυτό. Παλιά, νομίζω, τις μετέτρεπα σε σωματικό σύμπτωμα. Τώρα εύχομαι και ελπίζω ότι όλη αυτή η ιστορία έχει τελειώσει. Προσπαθώ πάντως σε κάθε μου δουλειά, είτε fiction είτε non fiction, να αποτυπώσω ένα κομμάτι που είναι βαθύ και ειλικρινές από μέσα μου κι αυτό νομίζω είναι καλό. Υπάρχω κι εγώ μέσα εκεί. Βάζουμε την κουτσουλιά μας.

Τι σκέφτεσαι γι’ αυτούς που λένε ότι δε δένονται με ανθρώπους ακριβώς για να αποφύγουν τον πόνο της απώλειας; Ρηχά πράγματα. Δεν το πιστεύω αυτό. Όλοι έχουμε βρεθεί σε δύσκολη θέση από απώλειες. Το να πεις ότι δε θα συσχετιστείς ξανά είναι σα να παραδέχεσαι ότι η ζωή έχει σταματήσει για σένα.

Κινηματογραφικά τι ετοιμάζεις; Καινούρια ταινία σε σενάριο της Κάλλιας Παπαδάκη με τον τίτλο «40 ημέρες». Η βάση του είναι το πέμπτο διήγημα από την συλλογή της «Ο ήχος του ακάλυπτου».

Πώς είσαι όταν βρίσκεσαι σε διαδικασία ταινίας; Σε έξαψη. Ασχολούμαι μόνο με αυτό, αφοσιώνομαι όπως σε κάθε δουλειά μου.

Και όταν ολοκληρώνεται; Ε, έρχεται μια μικρή κατάθλιψη. Περνάει όμως. Επιστρέφω στη φύση, στα Κύθηρα.

Η εκπομπή «Το μαγικό των ανθρώπων» προβάλλεται κάθε Τρίτη στις 21:30 από την ΕΡΤ2, ενώ τα επεισόδια ανεβαίνουν και στη webtv της ΕΡΤ.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ TV SHOWS
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED