Ο Γιάννος Περλέγκας ποντάρει κάτι παραπάνω από τη ζωή του κάθε βράδυ στη σκηνή

Μια συνέντευξη-ποταμός με τον σπουδαίο ηθοποιό και σκηνοθέτη με αφορμή το έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ «Ο Αδαής και ο Παράφρων» του οποίου είναι σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής.

07.02.2018
Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος / FOSPHOTOS

Ως παιδί είχα την τύχη να δω στο θέατρο, αλλά και να γνωρίζω προσωπικά, έναν λαμπρό άνθρωπο ξεχωριστού ήθους: τον Τίμο Περλέγκα. Πριν περάσει πολύς καιρός δυστυχώς χάθηκε, ξαφνικά και αδόκητα. Χρόνια αργότερα, βλέποντας το Καθαροί Πια της Σάρα Κέιν στην ιστορική παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή, ξεχώρισα στη σκηνή ένα νεότατο παιδί - είχε παρατήσει τη σχολή για τις πρόβες! - με όνομα που δεν άφηνε αμφιβολίες: ήταν ο γιος του, Γιάννος Περλέγκας. Η πορεία του προς την ωριμότητα πέρασε από ενδιαφέροντα και ουσιαστικά βήματα, και τον οδήγησε στη σκηνοθεσία.

Αυτές τις μέρες έχει κανείς την ευκαιρία να παρακολουθήσει το Ο Αδαής και ο Παράφρων του Τόμας Μπέρνχαρντ, σε μια παράσταση που ωρίμασε και δρέπει τώρα καρπούς: το απήλαυσα για δεύτερη φορά και δεν το χόρτασα. Με αυτή την αφορμή, και με φόντο την κοινή μας εμμονή με τον Μπέρνχαρντ, προέκυψε η συζήτηση που θα χαρείτε εδώ, και που αποκαλύπτει, εκτός του ξεχωριστού καλλιτέχνη, κάτι που διακρίνει κανείς σε όλη του τη δουλειά: έναν άνθρωπο με αδαμάντινο χαρακτήρα. Όπως άλλωστε ήταν κι ο πατέρας του.

«Ανυπομονούσα να ξαναπώ αυτά τα λόγια μετά την εμπειρία του θανάτου της μητέρας μου που συνέβη το καλοκαίρι: ήθελα να έλθει το βίωμα – γιατί δεν γίνεται αλλιώς – για να μπορέσω να αναμετρηθώ αλλιώς μαζί τους.»

Όπως φαίνεται αυτή η παράσταση εδικαιούτο μια ζωή μεγαλύτερης διάρκειας από την αρχικά προβλεπόμενη. Τρίτη φορά ανεβαίνει. Υπάρχει πολύ παρελθόν πίσω της και δική μου ενασχόληση πολλών χρόνων. Προηγήθηκε η ενασχόλησή μου με τον Αδαή και τη μετάφρασή του από την πρώτη παράσταση που σκηνοθέτησα, τον Ιμμάνουελ Καντ στο Θέατρο Τέχνης. Αυτό ήθελα αρχικά να κάνω αλλά δεν τολμούσα, γιατί δεν τολμούσα να φανταστώ ότι θα μπορούσα να παίξω το ρόλο και να σκηνοθετήσω ταυτοχρόνως. Έπεσε τόση δουλειά στις πρόβες όταν ανέβηκε πρώτη φορά στην Πειραματική, που μου προκαλούσε το αίσθημα πως είναι αναντίστοιχο αυτό το πράγμα, ότι δεν προλαβαίνει κάτω από αυτή τη συνθήκη να δικαιωθεί και να αναπτυχθεί – δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο μέσα σε δώδεκα παραστάσεις επειδή έτσι έχει γίνει η αγορά κι ο τρόπος που γίνονται τα πράγματα. Πέρυσι πήραμε το ρίσκο να αναλάβουμε την παραγωγή.

Γιατί ρίσκο; Είναι μια πάρα πολύ ακριβή παράσταση για ένα θίασο, μια ομάδα, που επί της ουσίας δεν υπάρχει, που δεν έχει λεφτά. Γιατί υπάρχει και το θέμα της επιβίωσής μας, και το αίτημά μας να ζούμε από τη δουλειά μας. Όμως παρέμενε ένα πράγμα μη εκπληρωμένο. Εγώ δεν είχα καταφέρει με το ρόλο αυτά που έπρεπε τις δύο προηγούμενες φορές. Έπαιζε κι ένα τέτοιο στοίχημα: να μπορέσω να λειτουργήσω πέραν του άγχους που είχα σαν σκηνοθέτης και να αρχίσω να μη δηλώνω τα πράγματα, αλλά να τα εκπέμπω. Κι αυτό δεν είχε συμβεί ούτε στις 12 παραστάσεις της Πειραματικής, ούτε στις 17 πέρυσι στο Ίδρυμα Κακογιάννη.

Και τι συνέπεια είχε αυτό; Ήταν ένα πράγμα που μ’ έτρωγε, ότι δεν γίνεται να μη συμβεί εμπράκτως με αυτό το κείμενο που τόσα του έχω δώσει. Περισσεύουν πια οι δηλώσεις στο θέατρο και δεν υπάρχει εκπομπή. Επίσης ανυπομονούσα να ξαναπώ αυτά τα λόγια μετά την εμπειρία του θανάτου της μητέρας μου που συνέβη το καλοκαίρι: ήθελα να έλθει το βίωμα – γιατί δεν γίνεται αλλιώς – για να μπορέσω να αναμετρηθώ αλλιώς μαζί τους. Αν δεν είναι προσωπικοί οι λόγοι, δεν έχει νόημα. Όλη αυτή η εμπειρία θανάτου βοήθησε να επικοινωνήσει η παράσταση με όρους προσωπικούς, που είναι μάλλον προς όφελός της. Και γιατί δεν αντέχω τα πράγματα να τελειώνουν έτσι όπως τελειώνουν.

«Δέκα χρονών είδα το "Ρίτερ, Ντένε, Φος", με πήγαν ο πατέρας κι η μητέρα μου. Σαγηνεύτηκα. Δεν μπορούσα να εξηγήσω τίποτα, δεν μπορούσα φυσικά να καταλάβω σε ηλικία δέκα χρονών τι μου έκανε αυτός ο συγγραφέας, αλλά το όνομά του σε συνδυασμό με το Λευτέρη και με την ανομολόγητη τότε επιθυμία και γνώση μου ότι εγώ για το θέατρο πάω.»

Είναι τέτοια η φύση αυτού του συγγραφέα, που προϋποθέτει και απαιτεί μια σχεδόν εμμονική προσήλωση. Εσένα πώς σου συνέβη να εμπλακείς; Είναι ένας πολλαπλός συνδυασμός. Η συνάντησή μου μαζί του συμπίπτει με αυτή με τη δουλειά του Λευτέρη Βογιατζή.

Όπου; Όπου, δέκα χρονών είδα το Ρίτερ, Ντένε, Φος, με πήγαν ο πατέρας κι η μητέρα μου. Σαγηνεύτηκα. Δεν μπορούσα να εξηγήσω τίποτα, δεν μπορούσα φυσικά να καταλάβω σε ηλικία δέκα χρονών τι μου έκανε αυτός ο συγγραφέας, αλλά το όνομά του σε συνδυασμό με το Λευτέρη και με την ανομολόγητη τότε επιθυμία και γνώση μου ότι εγώ για το θέατρο πάω, παρόλο που δεν το έλεγα ούτε καν στον εαυτό μου. Μου καρφώθηκε στο μυαλό. Χάνω τον πατέρα μου στα δώδεκα και αρχίζω γύρω στα δεκατέσσερα-δεκαπέντε να διαβάζω τα μυθιστορήματα του Μπέρνχαρντ που κυκλοφορούσαν από τον Εξάντα, αυτές οι αδιανόητες μεταφράσεις του Βασίλη Τομανά.

Ποια δηλαδή; Την Αυτοβιογραφία, τους Παλιούς Δασκάλους, την Ξύλευση, τη Διόρθωση… Μπαίνω σε αυτό το συγγραφέα και δεν μπορώ να βγω. Συμπίπτει με την πολύ δύσκολη εφηβεία που πέρασα, την τόσο συνδεδεμένη με το θάνατο, αλλά ταυτοχρόνως, όπως μπορώ να εξηγήσω εκ των υστέρων, είναι σαν να βλέπω μπροστά μου όλη την περιδίνηση των προβλημάτων μου, αλλά και του ναρκισσισμού μου. Και δεν μπορώ να τον αποχωριστώ, δεν σταματάω να τον διαβάζω μέχρι τα 18-20. Αλλά τα θεατρικά του δεν τα ήξερα. Είχα δει μόνο ό,τι είχε ανέβει: το Πριν από την Αποχώρηση, το Μινέττι… Μέχρι που κάποια στιγμή σταματάω να τον διαβάζω γιατί αρχίζει να μου κάνει κακό.

Ποιο πράγμα; Αυτή η εμμονή με τη γκρίνια και με το κακό, καταλαβαίνω ότι μου υπογραμμίζει τόσο πολύ ένα εγγενές δικό μου στοιχείο, της ανακύκλωσης των προβλημάτων μου, που μου κάνει κακό. Και πριν από τεσσεράμισι χρόνια που ολοκληρώνω μια πορεία στο θέατρο η οποία κατά τη γνώμη μου δεν με πήγαινε πουθενά, πέφτω πάνω στα θεατρικά του κι αρχίζω να τα διαβάζω από τα γαλλικά – γιατί γαλλικά ξέρω καλά, δεν ήξερα γερμανικά τότε. Και λέω πως σε σχέση με την κρίση την οποία περνάω, αυτό είναι ένα οικείο έδαφος όπου μπορώ να μιλήσω για κάτι και να συμπίπτει με αυτά που με απασχολούν. Κατάλαβα ότι κάπως αλλιώς πρέπει να υπάρχω πάνω στη σκηνή αν θέλω να συνεχίσω να κάνω αυτή τη δουλειά, αν υπάρχει πραγματικά λόγος. Κι υπήρξε ο Τόμας Μπέρνχαρντ αυτό το όχημα.

«Μακάρι να μπορούσα να κάνω ξανά την ίδια και την ίδια παράσταση. »

Θα συνεχίσεις την ενασχόλησή σου μαζί του; Μακάρι να μπορέσω να τη συνεχίσω αυτή τη δουλειά, παρότι δεν το βλέπω. Πολλοί μου λένε: Τι θα γίνει, εκεί θα μείνεις; Μακάρι να μπορέσω να μείνω μόνο εκεί! Θα ήθελα κάποια στιγμή να ξανακάνω και τον Καντ, γιατί ξέρω πια τους λόγους που δεν μου πέτυχε τότε. Μακάρι να μπορούσα να κάνω ξανά την ίδια και την ίδια παράσταση. Είναι τόσο οριακές οι συναντήσεις μου, τόσο ταυτισμένες με το τι νιώθω να μου συμβαίνει, αλλά και το τι νιώθω να συμβαίνει γύρω μου. Ο Μπέρνχαρντ περιγράφει αυτό που συμβαίνει στην εποχή μας με ένα τρόπο που δεν εξαντλείται. Γιατί πρέπει να παράγουμε διαφορετικά έργα συνεχώς; Δεν μπορώ και δεν θέλω να του ξεφύγω.

Η πρώτη φορά που σε θυμάμαι στη σκηνή ήταν στο Καθαροί πια της Σάρα Κέιν. Πόσο ήσουν; Δεκαεννιά μισό! Τόσο ξεκίνησα πρόβες. Είκοσι και κάτι – γιατί κάναμε οκτώ μήνες πρόβες! Οκτώ μήνες! και μετά άλλους έξι για το Σε Σας Που Με Ακούτε, της Αναγνωστάκη – ανέβηκα στη σκηνή!

Πώς έγινε αυτό; Εγώ έλεγα – κι έχω να το υπερηφανεύομαι αυτό – ότι ήθελα να πάω στο θέατρο για να συναντήσω πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους. Θαύμαζα κάτι ως ανώτερο από μένα. Και μπορώ να πω ότι είμαι τυχερός, γιατί με τους δύο βασικούς ανθρώπους που ευχήθηκα να συναντηθώ, τους συνάντησα και τους δύο: τον Λευτέρη (Βογιατζή) και το Βασίλη (Παπαβασιλείου).  Ό,τι έχω καταφέρει σε πιο βαθύ επίπεδο, είναι επειδή θαυμάζω κάτι, και νιώθω ότι πρέπει να αναμετρηθώ με κάτι ανώτερό μου. Είδα λοιπόν δέκα χρονών το Βογιατζή και δεκάξι-δεκαεπτά τον Παπαβασιλείου, τότε που διάβαζε την Ελένη στην Πνύκα: δεν φαινόταν το πρόσωπό του, και διάβαζε το κείμενο από μέσα, δεν το ήξερε ακόμα. Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα στη ζωή μου.

Το περιγράφεις λίγο; Έκανε μια κίνηση κι έβαλε το κραγιόν που βάζει στην αρχή για να γίνει η Ελένη, και μετά δεν ξαναείδαμε το πρόσωπό του. Αυτά τα πράγματα δεν τα ξεπέρασα ποτέ. Κι ευτυχώς μπόρεσα και τους συνάντησα, το Λευτέρη μόλις πρωτοβγήκα στο θέατρο και το Βασίλη τώρα. Και θεωρώ πολύ τυχερό τον εαυτό μου που τον συνάντησα τώρα, μετά από την καμπή που πέρασε η πορεία μου κι ένιωσα ότι κάτι πρέπει να αλλάξει, γιατί μπόρεσα να τον συναντήσω χωρίς να παραλύω μπροστά του από θαυμασμό.

«Όταν ήμουν μικρός ο Λευτέρης με τσάκισε! Δικαίως – και καλά μου έκανε! Και μου έλεγε: «Αυτά που σου λέω δεν μπορείς να τα κάνεις»

Αν και ώριμος πια, μαθήτευσες δίπλα του με έναν τρόπο. Είναι πολύ περίπλοκο πράγμα η μαθητεία, και πολύ περίπλοκη η σχέση μαθητή και δάσκαλου. Το αν αντιμετωπίζεις το δάσκαλο με ένα δημιουργικό «θράσος», ή αν τον αντιμετωπίζεις παραλυμένος με τη γλώσσα έξω. Όταν ήμουν μικρός ο Λευτέρης με τσάκισε! Δικαίως – και καλά μου έκανε! Και μου έλεγε: «Αυτά που σου λέω δεν μπορείς να τα κάνεις». Μπορεί να καταλάβεις την ανάγκη αυτών που σου λέω να κάνεις μετά από δεκαπέντε χρόνια. Αν είσαι τυχερός, κι αν δουλέψεις, κι αν καταλάβεις γιατί. Το κρίμα με το Λευτέρη ήταν ότι δεν παραχωρούσε χώρο στο λάθος εύκολα, και δεν είχε και την υπομονή να είναι δάσκαλος – και καλά έκανε από μια άποψη, τις παραστάσεις του έπρεπε να κάνει. Αλλά ήταν κρίμα που δημιουργούνταν αυτή η ένταση, και που αυτό που έλεγε ότι έπρεπε να γίνεις υπεύθυνος για τον εαυτό σου – «Γιατί είσαι εδώ πάνω; Γιατί είσαι πάνω στη σκηνή;» - αυτό ίσως θα μπορούσε να γίνει με πιο μαλακό τρόπο. Κι αφού έδινε όλο αυτό το χρόνο και στις παραστάσεις του να αναπτυχθούν και να ζυμωθούν, θα μπορούσε ίσως να γίνεται λίγο πιο μαλακά. Δεν μπορούσε όμως ο άνθρωπος. Δεν έχει σημασία.

Αλλά τι έχει σημασία; Σημασία έχει ότι εγώ σε όλες τις παραστάσεις που έπαιξα μετά το Λευτέρη, είχα ένα τεράστιο κάδρο του Λευτέρη από πάνω μου που με παρακολουθούσε και με έκρινε, το οποίο από τη μια μεριά ήταν ένα μεγάλο εμπόδιο για πάρα πολλά χρόνια, αλλά από την άλλη μου έστηνε μπροστά μου ένα καθήκον, το οποίο με τα χρόνια ήρθα να το συναντήσω όντας πιο ώριμος και πιο ελεύθερος με την αφορμή του Μπέρνχαρντ και της συνάντησης με το Βασίλη – η οποία ωφέλησε και τη συνάντηση με τον Μπέρνχαρντ. 

Με συγκινεί αυτό που λες περί δασκάλων και μαθητείας. Γιατί ζούμε σε μια εποχή όπου μοιάζει να μην αναγνωρίζει κανείς δασκάλους. Όλοι θεωρούν εαυτόν περίπου αυτοφυή. Ακριβώς. Όλα επιτρέπονται. Όλα λέγονται, κι όλοι μπορούν να υπάρξουν.

«Σε αυτή την εποχή της παντοκρατορίας του σκηνοθέτη, αυτός ο μέγας σκηνοθέτης (ο Παπαβασιλείου) και ηθοποιός είπε: Δεν υπάρχει σκηνοθέτης!»

Όταν σε είδα με τον Παπαβασιλείου στο Relax Mynotis, ήταν το πρώτο πράγμα που με χτύπησε: το σκηνικό ήθος με το οποίο στάθηκες δίπλα στο δάσκαλο. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Κατ’ αρχάς, μου έκανε ένα τερατώδες δώρο ο Παπαβασιλείου σε αυτή τη στιγμή της πορείας του, η οποία είναι άλλη μια επανεφεύρεση του εαυτού του. Δεν έχω πρόβλημα να το πω: ο Παπαβασιλείου αυτή τη στιγμή έρχεται με τις σακούλες με τα τιμολόγια για να πληρωθεί. Στα εβδομήντα του. Κυνηγάει τα τιμολόγια για να πάρει τα χρήματά του, γιατί έτσι πια πληρωνόμαστε, με ποσοστά. Και του λέω: «Ρε Βασίλη, πώς το κάνεις…» Και μου λέει: «Μα είναι ο τρόπος μου να είμαι ελεύθερος! Γιατί αλλιώς όλα αυτά που λέω, αν φρόντιζα να έχω σχέσεις με τους θεσμούς και τα ιδρύματα, ενδεχομένως να μην μπορούσα να τα πω. Κι εγώ θέλω να μπορώ να πω όλα όσα σκέφτομαι». Όταν λοιπόν ο Παπαβασιλείου με καλεί – επειδή είδε τον Αδαή, κι επειδή όταν εγώ τον είδα στο Σιχτίρ Ευρώ κατάλαβα τι έπρεπε να κάνω με τον Μπέρνχαρντ, ότι κάπως αλλιώς πρέπει να λειτουργήσω πια – και μου λέει: «Εγώ είχα αποφασίσει πια να είμαι μόνος μου. Θέλεις να κάνουμε κάτι να είμαστε οι δυο μας;», αυτό είναι πια ένα προσωπικό δώρο.

Εσύ, τι σκέφτηκες τότε; Δεν μπορούσα να μην πάω, και δεν μπορούσα να μη βγάλω το σκασμό και να κάτσω να ακούσω, και να ξαναθυμηθώ ότι η βασική λειτουργία του θεάτρου, είτε είσαι πάνω στη σκηνή του είτε είσαι κάτω, είναι να ακούς, και μετά να μιλήσεις – αν είναι να μιλήσεις. Κατάλαβα δηλαδή ξανά την αξία του ακούειν, έκατσα, τον άκουσα… Και τρεις μέρες πριν την πρεμιέρα μου εμφάνισε τον τελευταίο μονόλογο που έχω στην παράσταση (από τα πιο συγκλονιστικά λόγια που έχω πει στο θέατρο), και μου λέει μια-δυο παρατηρήσεις, να βάλω κάτι άνω τελείες, δεν μου λέει τίποτε άλλο γιατί δεν θέλει να το παίζει και δάσκαλος.

Παρόλο που αναμφισβήτητα είναι! Αυτό είναι το ιδιαίτερο με το Βασίλη: όταν νιώσει ότι τον ονομάζεις δάσκαλο, σου λέει «Βγες από την απολογία, από τη λογοδοσία. Δεν σου κάνει καλό». Έχω λοιπόν τρεις μέρες για να μάθω τα λόγια και να κάνουμε πρεμιέρα. Και μου λέει: «Γιάννο, πρέπει να με διώξεις από τη σκηνή» – γιατί κανονικά ήταν να είναι επί σκηνής και να με ακούει. «Πρέπει να με διώξεις. Δεν πρέπει να λογοδοτεί ούτε μια σκέψη σου απέναντί μου. Θα διώξει ο Γιάννος το Βασίλη από τη σκηνή». Το διανοείσαι; Μια τέτοια κίνηση εμπιστοσύνης απέναντι στον ηθοποιό – κι από ένα τέτοιο ηθοποιό, που είναι πανευρωπαϊκό φαινόμενο! Σε αυτή την εποχή της παντοκρατορίας του σκηνοθέτη, αυτός ο μέγας σκηνοθέτης και ηθοποιός είπε: Δεν υπάρχει σκηνοθέτης!

Και τι υπάρχει; Υπάρχει η εμψύχωση του ηθοποιού πάνω στη σκηνή. Η σκηνοθεσία είναι ένα δευτερεύον ζήτημα. Το ζήτημα είναι η συνάντηση του ηθοποιού με το κείμενο και με το κοινό. άρα δεν μπορούμε να απολογούμαστε στη φόρμα του σκηνοθέτη ή στην ονοματάρα του. Αυτό το δώρο μου έκανε. Πώς μπορούσα λοιπόν να μη μηδενίσω ό,τι ξέρω – που σιγά, τι ξέρω; - και να μην κάτσω να ακούσω, να ρουφήξω αυτό που μου είπε: «Έλα να συναντηθούμε, κι αν μπορέσουμε να συναντηθούμε και με τους άλλους»; Άρα έχεις να αφουγκραστείς, εκτός από ένα τέτοιο συμπαίκτη, και μια πλατεία. Αυτό άρχισα να καταλαβαίνω ξανά. Ακούω και τη σιωπή των άλλων από κάτω, οι οποίοι περιμένουν η σιωπή τους να μετασχηματιστεί σε κάτι. Κι αυτά τα λόγια τα δίνεις εσύ. Αυτό είναι πολύ μεγάλη ευθύνη. Κι αυτό το πήρα κι όσο μπορούσα το έβαλα και στον Μπέρνχαρντ – γιατί αυτό είναι ο Μπέρνχαρντ. Αφουγκράζεσαι ένα εσωτερικό τοπίο. Δεν είναι μονόλογοι – εγώ αυτό το λάθος έκανα όταν πρωτοέπαιξα το ρόλο. Δήλωνα και μονολογούσα κάποια πράγματα που ναι, ήταν σωστά, τα είχα καταλάβει, αλλά δεν σκεφτόμουν αλήθεια πάνω στη σκηνή. Δεν απευθυνόμουν και δεν αφουγκραζόμουν αλήθεια κι αυτό που ο συγγραφέας θέλει να κάνει με τη συνάντηση αυτού του έργου με το κοινό. Έχει πολύ να κάνει με τη σχέση κοινού –καλλιτέχνη ο Αδαής. Τα έκανα όλα χωρίς να αναπνέει η στιγμή της συνάντησής μας με το κοινό. Σιγά-σιγά έχει αρχίσει και γίνεται.

Αυτό το πέτυχε η παράσταση, και δεν είναι αυτονόητο. Μακάρι. Και χαίρομαι που το λες. Γιατί λένε ότι είναι ένας φορμαλιστής, εγκεφαλικός συγγραφέας. Έτσι και ζήσεις στ’ αλήθεια αυτό που σε καλεί ο Μπέρνχαρντ να ζήσεις και να πάθεις, είναι κάτι από το οποίο δεν μπορείς να ξεφύγεις, ούτε να το αντιμετωπίσεις εύκολα. Ο αγαπημένος του ηθοποιός, ο Μινέττι, έλεγε: Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω αυτό το θέατρο εγκεφαλικά. Όταν πάω να κάνω οικονομία δυνάμεων μαζί του με προδίδει. Αποκαλύπτει όλη την επαμφοτερίζουσα συμπεριφορά μας. Όλο μας το μετεωρισμό ανάμεσα στο ότι είμαστε σκουλήκια, θνητοί, φθαρτοί, και στο ότι είμαστε υπεράνθρωποι. Πρέπει να παραμονεύεις τις επαναλήψεις του: αν πας να τις κάνεις φορμαλιστικά θα σε προδώσουν. Αλλιώς θα σε πετάξει έξω. Είναι μια απίστευτη σωματική εμπειρία. Πρέπει να ποντάρεις κάτι παραπάνω από τη ζωή σου εκείνη τη στιγμή: την αληθινή αποτυχία του εαυτού σου. Των βεβαιοτήτων σου. Γιατί στη ζωή δεν υπάρχουν βεβαιότητες.


Ο Αδαής και ο ΠαράφρωνΘέατρο Πορεία, Δευτέρα και Τρίτη στις 20:30 (Εκτός από τις 19 και 20 Φεβρουαρίου), μέχρι τις 3 Απριλίου 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΘΕΑΤΡΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED