Καραντίνα σε 57 τετραγωνικά. Με τους γονείς και την αδερφή μου.

Μια μοντέρνα (μα αληθινή) αθηναϊκή ιστορία στον καιρό της πανδημίας. Της Ντενίσα Μπαϊρακτάρι.

08.04.2020
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή

«Ευτυχώς που έχουμε κι αυτήν την καραντίνα, να μπορέσω να καθαρίσω με την ησυχία μου», είπε μεγαλόφωνα στις 15 Μαρτίου η μάνα μου κι από τότε στο σπίτι ξεκίνησε ένα μαραθώνιος γενικής καθαριότητας. Γιατί όταν η μαμά μου λέει «θα καθαρίσω», εννοεί πάντα ότι θα κάνει γενική, δεν υπάρχουν μέσες λύσεις. Το πρώτο Σαββατοκύριακο μόνο, μπήκαν 7 πλυντήρια. Ή μέχρι εκεί σταμάτησα να μετράω. Υποπτεύομαι ότι έπλυνε και τα ρούχα των γειτόνων, αλλά δεν το έχω διελευκάνει ακόμα. 

Και, ναι, εμείς (δεν ξέρω για σας) θα βγούμε από την καραντίνα πιο καθαροί από ένα σπίτι που ήταν ήδη πολύ-πολύ καθαρό, θα βγούμε όμως και μονιασμένοι; Γιατί, όπως θα καταλάβατε κι από τον τίτλο, μιλάμε για ένα μικρό σπίτι στο οποίο έχουμε βρεθεί να περνάμε όλη μας την ημέρα τέσσερις άνθρωποι με καθόλου διακριτικές προσωπικότητες. Υπό φυσιολογικές συνθήκες αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα, πολύ λίγες ώρες της ημέρας βρισκόμαστε όλοι μαζί στο σπίτι. Τώρα όμως οι συνθήκες δεν είναι πια φυσιολογικές κι αναγκαστικά πέφτουμε συνεχώς ο ένας πάνω στον άλλο. Πάντα κάποιος θα είναι στο μπάνιο την ώρα που το χρειάζεσαι και πάντα κάποιος θα είναι στην κουζίνα, όταν θες να ανοίξεις κρυφά το ψυγείο. Όσο first world problem κι αν ακούγεται (και είναι, αν το συγκρίνεις με τα πραγματικά προβλήματα), το να μην μπορείς να έχεις λίγο προσωπικό χώρο και χρόνο, δεν είναι κάτι καλό για την ασταθή ψυχολογία αυτών των ημερών.

Είναι γεγονός. Στην Ελλάδα εγκαταλείπουμε μεγάλοι τα πατρικά μας σπίτια. Μέχρι πριν έναν μήνα όμως, είχαμε τα μπαρ και τις καφετέριες να μας φιλοξενούν στα τραπέζια και τις μπάρες τους. Το εφηβικό δωμάτιο, στο οποίο πολλοί κοιμόμαστε ακόμα κι ας πλησιάζουμε τα τριάντα ήταν, μέχρι πρότινος, μόνο για έναν ύπνο και κάπως έτσι δικαιολογούσαμε όλοι στο μυαλό μας το γεγονός πως δεν έχουμε ακόμα ανεξαρτητοποιηθεί. «Ξενοδοχείο το χεις κάνει το σπίτι», όποιος πει ότι δεν έχει ακούσει αυτήν την ατάκα, λέει ψέματα, έρχεται μαζί με τις οδηγίες χρήσης σε κάθε Βαλκάνιο γονέα. 

Έλα όμως που τα πράγματα περιπλέκονται λίγο, όταν ένας από τους τέσσερις ένοικους του σπιτιού, πρέπει και να δουλεύει. «Από το σπίτι», "remote", «τηλεεργασία» - είναι οι λέξεις άλλωστε των ημερών. Θα έχετε καταλάβει, πιστεύω, πως αυτή η μία ένοικος είμαι εγώ. 

- «Μαμά, μην μπεις στο σαλόνι γιατί θα κάνω βιντεοκλήση με την δουλειά»

- «Εγώ απλά μια σκούπα θα βάλω, δεν θα ενοχλήσω καθόλου».

Αν αγαπάς, ξέρεις (ή πονάς).  Αυτή η σουρεάλ στιχομυθία επαναλαμβάνεται σχεδόν καθημερινά με τη μανούλα μου, η οποία έχει τόσο συνηθίσει τον ήχο της ηλεκτρικής σκούπας, που πια θεωρεί ότι είναι αθόρυβη (spoiler alert: δεν είναι). Αθόρυβο επίσης δεν είναι και το πλυντήριο, αλλά ούτε και η τηλεόραση που βλέπει ο πατέρας μου, την ίδια ώρα που ταυτόχρονα παρακολουθεί καθόλου αθόρυβα βιντεάκια στο YouTube. 

Μιας και μοιράζομαι την κουκέτα στο δωμάτιό μου με την αδερφή μου, συνηθίζω να δουλεύω στην κουζίνα. Για να μην είμαι άδικη, τις περισσότερες φορές οι «συγκάτοικοι» μου το σέβονται. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει πως δεν κάνουν videobombing, κάθε φορά που έχω βιντεοκλήση με την ομάδα της Popaganda, αφού όλο και κάποιο πιάτο πρέπει να πλυθεί επειγόντως. Τα videobombing αυτά όμως, μπορεί και να είναι εκπαιδευτικά. Την προηγούμενη εβδομάδα, ας πούμε, έδειξα στους συναδέλφους μου πως η μαμά φτιάχνει σπιτικό γιαούρτι. Νομίζω, εκτιμήθηκε δεόντως.

Σήμερα που τελικά αποφάσισα να ξεσπαθώσω γραπτά, διανύουμε την 24η μέρα καραντίνας. Αισθάνομαι ότι έχω δουλέψει πιο πολύ από ποτέ άλλοτε, κι ας έχει χρειαστεί να παίρνω το λαπτοπάκι μου από δωμάτιο σε δωμάτιο. Έχω δει το σπίτι μου να καθαρίζεται 78 φορές, έχω αρχίσει να θεωρώ κι εγώ τα πλυντήρια και τις ηλεκτρικές σκούπες αθόρυβα, έχω τσακωθεί 43 φορές με την αδερφή, έχω μαλώσει με τον πατέρα μου για το ρούτερ του ίντερνετ και έχω αντιληφθεί πόσο σημαντικό είναι, από μια ηλικία και μετά να κάνεις το μεγάλο βήμα και να απογαλακτίζεσαι. Τα σπίτια των γονιών μας, από κάποια στιγμή κι έπειτα, πρέπει να είναι για κυριακάτικα γεύματα, που και σε εκείνα μπορεί να καταλήξεις να τσακώνεσαι, αλλά μετά θα πηγαίνεις να χαλαρώσεις σπίτι σου και όχι στην κουκέτα στην οποία κοιμάσαι από τότε που ήσουν 15 ετών. 

Η καραντίνα είναι μια κατάσταση που μας βρήκε απροετοίμαστους και έχει φέρει τα άνω-κάτω στη ζωή μας. Γεγονός κι αυτό. Αν τελικά έμενα μόνη μου, μπορεί τώρα να έγραφα πόσο δεν αντέχεται αυτή η μοναξιά και πόσο θα ήθελα να είμαι στο σπίτι με τους γονείς μου, να λέμε αστεία και να γελάμε δυνατά, χωρίς να μας νοιάζει που η πολυκατοικία μας έχει κάκιστη ηχομόνωση. Δεν παιρνω πίσω τίποτα από τα παραπάνω όμως. Είναι όντως πολύ δύσκολο να μοιράζεσαι 57 τετραγωνικά μέτρα με άλλους τρεις ανθρώπους, γιατί πολλές φορές και η αγάπη μπορεί να σε κατακλύζει τόσο που να μην μπορείς να την διαχειριστείς. Οι γονείς μου όμως, είναι κουλ. Πραγματικά κουλ, έτσι κι εγώ αφήνω την αχαριστία μου για λίγο στην άκρη, μέχρι τουλάχιστον να βγούμε από την καραντίνα και να μπορέσω να κάνω και πάλι το σπίτι μου ξενοδοχείο. 

Είναι όντως πολύ δύσκολο να μοιράζεσαι 57 τετραγωνικά μέτρα με άλλους τρεις ανθρώπους, γιατί πολλές φορές και η αγάπη μπορεί να σε κατακλύζει τόσο που να μην μπορείς να την διαχειριστείς.

Αν με ρωτήσουν σε 30 χρόνια από τώρα, ας πούμε τα παιδιά μου, πως βίωσα αυτήν την κατάσταση θα τους πω πως η καραντίνα μου μύριζε χλωρίνη με λεμόνι, είχε γεύση από φρεσκοστυμένο χυμό πορτοκάλι και για μουσικό χαλί ακουγόταν πάντα ο ήχος του πλυντηρίου. Θα τους πως ότι η θεατρίνα αδερφή μου με έμαθε πως να ρίχνω αληθοφανείς μπουνιές και γελάσαμε τόσο πολύ που πόνεσαν οι κοιλιές μας. Θα τους πω, πως «ο παππούς και η γιαγιά» αν και δυσκολεύονταν να κοιμηθούν τα βράδια, δεν έχασαν ποτέ το χιούμορ τους. Θα τους πως ότι είχα πάντα φρεσκοπλυμένα, μοσχομυριστά σεντόνια, γιατί η μαμά μου ξέρει πόσο ευτυχισμένη με κάνουν να νιώθω. Θα τους πως ότι ο μπαμπάς μου αρνιόταν να αρρωστήσει γιατί έχει δυο «κορίτσια» να μεγαλώσει (τα «κορίτσια» είναι 24 και 29). Σας είπα οι γονείς μου είναι πολύ κουλ...

Κι αν απορείτε, όση ώρα γράφω αυτές τις παραγράφους, πόσες φορές έχει μπει ο πατέρας στο δωμάτιο, η απάντηση είναι τρεις «για να δει αν χρειάζομαι κάτι». Κι αν απορείτε που είναι η  μαμά μου, (ξανά)καθαρίζει το μπαλκόνι του δωματίου μου. Μάλλον θα μεταφερθώ στην κουζίνα...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED