Έρως, θέρος, τέλος

Τρεις φίλοι της Popaganda εξομολογούνται στη Λίνα Ρόκου μια ιστορία καλοκαιρινού έρωτα που θα μείνει για πάντα χαραγμένος στη μνήμη τους.

Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή

Σημασία δεν έχει ούτε ο προορισμός, ούτε το ταξίδι. Αλλά Εκείνη.  

Για την Ελένη

Το «The Trip» των Still Corners ακούγεται από τα ηχεία του αυτοκινήτου την ώρα που διασχίζω την παραλιακή. Το τραγούδι των αναμνήσεων, το soundtrack της ζωής μου, που δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό από το αγαπημένο της κομμάτι.

Παραλία, άμμος, σούρουπο. Εγώ, Εκείνη και δύο παγωτά στο χέρι. Χαμόγελα και πεπεισμένοι πως μαζί θα αλλάξουμε τον κόσμο. Για πάντα. Εξάλλου έτσι δεν υπόσχεται η παιδική «αφέλεια» και εκείνο το πλατωνικό συναίσθημα που αποτελεί τον πρόδρομο για τα μετέπειτα σκιρτήματα;

Το σκηνικό, ίδιο. Αλλά αυτή τη φορά είναι το πρώτο μας καλοκαίρι μακριά από όλους. Οι πρώτες μας διακοπές, στις οποίες πήραμε το πρώτο πλοίο και φύγαμε για άγνωστο προορισμό. Τόσο άγνωστο που δεν έχει σημασία να τον θυμάσαι, γιατί στην τελική σημασία δεν έχει ούτε ο προορισμός, ούτε το ταξίδι. Αλλά Εκείνη. Εντάξει και οι μπύρες που μοιραστήκαμε αγκαλιά.

Και έπειτα, η ωριμότητα. Καθισμένοι στην παραλία, να κοιτάζουμε αριστερά τον παιδικό μας εαυτό και δεξιά τον εφηβικό μας. Πήραμε παγωτό, ήπιαμε τις μπύρες αγκαλιά αλλά τίποτα δεν μπορεί να σβήσει την δίψα της νοσταλγίας και να φέρει την γεύση της γλύκας του νεανικού έρωτα. Και νιώθω πως αυτή τη στιγμή είμαι απόλυτα έτοιμος για να στο πω αλλά…

…«So many miles, so many miles, so many miles away». Ένα ταξίδι 6 λεπτών και 14 δευτερολέπτων τελειώνει και η ανάμνηση (;) ξεθωριάζει μαζί με το τραγούδι . Που με βρίσκει στο τιμόνι, με τον ήλιο να δύει και ένα χαμόγελο στα χείλη σκεπτόμενος Εκείνη. Ανάμνηση, φαντασία ή παράνοια;

Ενδεχομένως όλα μαζί. Εξάλλου τι άλλο μπορεί να είναι ο έρωτας εκτός από μία παράνοια,τουλάχιστον αποδεκτή από την κοινωνία; Σίγουρα τίποτα που να αξίζει τον κόπο να ξοδέψουμε τα καλοκαίρια του για εκείνον.

Ο Άγγελος Κωνσταντούλιας είναι δημοσιογράφος  και αρθρογραφεί στο Playboy.

Η νύχτα των πυροτεχνημάτων

Αμάξι ανοιχτό, φαληρική Καλιφόρνια, το μπλε βάφεται πορτοκαλί. Σκανάρισμα οθόνης κινητού. Κόσμος, νερό, μουσική. Καβαλώ το κύμα. Φίλες, φίλοι, πρώην κι επόμενοι. Κάποιους θα τους δω, κάποιους όχι. Κάποιους θέλω να τους δω, κάποιους όχι. Και μετά εσύ. Αναγνωριστικές λέξεις μεταξύ αγνώστων, μέχρι να φανερώσεις πόσο καλά με γνωρίζεις. Οι λέξεις πλάταιναν, τα χαμόγελα πλάταιναν, τα βλέμματα άνοιγαν. Και μετά το τραγούδι για τα αγόρια που δεν κλαίνε – εσύ όμως δεν ανήκεις σε αυτά. Φεύγοντας πήραμε βρώμικο από την πολύχρωμη πολύβουη καντίνα, το αποτελειώσαμε έξω από το αμάξι. Και μετά καληνύχτα και δρόμο – κάτι περισσότερο θα ήταν βρώμικο. Οδηγώ μόνη· ανοιχτή οροφή, μαύρος ανοιχτός ουρανός.

Βρεθήκαμε ξανά κάτω από τα αστέρια, αυτή τη φορά ένα τσακ πιο κοντά σε αυτά. Και μουσική, αυτή τη φορά ένα τσακ πιο κοντά σε αυτή. Και μετά ένα Virgin Mary για το κλείσιμο – η βραδιά έπρεπε να κρατηθεί αναίμακτη. Στο δρόμο για το αμάξι δυο γάτες μάλωναν ποια θα πρωτοαρπάξει μια κατσαρίδα, που έτρεχε να τους ξεφύγει σαν τρελή. Στάση στην πόρτα του οδηγού, τα σκουπίδια βρωμούσαν από τον κάδο παραδίπλα. Πρώτα κόλλησαν τα στόματα και μετά τα σώματα. Το φιλί όμως δεν ήταν βρώμικο. Το κρατήσαμε καθαρό, μείναμε καθαροί. Οδηγώ μόνη· ανοιχτή οροφή, στον μαύρο ανοιχτό ουρανό τα αστέρια λάμπουν ένα τσακ περισσότερο.

Το βιβλίο της Ροζίτα Σπινάσα «Στόμαστομαστό» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

Τελειώσαμε και με φίλησε

Όσο ξεμάκραινα από το λιμάνι, έβλεπα τις φιγούρες των φίλων μου να θολώνουν. Ήταν η απόσταση που ξάπλωνε μπροστά μου και τα δάκρυα που γέμιζαν τα μάτια  μου. Δεν ήθελα να πάω. Ήταν το πρώτο καλοκαίρι που είχα φίλους, και έπρεπε να τους αφήσω για να πάω να δουλέψω σε κάποιο μακρινό νησί.

Εκεί οι μέρες και κυρίως οι νύχτες περνούσαν δύσκολα.. .μέχρι που γνώρισα τον πειρατή. Αν και ήταν χορευτής, εγώ τον έλεγα πειρατή. Γιατί ήταν.

Τη μέρα εκείνη, μου έδειξε την πόλη. Και όταν με φίλησε μου καύλωσε το μυαλό και το κορμί.  Ήξερε πού να με πάει. Εκεί, πίσω από τους θάμνους, έβγαλε τα ρούχα του. Με την άκρη των δαχτύλων του ακούμπησε το κορμί μου. Είχα ιδρώσει από τον καυτό ήλιο και το περπάτημα. Ή μήπως από λαχτάρα για αυτόν;  Όπως έσερνε τα δάχτυλα του πάνω μου, ένιωσα τις τρίχες πίσω από το λαιμό μου να σηκώνονται, μαζί και το πουλί μου.

Σύντομα ο ένας ήταν μέσα στον άλλο. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Και τώρα που τα γράφω, δυνατά χτυπάει. Τελειώσαμε και με φίλησε.

Έπειτα πήγαμε να δούμε τους φίλους του. Ο πειρατής μου, ήταν ο πιο ωραίος. Είχε κάτι που γέμιζε το χώρο. Το μαγαζί λεγόταν μέθεξη, «Τι ταιριαστό», σκέφτηκα. Η νύχτα έφτασε γρήγορα. Σα να βιαζόταν πολύ.

Εγώ δεν μπορούσα να πάω στο χωριό που έμενα. Έτσι έκατσα στο κέντρο. Με πήρε ο ύπνος σε μια ταράτσα, κάτω από ένα μαγκάλι. Κοιτούσα τα άστρα και ακουμπούσα το κορμί μου. Εκεί που πριν μερικές ώρες είχε τα δάχτυλα του ο πειρατής μου.

Οι μέρες πέρασαν και εγώ έφυγα από το νησί. Το καλοκαίρι μου είχε τελειώσει.

O John Celestus είναι boylesque και drag καλλιτέχνης.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΓΚΟΜΕΝΙΚΑ
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED