10.02.2018

Τα «Λόγια της Τρέλας» μεγάλων λογοτεχνών μέσα από 12 φωτογραφίες

Έντεκα σπουδαίοι πεζογράφοι και ποιητές -Holderlin, Nietzsche, Buchner,Celan, Walser, Kafka, Rilke, Benn, Herbeck, Κελεσίδης, Σολωμός- συναντούν τους φωτογράφους της FOSPHOTOS.

(φωτ. Γεράσιμος Δομένικος)

Ο καθηγητής ψυχιατρικής και ψυχαναλυτής Νίκος Τζαβάρας προσεγγίζει με ευστοχία και ευαισθησία έργα μεγάλων λογοτεχνών που διερευνούν τα όρια ακραίων καταστάσεις της ανθρώπινης συνείδησης και της ψυχικής αντοχής.

Διαλέγοντας με προσοχή τα αποσπάσματα και ενσωματώνοντας διακριτικά παρατηρήσεις και υποσημειώσεις χτίζει με προσοχή το οικοδόμημα της τρέλας όπως αυτό αποτυπώνεται στις λέξεις των Fridrich Holderlin, Fridrich Nietzsche, Georg Buchner, Paul Celan, Robert Walser, Franz Kafka, Rainer Maria Rilke, Gottfried Benn, Ernst Herbeck, Απόστολου Κελεσίδη και Διονυσίου Σολωμού.

Fridrich Holderlin

(φωτ. Γιάννης Δρακουλίδης)

Αλί μου, από πού θα παίρνω,
Σαν έρθει ο χειμώνας, τα λουλούδια
Και από πού τη λάμψη του ήλιου,
Και τη σκιά της γης;
Οι μάντρες στέκονται
Άφωνες και ψυχρές, στον άνεμο
Τρίζουν οι σημαίες.

Fridrich Nietzsche

(φωτ. Ανδρέας Σιμόπουλος)

Ο φωτισμός και τα χρώματα όλων των πραγμάτων είναι αλλαγμένα. Δεν καταλαβαίνουμε πια εντελώς πως οι παλαιότεροι προσλάμβαναν το επόμενο και το συχνότερο –παράδειγμα την ημέρα και το  ξύπνημα: με το που πίστευαν οι παλιοί στα όνειρα η πραγματική ζωή είχε άλλα φώτα. Και το ίδιο όλη η ζωή με το να επιστρέφει την ακτινοβολία του θανάτου και τη σημασία του: ο «θάνατός» μας είναι άλλος ένας θάνατος.

Georg Buchner

(φωτ. Γεράσιμος Δομένικος)

Πάνω από το φεγγάρι περνούσαν γρήγορα σύννεφα∙ σε λίγο τα πάντα στο σκοτάδι, λίγο μετά έδειχναν στο σεληνόφως το τοπίο που έσβηνε με την ομίχλη. Ο ίδιος έτρεχε μπροστά και πίσω. Στο στήθος του ανέβαινε η θριαμβική ωδή της κόλασης. Ο άνεμος ηχούσε όπως ένα τραγούδι τιτάνων. Του ερχόταν ωσάν να μπορούσε να υψώσει μια τρομερή γροθιά προς τον ουρανό και γραπώνοντας τον Θεό να τον κατακρήμνιζε και να τον άλεθε ανάμεσα στα σύννεφα του∙ ωσάν να μπορούσε να έλιωνε με τα δόντια του τον κόσμο και να τον έφτυνε στο πρόσωπό του δημιουργού.

Paul Celan

(φωτ. Άγγελος Χριστοφιλόπουλος)

-Βρισκόμουν ξαπλωμένος πάνω στην πέτρα, τότε, το ξέρεις, πάνω στα πλακάκια της πέτρας∙ και δίπλα μου, εκεί ξαπλωμένοι οι άλλοι, που ήταν όπως εγώ, οι άλλοι που ήταν αλλιώτικοι από μένα και πανομοιότυποι, τα παιδιά των αδερφών∙ και ήταν εκεί ξαπλωμένοι και κοιμόντουσαν, κοιμόντουσαν και δεν κοιμόντουσαν, και ονειρεύονταν και δεν ονειρεύονταν, και δεν μ’ αγαπούσαν και εγώ δεν τους αγαπούσα, γιατί ήμουνα ένας, και ποιος επιθυμεί ν’ αγαπάει τον Έναν, και αυτοί και ήσαν πολλοί, πολύ περισσότεροι απ’ εκείνους τους ξαπλωμένους δίπλα μου, και ποιος θα ‘θελε να μπορεί να αγαπήσει τους πάντες, και, δεν σου το αποσιωπώ, δεν τους αγάπησα, αυτούς, που δεν μπορούσαν, να με αγαπήσουν…

Robert Walser

(φωτ. Ανδρέας Σιμόπουλος)

Από τα μεγάλα του μάτια έφευγε η λάμψη της πίκρας από τους πάνω ή τους κάτω κόσμους. Ένας απέραντος πόνος μιλούσε μέσα από τις κουρασμένες, άτονες κινήσεις του. Δεν ήταν ούτε νεκρός ούτε ζωντανός, ούτε γερασμένος και ούτε νέος. Μου φαινόταν να είναι εκατό χιλιάδων χρόνων, και μου φαινόταν ωσάν να όφειλε να ζει αιώνια, για να μην είναι αιώνια ζωντανός. Πέθαινε κάθε στιγμή και εντούτοις κατόρθωνε να μην πεθαίνει. Δεν υπήρχε γι’ αυτόν τάφος με λουλούδια.

Franz Kafka

(φωτ. Πηνελόπη Γερασίμου)

Σήμερα –κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει- δεν υπάρχει ουδείς Μέγας Αλέξανδρος. Και όμως ορισμένοι γνωρίζουν να δολοφονούν∙ και ακόμη δεν τους λείπει η ευελιξία να στοχεύουν με το δόρυ τους και να βρίσκουν, στέλνοντας το πάνω από το εορταστικό τραπέζι, τον φίλο∙ και για πολλούς είναι η Μακεδονία υπερβολικά στενή, ώστε να βλαστημούν τον Φίλιππο, τον πατέρα – αλλά κανένας, μα κανένας δεν οδηγεί στην Ινδία. Από τότε άλλωστε ήταν ανέφικτη η προσέγγιση των πυλών της Ινδίας, αλλά την κατεύθυνσή τους την όριζε το βασιλικό σπαθί. Σήμερα οι πύλες έχουν μεταφερθεί κάπου ολότελα αλλού, μακρύτερα και ψηλότερα∙ κανένας δεν δείχνει την κατεύθυνση∙ πολλοί κρατούν σπαθιά, αλλά μόνον για να τα στριφογυρίζουν σπασμωδικά, και το βλέμμα που θα ‘θελε να τα ακολουθήσει συγχέεται.

Rainer Maria Rilke

(φωτ. Νατάσα Πανταζοπούλου)

Και θα μπορούσες ακόμη να μας πεις
πότε τα πράγματα σε κάνανε μεγάλη;
Ήταν μέσ’ στη νύχτα, μία νύχτα, μέσα σε μια νύχτα, -
όταν μου μίλησαν αλλιώς.
Πήρα τον δρόμο προς τα πάνω, και δες:
ήταν γεμάτος με χορδές∙
και μελωδία, μελωδία έγινε η Marie
χορεύοντας δωθ’ εκεί.
Οι άνθρωποι γλιστρούσαν φοβισμένοι,
δίπλα στους δρόμους ριζωμένοι, -
γιατί μόνον μια βασίλισσα μπορεί
μέσα στους δρόμους να χορεύει και να ζει!

Gottfried Benn

(φωτ. Ανδρέας Σιμόπουλος)

Επίσης, στον χρόνο που ακολούθησε ασχολούνταν πολύ με τα χέρια του. Η νοσοκόμος που τον υπηρετούσε τον αγαπούσε πολύ∙ μιλούσε πάντα παρακλητικά μαζί της αν και δεν γνώριζε με βεβαιότητα τι γινόταν. Συχνά άρχιζε σκωπτικά: γνωρίζει αυτά τα ξένα μορφώματα, τα χέρια του τα είχα κρατήσει. Αλλά αμέσως μεταβαλλόταν πάλι: αυτά θα ζούσαν πια με τους νόμους οι οποίοι δεν προέρχονταν από εμάς, και το πεπρωμένο τους θα μας είναι τόσο ξένο όσο και το πεπρωμένο ενός ποταμού που πάνω του γλιστρούμε.

Ernst Herbeck

Απρόσμενη φωταψία στο κεφάλι μου. Τα όργανα ωσάν σε φωτιά. Έπρεπε να πίνω διαρκώς, να ξεπλένω τα όργανα. Ο εγκέφαλος πυρακτωμένος. Είχα κλέψει τη φωτιά όπως ο Προμηθέας. Διάπυρο κεφάλι, διάπυρη αναπνοή, διάπυρος οίστρος. Πυρακτωμένος στη φλόγα των μεταμορφώσεών μου – δίχως να καίγομαι. Η ζωή μου είναι ένα ανελέητο μαστίγωμα. Και επειδή εγώ δεν μπορούσα να χτυπήσω, έτρεχα. Μετά από λίγο συνηθίζει κανείς. Το κεφάλι πρήζεται, τα χέρια μου κομμένα, στην καρδιά δύο μυλόπετρες.

Απόστολος Κελεσίδης

(φωτ. Άγγελος Χριστοφιλόπουλος)

Είσαι στους ουρανούς, σε τέτοιους τόπους που μόνο στα όνειρά σου τους βλέπεις και παλεύεις σαν άγγελος για να νικήσεις το κακό που περιζώνει τους ανθρώπους και προσπαθείς να νικήσεις όλες τις μεγάλες αρρώστιες, που έχουν οι άνθρωποι και πονάς και πονάς. Εκείνη την ώρα, μια τέτοια ώρα, έρχεται η αδερφή νοσοκόμα και σου λέει: δωσ’ μου το τσιγάρο, γιατί καπνίζεις;

Διονύσιος Σολωμός

(φωτ. Πηνελόπη Γερασίμου)

Και μέσα στα μάτια της άστραφτε ένα κάποιον τι πού σ’ έκανε να στοχασθείς, ότι, η τρελάδα ή είναι λίγο που την άφησε ή κοντεύει να την κυτριμίσει.

Η ανθολογία πεζών και ποιημάτων «Λόγια της Τρέλας» -εισαγωγή, μετάφραση-σχόλια Νίκου Τζαβάρα- κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED