«Τα Μυστήρια της Σικελίας»: Πόσο μπανάλ είναι τελικά η ιταλική Μαφία;

Οι δύο Ιταλοί σκηνοθέτες της ταινίας που κέρδισε το βραβείο Καλύτερου Σεναρίου στις Νύχτες Πρεμιέρας του 2017 πιστεύουν ότι οι ταινίες και οι σειρές με θέμα την Μαφία αποτελούν μια παρασιτική μορφή ψυχαγωγίας. Μίλησαν στη Μάρα Θεοδωροπούλου...

Το 1993, ο 13χρονος Τζουζέπε Ντι Ματέο, γιος ενός μαφιόζου, απήχθη από τη σικελική Μαφία σε μια κίνηση εκφοβισμού του πληροφοριοδότη πατέρα του, που αποκάλυπτε λεπτομέρειες για τη δράση της στην αστυνομία. Η ομηρία του μικρού διήρκεσε 779 μέρες. Με αφορμή το τραγικό αυτό γεγονός, οι σκηνοθέτες Φάμπιο Γκρασαντόνια και Αντόνιο Πιάτσα υφαίνουν ένα αλλόκοτο σκοτεινό παραμύθι με τίτλο Τα Μυστήρια της Σικελίας και πρωταγωνίστρια μια συμμαθήτρια του αγοριού, που αντιτίθεται στην αδράνεια της τοπικής κοινωνίας κι ορκίζεται να βρει και να σώσει τον αγαπημένο της.

Δανειζόμενοι στοιχεία από το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, αλλά και το Λαβύρινθο του Πάνα, οι δύο σκηνοθέτες επιχειρούν να επουλώσουν τις πληγές ενός ολόκληρου τόπου που υποφέρει και σαπίζει από την εφιαλτική παρουσία του εγκλήματος και της διαφθοράς. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις τελευταίες Νύχτες Πρεμιέρας, απ’ όπου έφυγε με το βραβείο Καλύτερου Σεναρίου. Οι Γκρασαντόνια και Πιάτσα μιλούν στην Popaganda για το τι σημαίνει να σκηνοθετείς μια ταινία εξ’ ημισείας, τη μίξη διαφορετικών ειδών για την αφήγηση μια τραγωδίας και το πόσο μπανάλ είναι τελικά η ιταλική Μαφία...


Πώς αρχίσατε να συνεργάζεστε; 
Είμαστε και οι δύο Σικελοί κι αρχίσαμε να δουλεύουμε μαζί ως σεναριογράφοι το 1998, μετά τη γνωριμία μας στη σχολή κινηματογράφου στην Βόρεια Ιταλία. Για πολλά χρόνια γράφαμε μόνο τηλεοπτικά σενάρια και το 2008 αρχίσαμε να ετοιμάζουε την πρώτη μας κινηματογραφική δουλειά ως σκηνοθέτες, το Salvo, που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Καννών το 2013. Επιτέλους είχαμε μια δική μας ιστορία, με θεματολογία προσφιλή στις σκέψεις και την οπτική μας γωνία. Το να σκηνοθετούμε μαζί ήταν μια φυσική επιλογή, μετά από τόσα χρόνια συνεργασίας, που διευκολύνθηκε και από το γεγονός ότι είμαστε και οι δύο από το Παλέρμο, συνομήλικοι, και μοιραζόμαστε την ίδια κριτική στάση απέναντι στον κόσμο από τον οποίο προερχόμαστε. Χρησιμοποιήσαμε τα δικά μας βιώματα από την Σικελία και την περίοδο που μεγαλώσαμε, τα 80s και τα 90s, που ήταν η χειρότερη στην πρόσφατη ιστορία του νησιού. Κυριαρχούσε η βία από την Μαφία, μια όχι και τόσο κρυφή μορφή απολυταρχισμού. Μέσα από αυτή την τραυματική ηθική και ψυχική εμπειρία, έχουμε στηρίξει ο ένας τον άλλον και ήταν ευκολότερο να το κάνουμε μαζί.

Πώς μοιράζεστε τα σκηνοθετικά καθήκοντα στο πλατό; Δεν υπάρχει ακριβής διαχωρισμός ρόλων. Ο Αντόνιο, πιο ήπιος, προτιμά να είναι μπροστά από το μόνιτορ/ ο Φάμπιο, πιο πυρετώδης, προτιμά να είναι στη μέση της δράσης. Ο διάλογός μας με τον διευθυντή φωτογραφίας και τους άλλους συνεργάτες είναι συνεχής. Συνήθως έχουμε ετοιμάσει τα πάντα από πριν, έχουμε ξεκάθαρες ιδέες των πλάνων στην αρχή κάθε ημέρας γυρίσματος. Για τα Μυστήρια της Σικελίας προηγήθηκε μια μακρά περίοδος προβών με τους μικρούς πρωταγωνιστές, ένα workshop, για να γνωριστούμε καλύτερα και να εξερευνήσουμε το σύμπαν της ιστορίας.  Εκεί μάθαμε όλοι μαζί καλύτερα τους χαρακτήρες και τους προσαρμόσαμε στις προσωπικότητες των παιδιών, επαναλαμβάνοντας κάθε ατάκα του σεναρίου. Ήταν μια ατελείωτη διαδικασία γραψίματος. Όταν άρχισαν τα γυρίσματα, μείναμε πιστοί στο σενάριο, αλλά κι ανοιχτοί σε κάθε νέα ιδέα των ηθοποιών ή των συνεργατών μας.

Στις ταινίες μας αποφεύγουμε να δείχνουμε τους κακούς μαφιόζους ως επικούς ήρωες και ρομαντικές φιγούρες. Λέμε ότι είναι τρομακτικοί αλλά ηλίθιοι εκτελεστές, μέτριοι μη ρομαντικοί άνθρωποι στους οποίους συναντά κανείς έναν ατσάλινο συνδυασμό ανηθικότητας και ηλιθιότητας. 

Πώς αποφασίσατε να εισάγετε στοιχεία του φανταστικού σε μια ιστορία που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα; Η απόφαση να αφηγηθούμε την ιστορία του Τζουζέπε σαν ιστορία φαντασμάτων και σκοτεινό μύθο αγάπης, και να αναζητήσουμε κάθαρση σε μια ιστορία που δεν την προσέφερε, ήταν ο μόνος τρόπος να κάνουμε μια ταινία εμπνευσμένη από όλα αυτά τα τραγικά και ανησυχητικά αληθινά γεγονότα, κατά τη γνώμη μας. Τα διαφορετικά είδη και η αφήγηση ενός ψεύτικου χαρακτήρα, της Λούνα, είναι εμπνευσμένη από ένα διήγημα του Μάρκο Μανκασόλα που είναι επίσης εμπνευσμένο από τα ίδια αληθινά γεγονότα. Η Λούνα είναι συμμαθήτρια του Τζουζέπε και κρυφά ερωτευμένη μαζί του για αρκετό καιρό. Η ιστορία αρχίζει τη μέρα που η Λούνα βρίσκει το θάρρος να εξομολογηθεί τον έρωτά της στον Τζουζέπε με μια ερωτική επιστολή. Λίγες ώρες μετά, ο Τζουζέπε εξαφανίζεται. Η σιωπή της οικογένειάς του και η αδιαφορία του κόσμου γύρω τους συμβάλλουν στην απόκρυψη του λόγου για τη μυστηριώδη εξαφάνισή του και μόνο η Λούνα αρνείται να τη δεχτεί αμαχητί. Για εμάς, ήταν μια πολύ δυνατή ιδέα το να έχουν τους κεντρικούς ρόλους δύο έφηβοι και ο μόνος τρόπος να μπούμε στο σύμπαν μια τόσο επώδυνης ιστορίας.


Πώς διαχειριστήκατε την πρόκληση της διατήρησης του σοβαρού τόνου της ταινίας δοκιμάζοντας διαφορετικά αφηγηματικά στυλ όπως το γοτθικό παραμύθι, το εφηβικό ρομάντζο και το αστυνομικό θρίλερ; Στον πυρήνα της ταινίας υπάρχει το love story δύο παιδιών που ονειρεύονται να σώσουν το ένα το άλλο. Κάθε δραματική ανατροπή στην ταινία εξυπηρετεί την εσωτερική ανάγκη της Λούνα να βρει και να σώσει τον Τζουζέπε. Aυτή η ιστορία είναι το «όνειρό» της. Αλλά καθώς προχωράει, καταλαβαίνουμε ότι δεν βρισκόμαστε πάντα μέσα στη φαντασία της και δεν τα βλέπουμε όλα από τη δική μας οπτική, γιατί η Λούνα είναι και το «όνειρο» του Τζουζέπε. Κάθε στοιχείο της ταινίας απαντά σε αυτή τη λογική και στο συνδετικό θέμα, που είναι ότι η αγάπη δίνει αξιοπρέπεια στην ανθρώπινη ζωή, ενάντια σε κάθε μορφή θηριωδίας και βαρβαρότητας.

Μετά την κυκλοφορία της ταινίας, μήπως επικοινώνησαν μαζί σας άνθρωποι που συνδέονταν με την αληθινή ιστορία; Κάναμε μια μεγάλη έρευνα βασισμένη στα αρχεία της υπόθεσης του Τζουζέπε Ντι Ματέο και στις δηλώσεις των μελών της Μαφίας που συνεργάστηκαν με την ιταλική αστυνομία όλα αυτά τα χρόνια. Δεν θέλαμε κάποια άμεση επαφή με τους υπεύθυνους για το έγκλημα και η επικοινωνία με την οικογένεια του Τζουζέπε ήταν περιορισμένη κι έγινε μόνο μετά την ολοκλήρωση της ταινίας. Σεβαστήκαμε τον πόνο τους, που αναπόφευκτα κρατάει μέχρι σήμερα. Θέλαμε η ταινία να ανανεώσει τη μνήμη αυτού του παιδιού, και έτσι έγινε στην Ιταλία. Ακόμα και μήνες μετά την έξοδό της στις αίθουσες, βλέπεται πολύ, πλέον κυρίως από το νεανικό κοινό σε εκατοντάδες σχολικές προβολές.

Στις αμερικάνικες ταινίες, υπάρχει μια εξιδανικευμένη εικόνα της Μαφίας, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές και κυρίως ιταλικές που ρίχνουν φως στην πιο σκληρή πλευρά της. Σας ενοχλεί αυτή η «ρομαντική» εκδοχή της Μαφίας; Ακόμα και στην Ιταλία, ταινίες και σειρές με θέμα τους νονούς και τα θύματα της Μαφίας έχουν γίνει μια παρασιτική μορφή ψυχαγωγίας που τροφοδοτεί το κοινό με αμφίβολες μυθολογίες και φτηνές μορφές παρηγοριάς. Το να μείνουμε μακριά από τη συμβατική χρήση του είδους -και των υποειδών του- ήταν για εμάς βασική προϋπόθεση και ζήτημα τιμής. Στις ταινίες μας αποφεύγουμε να δείχνουμε τους κακούς μαφιόζους ως επικούς ήρωες και ρομαντικές φιγούρες. Λέμε ότι είναι τρομακτικοί αλλά ηλίθιοι εκτελεστές, μέτριοι μη ρομαντικοί άνθρωποι στους οποίους συναντά κανείς έναν ατσάλινο συνδυασμό ανηθικότητας και ηλιθιότητας. Είναι η κοινοτοπία του κακού της Μαφίας.

Η ταινία Τα Μυστήρια της Σικελίας κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 15 Μαρτίου από την Danaos Films.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΣΙΝΕΜΑ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED