04.08.2018

Τα ψάθινα καπέλα, της Μαργαρίτας Λυμπεράκη

Η Popaganda διαβάζει ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Μαργαρίτα Λυμπεράκη «Τα ψάθινα καπέλα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Έμειναν σιωπηλοί, ο ένας αντίκρυ στον άλλον, εκείνη καθισμένη στην κασέλα, αυτός ορθός. Η παρουσία του τη βάραινε, ένιωθε πως ήταν εκεί, ολοζώντανος με τα μαυρισμένα χέρια και πόδια του, με το λευκό του δέρμα ‘κει που δεν το έβλεπε ο ήλιος. Μια χρυσή φλόγα χόρεψε μέσα της. Μα τα γόνατά της ήταν κομμένα. Σαν να ‘χε γεννηθεί η φωτιά απ’ τη γης και να ανέβαινε το κορμί της, σιγά-σιγά, αρχίζοντας απ’ τα πόδια κάτω και προχωρώντας. Τώρα η φλόγα έφτανε στο στήθος, ανέπνεε με δυσκολία. Ήθελε να φωνάξει βοήθεια μα ο άντρας θα την έπαιρνε για τρελή. Ήταν τόσο μονοκόμματος αυτός, έτσι σαν ένα κομμάτι βράχος, σαν ένα κομμάτι καλοδουλεμένο βράχου. Η μύτη του, το σαγόνι του, το μέτωπό του ήταν κομμένα σε ίσιες γραμμές· κι οι ώμοι του, κι η ψυχή του. Καμιά καμπύλη. Και το δικό της κορμί που ήταν όλο στρογγυλό, με απαλές γλυκές κοιλάδες σαν την ίδια τη γης και τρυφερά υψώματα, ζητούσε να ενωθεί με τ’ άλλο, ν’ αφανιστεί απ’ αυτό.

Εκείνος, μπρος σ’ αυτή την τρυφερή στρογγυλάδα, έμενε θαμπωμένος. Του ‘ρχόταν να κλάψει. Ήθελε να πέσει απάνω της και να κλάψει, να κλάψει… Σάμπως η ψυχή του να μάζευε σύννεφα από χρόνια και να ‘χει έρθει η ώρα της βροχής.

Την ίδια στιγμή, απ΄τη χαραμάδα της πόρτας, μπήκε μια μέλισσα ξανθιά, χρυσή, σαν τη φλόγα μέσα της. Πέταξε γύρω βουίζοντας, ξεμάκρυνε, και γύρισε να κάτσει στα μαλλιά της. Με μια κίνηση, μηχανικά, πήγε να την αποδιώξει. Μα εκείνη επέμενε
-Αχ!... ακούστηκε τότε η φωνή της.
Την είχε τσιμπήσει στο μπράτσο, είχε αφήσει μέσα της το κεντρί. Έσκυβε να δει το πονεμένο μέρος, ανατρίχιαζε.

Εκείνος ταράχτηκε. Μ’ έναν πήδο βρέθηκε κοντά της. Ύστερα βγήκε έξω, έφερε χώμα μουσκεμένο, της κράτησε με το ένα του χέρι το μπράτσο, σφιχτά, και με τ’ άλλο άρχισε να τρίβει το μέρος εκείνο πασαλείβοντας με το χώμα. Η σάρκα τριγύρω κοκκίνιζε και φούσκωνε.
- Θα πρηστεί, είπε η Μαρία.
- Δεν είναι τίποτα, είπε αυτός, όμως μέσα του λυπόταν, λυπόταν βαθιά να βλέπει τη σάρκα τούτη πονεμένη.

Τα κεφάλια τους πλησιάζονταν, τα μαλλιά της Μαρίας του άγγιζαν τ’ αφτί. Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει, τα ματόκλαδά της ήταν υγρά.
-Αχ, πονάω, είπε. Και κρυώνω.

Τον κοίταξε κατάματα. Εκείνος έσκυψε το κεφάλι κι εξακολούθησε να τρίβει υπομονετικά το πονεμένο μέρος. Ένα ρεύμα όμως δυνατό και πρωτόγονο περνούσε τώρα απ’ το δικό της κορμί στο δικό του. Να κλάψει, να κλάψει πεσμένος πάνω της ολόσωμος…
-Κρυώνω, είπε πάλι η Μαρία.

Τα ρίγη είχαν δυναμώσει, οι ώμοι της τινάζονταν. Ένα τόσο δα κεντρί είχα αναστατώσει το κορμί της. Ένιωθε να καίει ολάκερη, και κρύωνε, τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα και η τρεμούλα δεν έλεγε να σταματήσει. Εκείνος τότε άπλωσε το χέρι του και της τύλιξε την πλάτη.
- Δεν μπορώ να βλέπω άνθρωπο να κρυώνει, είπε, κι η φωνή του έτρεμε πιο πολύ από το κορμί της Μαρίας. Ούτε ζωντανό. Το χειμώνα, όταν είναι χιονιάς, μου ‘ρχεται να πέσω πάνω απ’ όλα τα ζώα που τρεμουλιάζουν και να τα ζεστάνω με την ανάσα μου.

Έμενε εκεί, με το χέρι πίσω στην πλάτη της, ορθός, να νιώθει τους σπασμούς του σώματός της. Οι ώμοι της τινάζοντας και κείνος τους πίεζε δυνατά. Πονούσε μα ο πόνος τούτος της άρεσε. Γύρισε τα μάτια προς αυτόν. Τα μονοκόμματα χέρια του τυλίχτηκαν τότε γύρω απ’ τη στρογγυλάδα του κορμιού της που ήταν ζεστό και καλό σαν της γης. Τέτοια ευλογία δεν την είχε γνωρίσει. Κι όταν τα κορμιά τους γίναν ένα πάνω στην προβιά, έκλαψε, είχε φτάσει η ώρα της βροχής. Εκείνη τον έφερνε κοντά της, μ’ όλη της τη δύναμη, ήθελε να πονέσει πιο πολύ, ήθελε η καταστροφή να ‘χει την ευλογία της τελειότητας. Της φάνηκε πως ανέβηκε απότομα στην κορφή ενός βουνού κι είδε όλη την ομορφιά του κόσμου. Τότε φώναξε. Έπειτα ηρέμησε πάλι κι έγινε σαν ποτάμι που, από αιώνες, κυλάει μέσα στην ίδια κοίτη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED