Κάποτε η πλατεία Εξαρχείων ήταν ο πυρήνας του «πλανήτη Αθήνα». Σήμερα;

Με αφορμή το απολαυστικό βιβλίο «Στα Εξάρχεια το 80» ο Ε. Ζάχος-Παπαζαχαρίου επισημαίνει στον Θεοδόση Μίχο ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της Αθήνας είναι ότι οι κάτοικοί της δεν τη σέβονται, διότι ο καθένας αναπαράγει το χωριό του. Όπου και όπως βρει.

Φωτογραφίες: Δημήτρης Κουλελής

Διδάκτωρ συγκριτικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών Γαλλίας στον τομέα της κοινωνικής ιστορίας των Βαλκανικών χωρών, ερευνητής και καθηγητής εθνογραφίας και λαογραφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, συγγραφέας («Η πιάτσα», «Το λεξικό της πιάτσας», μεταξύ πολλών άλλων), στιχουργός («Η Μαστοράντζα Του Ερντεμπίλ» των Χειμερινών Κολυμβητών) και «συνυπεύθυνος», μιας και σε δικές του λέξεις βασίστηκαν τα σενάρια, για τη «Λιμουζίνα» και την «Κόρη του Ρέμπραντ» του Νίκου Παναγιωτόπουλου.

Από όλες τις παραπάνω ιδιότητες του, ο πολυπράγμων Ε. Ζάχος-Παπαζαχαρίου, που όμως απαντά και στο «Ευάγγελος Παπαζαχαρίου» και στο «Εμμανουήλ Παπαζαχαρίου» και στο «Ζάχος Παπαζαχαρίου» και σε πολλούς ακόμη σχετικούς συνδυασμούς («Ευάγγελος» είναι το κανονικό του όνομα, ενώ η ιστορία με το «Ζάχος» ξεκίνησε στο σχολείο και συνεχίστηκε στις σπουδές του στο Παρίσι) μιλάει στην Popaganda με αυτή του συγγραφέα και με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο, «Στα Εξάρχεια το ’80» (εκδ. Στερέωμα).

Με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία και ορισμένους χαρακτήρες εμπνευσμένους από υπαρκτά πρόσωπα (όπως, μεταξύ άλλων, ο Χρηστάκης, ο Άσιμος και κάποιος «Χατζηδείνας» που σύχναζε στον Μαγεμένο Αυλό του Παγκρατίου), πρόκειται για ένα απολαυστικό «αθηναιογράφημα», όπως σημειώνει ο δημοσιογράφος Δημήτρης Φύσσας στο επίμετρο της έκδοσης, που αναδεικνύοντας με χιούμορ τον συγκρουσιακό, ή έστω μεταιχμιακό, χαρακτήρα της εποχής -ροκ και ρεμπέτικο, αναρχία και μπάτσοι, Αριστερά και ΠΑΣΟΚ, πολιτική συνείδηση και ερωτική απενοχοποίηση- πραγματεύεται, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, τη ζωή σε μία πολύ συγκεκριμένη χωροχρονική ρωγμή του μεταπολιτευτικού χρόνου: την τελευταία χρονιά πριν από την «Αλλαγή», εντός, εκτός και επί τα αυτά της πλατείας Εξαρχείων.

Η οποία «είναι στην Αθήνα η μόνη πλατεία που έχει παλαιά και συνεχή επιμορφωτική παράδοση από τον περασμένο αιώνα ως τα σήμερα. Πέρασαν από εκεί τα μεγαλύτερα ονόματα, ο Παλαμάς, ο Λαπαθιώτης, ο Ξενόπουλος, κι από τους καλλιτέχνες ο Χαλεπάς, ο Φιλιππότης κι άλλοι αμέτρητοι, που κατοικούσαν στα Εξάρχει και στη Νεάπολη και σύχναζαν στην Πλατεία και στα καφενεία της». Γιατί «στα Εξάρχεια γίνεται κάπως πιο ανοιχτή κι ελεύθερη κουβέντα. Στα Εξάρχεια έχουν πέσει τα ταμπού και κανένα θέμα δε λογίζεται πια ως απαγορευμένο. Όσο κι αν η Πλατεία Κολωνακίου κι η Δεξαμενή μαζεύουνε κάποια κουλτούρα και κάποια νεολαία, στα Εξάρχεια και η κουλτούρα και η νεολαία είναι πιο πλατιές, πιο λαϊκές, λιγότερο ντιλετάντικες κι εκλεκτικές».
Εμείς, πάντως, συναντηθήκαμε -πού αλλού;- στο Φίλιον…

Ένα από τα πράγματα που τονίζετε με κάθε ευκαιρία, όπως για παράδειγμα στο «αυτί» του τελευταίου σας βιβλίου, είναι η ποντιακή σας καταγωγή. Από τη μια μεριά όμως. Από την άλλη, της μάνας μου, είμαι Κεφαλλονιτοζακυνθινός.

Ωραίος συνδυασμός. Ναι, ωραίος είναι, αλλά πάντα επέλεγα την ποντιακή πλευρά μου.

Για ποιο λόγο; Είναι πιο δυναμική.

Πιστεύετε ότι η καταγωγή παίζει όντως μεγάλο ρόλο στην εξέλιξη της ζωής μας; Φυσικά και παίζει. Οπωσδήποτε! Για να πάρω τον εαυτό μου σαν παράδειγμα, αυτή με έστρεψε προς τη μελέτη τοπικών γλωσσών και πολιτισμών. Αυτός ήταν ο λόγος που πήγα και στο Παρίσι για να σπουδάσω Εθνολογία και Ανθρωπολογία.

Θέλατε να ανακαλύψετε τις ρίζες σας σε μεγαλύτερο βάθος; Πράγματι, ήταν ένας τρόπος να εντείνω ένα ψάξιμο ριζών που είχα ξεκινήσει από πιτσιρικάς. Ίσως γιατί μεγάλωσα στην Καλλιθέα, που είναι κέντρο των Ποντίων. Η γλώσσα που μιλούσαμε τα παιδάκια παίζοντας ήταν η ποντιακή. Όταν πήγα σχολείο και κυρίως στο Γυμνάσιο -απέναντι από τον Άγιο Σώστη ήταν το Γυμνάσιο Αρρένων Καλλιθέας- συναντηθήκαμε διάφοροι αλλόγλωσσοι, Πόντιοι, Αρμένηδες, τα εξόριστα παιδάκια που έφερνε τότε η Φρειδερίκη από τη Μακεδονία και λοιπά. Μου άρεσε αυτό το μωσαϊκό. Θυμάμαι πως όταν γράφαμε έκθεση, τα παιδιά της τάξης μου δίνανε τα τετράδιά τους για να βάλω τόνους. Τύχαινε να ξέρω εγώ καλύτερα.

Ήσασταν καλός μαθητής; Όχι. Απλά τύχαινε να έχω κάποιες δεξιότητες στα φιλολογικά μαθήματα. Στα μαθηματικά ήμουν σκράπας. Έμεινα και στην ίδια τάξη.

Γεννηθήκατε το 1938 και φύγατε για το Παρίσι το 1958. Για ένα παιδί που είχε ζήσει την κατοχή και την ζοφερή μεταπολεμική κατάσταση, η άφιξη στο Παρίσι εκείνη την εποχή ήταν σαν κοσμογονία; Όχι και τόσο. Απλά το Παρίσι τότε ήταν ένας ήρεμος και συνάμα γλεντζέδικος τόπος. Δηλαδή υπήρχε μουσική στους δρόμους, πολλοί πλανόδιοι, τα κορίτσια ήταν απλά και όμορφα, χωρίς πολλά φτιασίδια, φρου φρου κι αρώματα. Και τα καφενεία ήταν χαρά Θεού.

Δεν μπορεί όμως να μην σας φάνηκε μεγάλη διαφορά σε σχέση με την επικρατούσα κατάσταση στην Ελλάδα. Το τι επικρατούσε τότε στην Ελλάδα δεν το αντιλαμβανόμουν πλήρως, γιατί μόλις τελείωσα το Γυμνάσιο, έφυγα. Έζησα λοιπόν καλά μετά το τέλος της εφηβείας μου. Η δεκαετία του 60 ήταν για μένα πάρα πολύ όμορφη.

Στο Παρίσι δικτυωθήκατε εύκολα; Στην αρχή με Έλληνες. Μετά περισσότερο με ξένους, αν και ποτέ δεν σταμάτησα εντελώς τις σχέσεις μου με τους Έλληνες. Με τους οποίους είχαμε διάφορα κέντρα ως στέκια όπου πηγαίναμε και συζητάγαμε ώρες ολόκληρες, μέχρι το πρωί καμιά φορά, στο Μονπαρνάς.

«Η δεκαετία του 80 ήταν του ΠΑΣΟΚ. Ήταν σοσιαλισμός με παιδική αρρώστια που τον έκανε να αυτοαναιρείται αυτόματα. Όμως δεν νομίζω ότι αυτό που ζούμε τώρα είναι συνέπειά όσων έγιναν τότε. Ας είμαστε σοβαροί.»

Φαντάζομαι ότι η πολιτική ήταν στο επίκεντρο όλων αυτών των συζητήσεων. Ε, βέβαια. Η πολιτική ήταν το κυριότερο. Αλλά η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους Έλληνες και τους Γάλλους ήταν η εξής: οι Έλληνες είχαν περισσότερο χιούμορ και γινόταν της μουρλής στα καφενεία από πλάκες, ανέκδοτα, φάρσες, σχεδόν φονικές φάρσες καμιά φορά. Κατά την άποψή μου πολλοί Γάλλοι μετά το Μάη του 68 έπαψαν να έχουν χιούμορ.

Γιατί το λέτε αυτό; Το λέω γιατί αυτό είδα να συμβαίνει σε όλους τους Γάλλους φίλους μου που έρχονταν μετά και με έβλεπαν τα καλοκαίρια εδώ. Προφανώς δεν ξέρω αν ισχύει για όλους τους Γάλλους. Νομίζω λοιπόν ότι οι Έλληνες γενικά κράτησαν το χιούμορ τους και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Τελευταία υπήρξε μία ύφεση. Έπεσε πολλή γκρίνια, σε αδικαιολόγητα μεγάλο βαθμό. Ευτυχώς τώρα κάτι πάει να γίνει πάλι. Υπάρχει όμως μία αδεξιότητα στο να ξαναβρούμε το παλιό, καλό μας χιούμορ.

«Πιστεύω ότι η κοινωνία είναι αρκετά κινητική ώστε να επουλώνει τις πληγές και να μαθαίνει από τις δυσλειτουργίες.»

Τότε στο Παρίσι οι Γάλλοι πως αντιμετώπιζαν τους Έλληνες; Δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, δεν υπήρχε ξενοφοβία ως προς τους Έλληνες. Γενικά βέβαια υπήρχε, απλά ήταν επικεντρωμένη στους Αλγερινούς και τους Βορειαφρικανούς. Μετά, όταν ξέσπασε η Χούντα εδώ πέρα, έγινε πολύ, πάρα πολύ θετικό το κλίμα για τους Έλληνες. Και νομίζω ότι αυτή η αίσθηση που υπάρχει από τη μεριά των Γάλλων για τους Έλληνες, μια φιλικότητα, συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Είναι κάτι που δεν υπάρχει στη Γερμανία, ας πούμε.

Να ανοίξουμε το κεφάλαιο του Μάη; Φυσικά μπλέχτηκα κατευθείαν! Μάλιστα, με αφορμή την επέτειο των 50 χρόνων, κατόπιν έρευνας, έγραφα κάτι που δυστυχώς δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω. Ήθελα να έχει μορφή λογοτεχνίας, γιατί δεν αξίζει να γράψει κανείς δοκίμιο σήμερα για τον Μάη, μετά από τόσα που έχουν γραφτεί από ειδικούς, ιστορικούς και φιλόσοφους. Κάπου κούτσαινε το στόρι όμως, οπότε θα το βγάλω του χρόνου. Θυμάμαι πάντως χαρακτηριστικά μια συνάντηση σε ένα ημιυπόγειο, στην πλατεία της Σορβόνης, των καθολικών φοιτητών με τους Μαρξιστές, στις τάξεις των οποίων υπήρχαν διάφορες τάσεις. Φάγαμε τα μουστάκια μας και αποφασίστηκε στο τέλος να οργανώσουμε μία εβδομάδα μαρξιστικής σκέψης. Νομίζω λοιπόν ότι αυτή η συνάντηση ήταν μία από τις μικρές σπίθες του Μάη.. Ανάλογες διοργανώσεις επαναλαμβάνονταν κάθε χρόνο και μάζευαν ολοένα και περισσότερους ξένους διανοητές. Είχε ήδη δημιουργηθεί ένα κλίμα που ήταν πολύ σημαντικό για την αντίδραση των φοιτητών. Ήταν μία πολύ έντονη κατάσταση. Τουλάχιστον τα σλόγκαν έχουν μείνει μέχρι σήμερα.

Ποιο ήταν το αγαπημένο σας; Το «απαγορεύεται να απαγορεύεις».

Πιστέψατε κι εσείς ότι θα καταφέρνατε να αλλάζατε τον κόσμο; Από την αρχή δεν το πίστεψα. Στις συζητήσεις που γίνονταν στο Μονπαρνάς, μεταξύ Ελλήνων, οι πληροφορίες μας έλεγαν ότι εκπρόσωποι του πολιτικού κόσμου συμφωνούσαν με τις κινητοποιήσεις του Μάη. Οπότε σκεφτομασταν ότι αυτοί που συμφωνούσαν, θα εκμεταλλεύονταν την κατάσταση για δικό τους όφελος. Όπως και έγινε τελικά. Η πολιτική υπερίσχυσε. Φυσικά όμως άφησε πράγματα πίσω του ο Μάης. Μια σχετική παράδοση που μεταφυτεύτηκε σε άλλα μέρη της Ευρώπης. Και στην Ελλάδα. Το Πολυτεχνείο, κατά τη γνώμη μου, έχει σχέση με τον Μάη.

Πότε γυρίσατε στην Ελλάδα; Το 1977. Από το 1963 δεν είχα έρθει ούτε μία φορά. Ήμουν ανυπότακτος. Πήρα τελικά την απόφαση γιατί οι φίλοι μου με ειδοποίησαν ότι είχε βγει ένας νόμος και μπορούσα να πληρώσω το στρατιωτικό που χρωστούσα. Το πλήρωσα και δεν πήγα, γιατί σιχαινόμουν όλα αυτά τα στρατά. Κι ακόμη τα σιχαίνομαι, θεωρώ ότι είναι φτηνή εκμετάλλευση του κόσμου από το κράτος.

Αφήνοντας λοιπόν πίσω το εκ των πραγμάτων πιο ελευθεριακό κλίμα που επικρατούσε στο Παρίσι, πώς σας φάνηκε η Ελλάδα; Στην αρχή δυσκολεύτηκα να προσαρμοστώ αλλά επέμεινα και σιγά σιγά τα κατάφερα. Έχασα όμως κάποια χρόνια κάνοντας διάφορες μαλακίες. Όπως το μπαρ που άνοιξα στο Κολωνάκι, όπου έκανα εκδηλώσεις, ανάγνωση ποιημάτων του Μάριου Χάκκα, ξέρω ‘γω. Δεν το κράτησα όμως πολύ, γιατί έβλεπα ότι υπήρχε μια σχετική πολιορκία, αφανής στην αρχή, λίγο πιο πιεστική μετά, από τους μπάτσους.

Μετά τι ακολούθησε; Μεταξύ άλλων η αρθρογραφία μου στο περιοδικό Γυναίκα. Τα άρθρα που έγραψα εκεί τα έκανα βιβλίο με τίτλο «Η Πιάτσα». Και βέβαια μελετούσα την κοινωνία με την επιστημονική μου ιδιότητα. Γιατί έβλεπα μια κοινωνία που μεταλλασσόταν.

Πού μένατε όταν γυρίσατε στην Ελλάδα; Στο δώμα ενός νεοκλασικού σπιτιού που είναι Χάρητος με Ηροδότου. Το σεράι μου, το λεγόμενο. Ήταν όμορφα. Είχα τα γεράνια μου γύρω γύρω στην ταράτσα και φίλους που έρχονταν και κάναμε ολονύχτιες συζητήσεις. Θύμιζε λίγο Παρίσι δηλαδή.

Τέσσερα χρόνια αφότου γυρίσατε, ήρθε και η «Αλλαγή» του ΠΑΣΟΚ. Δεν μου άρεσε και από την αρχή ήμουν ενάντια. Έβλεπα ότι αυτός ο «εκδημοκρατισμός» ήταν αληθινός μόνο από τα κάτω. Από τα πάνω ήταν ψευδεπίγραφος. Γι’ αυτό και τότε έγραψα ένα τραγούδι που τραγουδήθηκε πολύ, το «Γκρέμισ’τα»: «Αφού όλα αρχίσανε στραβά κι η αγάπη στο ντουνιά κατάντησε ζημιά, κάν’ τα όλα τώρα ρημαδιό κι εγώ θα σ’ αγαπώ». Αυτό ήταν η αντίδρασή μου απέναντι στο ΠΑΣΟΚ. Χωρίς βέβαια να θέλω να αμφισβητήσω την αγαθότητα των προθέσεων πολλών από τα κάτω, που θέλανε κάποια πράγματα σωστά.

-Ποιο ήταν το αγαπημένο σας σύνθημα από τον Μάη του 68; -Το «απαγορεύεται να απαγορεύεις».

Μιας και η συνάντησή μας κανονίστηκε με αφορμή το βιβλίο «Στα Εξάρχεια το 80», τι σας ώθησε σήμερα να γράψετε ένα λογοτεχνικό έργο για αυτή την ομολογουμένως μεταιχμιακή χρονιά; Μα γι’ αυτό ακριβώς το έκανα. Ήταν μια ιστορικά φορτισμένη χρονιά και θέλησα να δώσω την ατμόσφαιρα αυτής της φόρτισης που ήταν καθορισμένη από διάφορες πλευρές, μερίδες και καταστάσεις. Αυτή η φόρτιση εκφραζόταν όμως κυρίως στα καφενεία, όχι στην εξουσία, που μιλούσε μια ξύλινη γλώσσα, την οποία πολλοί δεν καταλάβαιναν. Κάποτε είχα βάλει την παρέα μου να γράψουν σε ένα χαρτί, που κόλλησα στον τοίχο, τις λέξεις των πολιτικών που δεν ήξεραν τη σημασία τους. Βγήκαν καμιά πεντακοσαριά…

Δεν μπορώ παρά να σας ρωτήσω για την αναλογία αυτοβιογραφίας-μυθοπλασίας στο βιβλίο. Πενήντα πενήντα. Έχει έντονο αυτοβιογραφικό στοιχείο, όχι όμως με την έννοια ότι έζησα κάτι, αλλά με την έννοια ότι ήμουν παρών όταν συνέβη. Για να το γράψω εκμεταλλεύτηκα πολύ τις αναμνήσεις μου από την εποχή εκείνη.

Πόσο καιρό σας πήρε να το γράψετε; Κάνα χρόνο. Περισσότερο μου πήρε να στήσω το στόρι ώστε να έχει ενδιαφέρον. Χωρίς πλοκή και σασπένς, δεν έχει νόημα. Χρησιμοποίησα ένα κλασικό τρόπο γραφής που τον έχουν εγκαταλείψει πολλοί λογοτέχνες.

Στη σελίδα 52 γράφετε το εξής: «θα βγουν ξανά οι εθνοσωτήρες της μουσικής μας με βαρυσήμαντες δηλώσεις και θα πουν ότι οι ροκάδες διαδίδουν στην ελληνική νεολαία τον αμερικανικό τρόπο ζωής». Βέβαια, υπήρχε η αντίληψη ότι το ροκ είναι ο Δούρειος Ίππος των Αμερικανών. Οι ροκάδες όμως έλεγαν ότι είναι η επαναστατική πλευρά του αμερικανικού τρόπου ζωής, και όχι η συντηρητική που νόμιζαν κάποιοι.

Εσείς σε ποιο στρατόπεδο νιώθατε πιο άνετα; Εγώ ήμουν ανάμεσα στα δύο. Ήθελα να καταλάβω για ποιο λόγο ήταν επαναστάτης ο Frank Zappa. Βέβαια η έννοια της επαναστατικότητας είναι διαφορετική στην Αμερική από τη Γαλλία. Και πολλές φορές θεωρούσα ότι οι «αμερικανιές» δεν ήταν και τόσο επαναστατικές. Όπως και δεν είναι ακόμη δηλαδή.

Στο βιβλίο σας ο κεντρικός ήρωας, ο Ασπρομάλλης, είναι υπέρμαχος της μελέτης της παράδοσης και της χρήσης της ως εργαλείο για να πάει μπροστά αυτός ο τόπος. Από την άλλη όμως στα 80s δεν υπήρξε ένας κίνδυνος εξύμνησης της φέτας, του μπαγλαμά και του αμπέχονου ως δείγματα εθνικής αυτοκυριαρχίας; Δεν είμαι βέβαιος. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι τη δεκαετία του 80 κυριάρχησε το νεορεμπέτικο. Που είναι μεν ρεμπέτικο, αλλά κουλτουριάρικο. Δηλαδή ο Άκης Πάνου, όσο κι αν τον σέβομαι και τον αγαπάω, ήταν λίγο κουλτουριάρης.

Ενώ το ρεμπέτικο πρέπει να είναι… Λαϊκό. Προσοχή, όχι λούμπεν. Το λούμπεν είναι μία λέξη που δεν μου αρέσει καθόλου. Άσχετα αν ξεκινάει από τον Μαρξ και το «λούμπεν προλεταριάτο». Αυτό δεν υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα. Και τι θα πει λούμπεν δηλαδή; Λούμπεν μπορεί να είναι και η εξουσία. Αν δούμε την παραπολιτική όλων αυτών των χρόνων, από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, η πολιτική είναι λούμπεν. Διότι τα πρόσωπά της μπλέξανε στο τάδε ή στο δείνα σκάνδαλο.

Κάτι άλλο που μου έκανε εντύπωση στο βιβλίο είναι ότι αν και χρησιμοποιείτε διαρκώς τη λέξη «μπάτσος», δεν απαξιώνετε σύσσωμη την Αστυνομία. Γράφετε στη σελ.64: «Δεν ξέρεις τι πάει να πει να σαι βλαχάκι, ανίδεο από πολιτική κι από το κάθε τι, και να σου κάνουν συνεχώς πλύση εγκεφάλου για τους εχθρούς της πατρίδας. Χωρίς να υπάρχει αντίλογος από πουθενά. Κι αυτά που λέμε γίνονταν εδώ και είκοσι χρόνια, επί της πρώτης κυβερνήσεως Καραμανλή...» Ναι, κι αυτό δεν έχει να κάνει με ίσες αποστάσεις. Έχει να κάνει με το ότι έτσι είναι. Αυτοί οι άνθρωποι, οι «μπάτσοι», από κάπου προέρχονται. Κι έχουν ελαφρυντικό ότι την ώρα που θα άρχιζαν να σκέφτονται ως άνθρωποι, τους καπάκωσαν. Αυτό το βλέπω και στα χωριά του Πηλίου, όπου περνάω μεγάλα διαστήματα. Εκεί κυριαρχεί η Δεξιά και η Χρυσή Αυγή. Βλέπει κανείς παιδιά 25 ετών να έχουν απόψεις που δεν είναι δικές τους, απλά τις κληρονόμησαν.

Μετά από όσα έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια, όμως, είναι δυνατόν ακόμη να χρησιμοποιούμε την άγνοια ως ελαφρυντικό για έναν ακροδεξιό εικοσιπεντάχρονο από το όποιο μικρό ή μεγάλο χωριό της επαρχίας; Ναι, είναι περίεργο. Αλλά πώς να πληροφορηθεί αυτός ο 25χρονος; Κι ας μην ξεχνάμε το κακό που κάνουν αυτοί που «πληροφορούν». Αυτοί γιατί δεν προσπαθούν να πείσουν ότι τελικά η μαγκιά είναι μια πάλη ενάντια στην αδικία;

Πιστεύετε ότι θα έρθει κάποτε η στιγμή που θα ξαναδούμε τη Χρυσή Αυγή αν όχι στο απόλυτο περιθώριο, τότε τουλάχιστον εκτός Βουλής; Νεοναζιστικές νοοτροπίες είχαν κατά καιρούς διάφοροι μέσα στη Βουλή. Το ότι υπάρχει επίσημο νεοναζιστικό κόμμα εκεί μέσα, είναι απλά σημείο των καιρών. Πιστεύω όμως ότι η ελληνική κοινωνία έχει μνήμη. Χωρίς να θέλω να πω ότι είμαστε πιο μάγκες από άλλους. Απλά η γεωπολιτική μας θέση μάς έχει δημιουργήσει μία μνήμη. Επίσης η ελληνική κοινωνία έχει κινητικότητα, γεωγραφική και κοινωνική, που ξεπερνάει την κινητικότητα άλλων λαών της Ευρώπης. Θυμάμαι όταν πήγα στη Γαλλία, σύμφωνα με τις στατιστικές της φοιτητικής ένωσης το 6% των παιδιών των εργατών σπούδαζε. Όταν έφυγα, είκοσι χρόνια μετά, σπούδαζε το 7%. Μηδέν κινητικότητα. Όλα αυτά περί μοντερνισμού και φιλελευθερισμού της Γαλλίας είναι παραμύθια. Κολλημένοι είναι όλοι. Και οι Γερμανοί, ίσως περισσότερο από τους Γάλλους.

Ενώ εμείς δεν είμαστε; Οπωσδήποτε είμαστε κολλημένοι με την πάρτη μας. Αλλά παλεύουμε συνέχεια ένα ζήτημα αναπροσαρμογής.

Είμαστε δεκτικοί ως λαός στις αλλαγές; Φυσικά και είμαστε και να τα αποτελέσματα. Προσαρμοστήκαμε σε μία υπερκατανάλωση, δίκαιη ή άδικη, επί μία τριακονταετία και μετά, ξαφνικά, τίποτα. Και πάλι όμως προσαρμοζόμαστε. Ο κοσμάκης αντέχει, προσαρμόζεται και προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του. Όσοι έχουν δουλειά τέλος πάντων. Υπάρχει και μία αλληλεγγύη που επιτρέπει στους άλλους να μην ψοφήσουν από την πείνα.

«Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι τη δεκαετία του 80 κυριάρχησε το νεορεμπέτικο. Που είναι μεν ρεμπέτικο, αλλά κουλτουριάρικο. Δηλαδή ο Άκης Πάνου, όσο κι αν τον σέβομαι και τον αγαπάω, ήταν λίγο κουλτουριάρης.»

Είστε αισιόδοξος; Ναι, πιστεύω ότι η κοινωνία είναι αρκετά κινητική ώστε να επουλώνει τις πληγές και να μαθαίνει από τις δυσλειτουργίες.

Από τα λάθη μας μαθαίνουμε; Για κάποιους το πάθημα γίνεται μάθημα. Για κάποιους άλλους δεν γίνεται. Εξαρτάται από τις προσλαμβάνουσες του καθενός.

Δύο από τους ήρωες του βιβλίου διαφωνούν για το αν η δεκαετία του 80 ήταν η δεκαετία της αναρχίας ή του ΠΑΣΟΚ. Εσείς τι λέτε; Του ΠΑΣΟΚ. Ήταν σοσιαλισμός με παιδική αρρώστια που τον έκανε να αυτοαναιρείται αυτόματα. Όμως δεν νομίζω ότι αυτό που ζούμε τώρα είναι συνέπειά όσων έγιναν τότε. Ας είμαστε σοβαροί.

«Η Αθήνα η καημένη δεν έχει αρκετά δυνατό παραμύθι όπως το Παρίσι για να τη σέβονται», γράφετε. Τελικά οι Αθηναίοι αγαπάνε την Αθήνα ή αγαπάνε να τη μισούν; Θα δώσω ένα μικρό παράδειγμα: ανοίγει ο άλλος μαγαζί σε ένα νεοκλασικό κτίριο και βάζει μια ταμπελάρα με το όνομά του χωρίς να τον ενδιαφέρει ότι γαμάει το κτίριο. Όπως δεν ενδιαφέρει και αυτούς που το κοιτάνε και δεν πάνε να του πουν «τι είναι αυτό που κάνεις;». Στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας είναι πάρα πολλά τα κτίρια που με ένα απλό μπογιάτισμα, η πόλη θα γινόταν πολύ πιο κούκλα. Πράγματι, λοιπόν, οι κάτοικοί της Αθήνας δεν τη σέβονται. Διότι ο καθένας αναπαράγει το χωριό του. Όπου και όπως βρει.


Το βιβλίο «Στα Εξάρχεια το 80» του Ε. Ζάχου-Παπαχαρίου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στερέωμα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED