Η Μυρσίνη Γκανά μετέφρασε το «Μνημείο Πεσόντων» και τιμήθηκε από το Public για το εγχείρημά της

Η Μυρσίνη Γκανά, που τιμήθηκε για δεύτερη φορά με το βραβείο Public, αυτή τη φορά για τη μετάφραση του βιβλίου «Μνημείο Πεσόντων» της Άλις Όσβαλντ, απαντά στις ερωτήσεις της Popaganda.

Το προφορικό νεκροταφείο της Όσβαλντ, το μνημείο που στήνει προς τιμήν όλων των κοινών, αόρατων ανθρώπων, υπενθυμίζει κάθε στιγμή πόσο σύντομο και απρόβλεπτο είναι το πέρασμά μας από αυτή τη ζωή, και κατ' επέκταση, πόσο μοναδικό και πολύτιμο.

Η -τολμηρή- απόφασή της να συμπυκνώσει την Ιλιάδα με αυτόν τον τρόπο αποκαλύπτει αναπάντεχα στον αναγνώστη κάτι από την πρωταρχική λειτουργία της λογοτεχνίας. Λέμε ιστορίες όχι μόνο για να εξηγήσουμε τα ανεξήγητα του κόσμου που μας περιβάλλει, όχι μόνο για να κατευνάσουμε το φόβο και να βρούμε παρηγοριά, αλλά και για να θυμόμαστε, όσα έγιναν και όσους πέρασαν πριν από μας, επειδή οι νεκροί πεθαίνουν πραγματικά μόνο όταν τους έχουν ξεχάσει όλοι.

Δεν είναι τυχαίο ότι η εφημερίδα Le Monde επέλεξε να τιμήσει τα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης στο Bataclan δημιουργώντας ένα αντίστοιχο μνημείο: οι φωτογραφίες των 130 θυμάτων συνοδευόμενες από τα ονόματά τους και ένα συντομότατο κείμενο κάθε φορά, που υπενθύμιζε ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι, πώς ζούσαν και τι ονειρεύονταν, πώς ακριβώς σκοτώθηκαν και ποιοι μένουν πίσω για να τους θυμούνται. Η ποιήτρια και εκδότρια Μυρσίνη Γκανά μετέφρασε στα ελληνικά το «Μνημείο Πεσόντων» και τιμήθηκε για τη μετάφρασή από το Public. Με αυτή την αφορμή απαντάει στις ερωτήσεις της Popaganda.

Στιγμιότυπο από τη βραδιά της βράβευσης.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που συναντήσατε μεταφράζοντας το «Μνημείο Πεσόντων»;  Το «Μνημείο Πεσόντων», της Άλις Όσβαλντ είναι ένα κείμενο που με επηρέασε βαθιά όταν το διάβασα και η μετάφρασή του στα ελληνικά προέκυψε σχεδόν ως ανάγκη. Μετά το πρώτο χέρι της μετάφρασης, λοιπόν, η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν η δική μου αγωνία να μην το προδώσω, και να καταφέρω να μείνω πιστή και στο περιεχόμενο και στον ρυθμό του. Η Άλις Όσβαλντ το διάβαζε συχνά ολόκληρο, έχει μάλιστα κυκλοφορήσει και ένα CD με την απαγγελία της, το οποίο άκουγα επί μήνες, και για την ομορφιά του, αλλά και για να περάσει ο ρυθμός του μέσα μου. Διάβασα κι εγώ πολλές φορές την ελληνική εκδοχή του δυνατά, σε όποιον άντεχε να κάτσει και να με ακούει για μία ώρα σχεδόν, ώστε να είμαι σίγουρη ότι δεν σκοντάφτει. Δυσκολεύτηκα επίσης να αντισταθώ στον πειρασμό να διαβάσω τα κομμάτια της «Ιλιάδας» που μεταφράζει η Όσβαλντ σε άλλες ελληνικές μεταφράσεις όσο δούλευα την πρώτη εκδοχή. Ήθελα όμως να μην επηρεαστώ από άλλες αποδόσεις του έπους και να ακούω μόνο τη φωνή της Όσβαλντ.

Η Άλις Όσβαλντ επιχειρεί μια ανασκαφή της «Ιλιάδας», μεταφράζει από το πρωτότυπο και δημιουργεί ένα «προφορικό νεκροταφείο», ένα μεγάλο ποίημα-φόρο τιμής στους νεκρούς και των δύο στρατοπέδων του Τρωικού πολέμου. Πώς λειτούργησε στην προσέγγιση του κειμένου και στην μετάφραση ότι ως ελληνίδα έχετε διδαχτεί την Ιλιάδα στο σχολείο αλλά εκτός αυτού το γεγονός ότι η Ιλιάδα ανήκει στην ελληνική γραμματεία;  Η ιδέα της «Ιλιάδας» ως ενός κειμένου «δικού μας» με το οποίο νιώθουμε μια οικειότητα βοήθησε σίγουρα στο να ενδιαφερθώ περισσότερο  για το εγχείρημα της Όσβαλντ. Η πρώτη ανάγνωση του «Μνημείου Πεσόντων» ωστόσο, ήταν ένα σοκ, για το οποίο καθόλου δεν με είχε προετοιμάσει η σχολική διδασκαλία. Στο σχολείο μαθαίνουμε για τον Αγαμέμνονα και τον Αχιλλέα κυρίως, ανδραγαθήματα και αντιδικίες μεταξύ βασιλέων και ηρώων. Το ποίημα της Όσβαλντ με έκανε να νιώσω την πηγή της λογοτεχνίας, τη διατήρηση της μνήμης, που κινεί την ανάγκη μας για ιστορίες. Η σκέψη ότι μετά από χιλιάδες χρόνια διαβάζουμε τα ονόματα αυτών των ανθρώπων, μαζί με στοιχεία από τη βιογραφία τους, αλλά και τον τρόπο του θανάτου τους, που πολλές φορές προδίδει και τον χαρακτήρα τους, και να τους αναγνωρίζουμε ως ανθρώπους που θα μπορούσαν να βρίσκονται κάπου κοντά μας, στο τώρα, ήταν συγκλονιστική.

Γιατί το «Μνημείο Πεσόντων» είναι ένα σπουδαίο βιβλίο; Αυτό που πετυχαίνει η Άλις Όσβαλντ με το «Μνημείο Πεσόντων» είναι σπουδαίο επειδή φέρνει ένα έπος που γράφτηκε πριν από χιλιάδες χρόνια στο σήμερα, χωρίς να το παραλλάσσει, αναδεικνύοντας όμως τον λόγο για τον οποίο κάποια κείμενα διασχίζουν τους αιώνες. Είναι αυτά που αγγίζουν τον πυρήνα της ανθρώπινης φύσης και της ανθρώπινης αγωνίας. Επιλέγοντας να επικεντρωθεί στους νεκρούς αναδεικνύει μια λειτουργία του έπους για την οποία δεν μιλάμε πολύ συχνά, εμφανίζεται μπροστά μας ένα βαθύ μοιρολόι, που κλαίει όχι μόνο για τους συγκεκριμένους νεκρούς, αλλά για όλη τη ματαιότητα της ανθρώπινης ζωής, για το σύντομο του βίου μας, αλλά και τη σπουδαιότητα της τέχνης, της μοναδικής, ίσως, μορφής αθανασίας.

Η Μυρσίνη Γκανά κρατώντας το βραβείο Public.

Πώς αισθάνεστε που για δεύτερη φορά κρατάτε στα χέρια σας ένα βραβείο Public; Έλαβα το πρώτο μου βραβείο Public για την ποιητική μου συλλογή «Τα Πέρα Μέρη» πέρσι και η χαρά μου φυσικά ήταν πολύ μεγάλη, μια που οι ίδιοι οι αναγνώστες του βιβλίου ένιωσαν την ανάγκη να μπουν στη διαδικασία της ψηφοφορίας και να το υποστηρίξουν. Είναι συγκινητικό, και νιώθω ευγνωμοσύνη για όλους αυτούς τους ανθρώπους που μου έδειξαν έμπρακτα ότι κάτι από αυτά που λέω τους αγγίζει και τους συγκινεί. Το βραβείο για το «Μνημείο Πεσόντων» δεν ήταν βραβείο κοινού, δόθηκε από επιτροπή, της οποίας το έργο κατανοώ ότι ήταν πολύ δύσκολο, μια που τα υποψήφια βιβλία ήταν πάρα πολύ καλά. Ήταν μεγάλη έκπληξη για μένα, και μεγάλη τιμή, καθώς η ποίηση ήδη διαβάζεται λίγο, και η μεταφρασμένη ποίηση ακόμα λιγότερο. Θα ήθελα να ευχαριστήσω και από εδώ τον Ηλία Μαγκλίνη, τον Βαγγέλη Προβιά, την Αμάντα Μιχαλοπούλου και τον Μανώλη Πιμπλή που δεν δίστασαν να επιλέξουν ένα πιο «δύσκολο» βιβλίο.

Ως εκδότρια και η ίδια, προερχόμενη από λογοτεχνική οικογένεια, πώς θεωρείτε ότι ο θεσμός των βραβείων Public διαμορφώνει το σύγχρονο εκδοτικό τοπίο; Τα βραβεία Public έφεραν τη σύνδεση αναγνωστών και δημιουργών, κάτι πολύ σημαντικό και απαραίτητο, ειδικά σε μια χώρα που οι έρευνες δείχνουν ότι το αναγνωστικό κοινό είναι μάλλον περιορισμένο. Οι επιλογές του κοινού δείχνουν και στους εκδότες τάσεις και προτιμήσεις, τις οποίες σίγουρα λαμβάνουν υπόψη τους, ωστόσο τα -όποια- βραβεία δεν θα πρέπει να γίνονται αυτοσκοπός. Τα βραβεία Public έχουν πλέον καθιερωθεί και η συμμετοχή του κοινού στη διαδικασία σίγουρα συμβάλλει στην κίνηση της αγοράς.

Το «Μνημείο Πεσόντων» της Άλις Όσβαλντ κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μελάνι.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED