Ο Γκρέιλ Μάρκους, ο Σημαντικότερος Εν Ζωή Μουσικοκριτικός, στην Popaganda

Εδώ και 50 χρόνια γράφει για την ποπ κουλτούρα με τέτοιο τρόπο που θεωρείται η τελευταία «πένα-ιερό τέρας». Στην πρώτη του συνέντευξη σε ελληνικό μέσο, ισχυρίζεται ότι «κανένας κριτικός δεν έκανε ποτέ κανέναν δίσκο επιτυχία».

03.04.2019
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή

Ένας πιασάρικος κι ατακαδόρικος τρόπος για να χαρακτηρίσεις τον 74χρονο Γκρέιλ Μάρκους θα ήταν ως την σπουδαιότερη εν ζωή πένα γύρω από την μουσική και την ποπ κουλτούρα. Αλλά ένας τέτοιος όρος θα έμοιαζε διθυραμβική γενίκευση και πιθανότατα δεν θα άρεσε ούτε στον ίδιο, που προτιμά όχι μόνο να μην αφήνει ακάλυπτη την παραμικρή πτυχή πάνω σε ο,τιδήποτε καταπιάνεται, αλλά να είναι τόσο σχολαστικός στη γραφή του έτσι ώστε να οδηγεί προς νέες κατευθύνσεις. Άλλωστε, συχνά τα κείμενά του είναι πιο ενδιαφέροντα από το εκάστοτε αντικείμενό τους.

Αυτή τη γραφή υπηρετεί ακατάπαυστα εδώ και πέντε δεκαετίες με έναν τρόπο που τον κατατάσσει με ευκολία σε μια άλλη κορυφή: εκείνη του πλέον ακαδημαϊκού ποπ συγγραφέα και μουσικοκριτικού. Για την ακρίβεια, δε θα ήταν καθόλου υπερβολή να τον χαρακτηρίσουμε τον μπαμπά της μουσικοκριτικής, ή τέλος πάντων, έναν από τους πρώτους ανθρώπους που έβαλαν το χέρι τους γι' αυτό που ξέρουμε μέχρι σήμερα ως τέτοια - υπήρξε ο πρώτος δισκοκριτικός για το Rolling Stone, περνώντας το κατώφλι του για πρώτη φορά την άνοιξη του 1968 (έχει ως σήμερα περάσει από τις τάξεις των Creem, Village Voice και Pitchfork, μεταξύ άλλων). 

Η πρώτη ρηξικέλευθη συγγραφική συμβολή του ήρθε το 1975 και το βιβλίο Mystery Train στο οποίο εισήγαγε για πρώτη φορά πιο ολοκληρωμένα τη χαρακτηριστική του προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία οι καλλιτέχνες και η μουσική είναι πρώτα και κύρια ιστορικά σύμβολα των καιρών τους κι όλα τα άλλα έπονται. Άλλωστε, η άλλη του μεγάλη αγάπη είναι η ιστορία, "American Studies" ήταν το πρώτο του πτυχίο στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ στην Καλιφόρνια (ακολούθησαν σπουδές στην Πολιτική Επιστήμη). Κατά πολλούς το Mystery Train αποτελεί το σπουδαιότερο δείγμα ροκ γραφής ever, ωστόσο, από το 2014 κι έπειτα έχει βρει ισχυρό ανταγωνιστή στο  The History of Rock 'n' Roll in Ten Songs , άλλη μια σπουδαία - για πολλούς η κορυφαία - στιγμή του Γκρέιλ Μάρκους.

Στο μεταξύ, εξέλιξε και την έννοια του desert island record (ήδη στο πρόγραμμα του BBC από το 1942), όταν το 1979 μάζεψε άλλους 20 δισκοκριτικούς - μεταξύ των οποίων τον "dean of american rock critics", Ρόμπερτ Κρίστγκο και τον αθεράπευτα gonzo, Lester Bangs (για τον οποίο ανέλαβε και την επιμέλεια στο Psychotic Reactions and Carburetor Dung)- για να γράψουν για τον δίσκο που θα έπαιρναν μαζί τους σε ένα ερημικό νησί. Το αποτέλεσμα ήταν μια συλλογή κειμένων που βρίσκετε ως Stranded: Rock and Roll for a Desert Island.

Την καθαρόαιμη αγάπη του για την ιστορία αποπειράθηκε πιο ευθέως να αγγίξει στο βιβλίο Lipstick Traces: A Secret History of the 20th Century (1989) μέσα υπό το πρίσμα του πανκ, έχει υπάρξει ο πολυγραφότερος (sic) άνθρωπος γύρω από το φαινόμενο Bob Dylan, ενώ την περιοδική κατάθεση του γούστου του την κάνει μέσα από τη στήλη Real Life Rock Top Ten, η οποία εμφανίζεται στο Rolling Stone (και βρίσκατε στην Village Voice ως το κλείσιμό της) και μπορεί να περιλαμβάνει οποιαδήποτε φέτα ποπ κουλτούρας (από έναν δίσκο ή μια ταινία μέχρι μια εικαστική έκθεση) κέρδισε με κάποιον τρόπο την προσοχή του Μάρκους. 

Αυτά είναι μερικά μόνο από τα πράγματα που θα μπορούσαμε να πούμε για το βιογραφικό του «ιερού τέρατος» της σύγχρονης δισκοκριτικής. Τα υπόλοιπα αφήνουμε να τα πει ο ίδιος, στην πρώτη συνέντευξη που έδωσε ποτέ σε ελληνικό μέσο...

Όπως μπορεί κανείς να δει σε βιβλία σας όπως το Mystery Train, κι ίσως ακόμη περισσότερο στο The History of Rock ‘n’ Roll In Ten Songs, μοιάζει να αντιμετωπίζετε τους αμερικανούς καλλιτέχνες ως σημαίνοντα που μιλάνε για την Αμερική σφαιρικά. Η αναλυτική σας ματιά μοιάζει σαν ένα παιχνίδι σημειωτικής που, τελικά, το μέρος με κάποιο τρόπο μιλάει για το όλο... Δεν βλέπω ή δεν θέλω να δω τους performers ως σύμβολα. Δεν είμαι σίγουρος τι σημαίνει για ένα άτομο να είναι «σημείο» ή το αντίστροφο, κι αν αυτό βγάζει κάποιο νόημα. Δεν χρειάζεται απαραίτητα να μιλάνε για την Αμερική ή οτιδήποτε άλλο στο σύνολό του, αλλά να ακούγονται σαν να το κάνουν –από τους ακροατές τους κι ενδεχομένως, ύστερα από κάποια χρονική απόσταση, από τους ίδιους.

Υποθέτω πως όταν κάποιος έχει μελετήσει τόσο ενδελεχώς μέσα από την δουλειά του την ποπ κουλτούρα, την απομυθοποιεί και σε μεγάλο βαθμό. Τι είναι αυτό που κρατάει το ενδιαφέρον σας ύστερα από τόσα χρόνια; Σίγουρα δε με κρατά στη δουλειά τίποτα που να έχει να κάνει με απομυθοποίηση. Το να προσπαθώ να φτάσω στην καρδιά ενός τραγουδιού, στο τι συνέβη εκεί, πως λειτουργεί, πως αγγίζει άλλους ανθρώπους, θέλω να ελπίζω ότι δεν είναι απομυθοποίηση της δύναμης ενός τραγουδιού, αλλά ο τρόπος να μπουν οι άνθρωποι πιο βαθιά σε αυτό -συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου. Ο σπουδαίος κριτικός κινηματογράφου Μάννυ Φάρμπερ είχε πει κάποτε πως η δουλειά ενός κριτικού είναι να χτίζει το μυστήριο. Όχι να αντιστρέφει τους όρους ή να μυθοποιεί οτιδήποτε, αλλά να έρθει ο ίδιος ως συγγραφέας και να φέρει και τους αναγνώστες πιο κοντά στα μυστήρια ενός έργου τέχνης που δεν μπορεί ποτέ να εξηγηθεί πλήρως. Να πείσει τους ανθρώπους πως η διατήρηση του μυστηρίου είναι αναπόφευκτο στοιχείο της τέχνης.

Αν θεωρήσουμε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, η σημερινή Αμερική του Τραμπ με ποια ιστορική περίοδο του παρελθόντος μοιράζεται ομοιότητες; Ποιο είναι επίσης το αντίστοιχο για την ποπ μουσική και τον τρόπο που αφομοιώνει τους καιρούς της; Με ελάχιστες εξαιρέσεις (μια από αυτές είναι οι Algiers), η μουσική σήμερα δεν αφομοιώνει την εποχή της. Ούτε η μυθοπλασία ή η ζωγραφική ή οι ταινίες. Οι καιροί είναι πολύ παράλογοι και οι άνθρωποι δεν ανταποκρίνονται ή μένουν πίσω,. Κι εγώ όπως όλοι. Η Αμερική του Τραμπ –με τον λόχο του, τους MAGA (σ.σ. "Make America Great Again") αμερικανούς πολίτες- πάντα υπήρχε και πάντα ήταν κακοήθης. Αν γυρίσουμε πίσω στο 1838 ο Λίνκολν έβγαλε έναν λόγο για τα λυντσαρίσματα που είχαν λάβει χώρα στα μεσοδυτικά –επιθέσεις κυρίως σε λευκούς που ήταν κατά της δουλείας και οποιονδήποτε ήταν στο πλευρό τους. Η Κου Κλουξ Κλαν κυριάρχησε στο Νότο μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο και σε ένα γερό κομμάτι της κεντρικής χώρας στη δεκαετία του ’20- στην Ιντιάνα και το Κολοράντο πήρε την εξουσία.
Η υποστήριξη, η πίστη, η κατανόηση αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε αμερικανικό δόγμα -όπως αυτό ορίστηκε από την Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων- και που είναι αυτό που κατανοούμε ως δημοκρατία, δεν έχει ποτέ κατά τη γνώμη μου κατακτήσει πάνω από τα δύο τρίτα της χώρας σε καμία χρονική περίοδο. Και σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμη και οι μισοί ήταν αμφίβολοι. Όμως καμία εποχή δεν είναι ακριβώς όπως κάποια άλλη και μόνο στα πιο πειστικά παρανοϊκά μυθιστορήματα είχαμε κάποιον Πρόεδρο που έμοιαζε στον Ντόναλντ Τραμπ: στο Δεν Γίνονται Αυτά Εδώ του Σίνκλερ Λιούις και το Η Συνωμοσία Εναντίον της Αμερικής του Φίλιπ Ροθ. Χαίρομαι που οι συγγραφείς τους δεν χρειάζεται να το ζήσουν αυτό.

Υπάρχει κάποιος μουσικός που θα μπορούσε να είναι σύμβολο της σημερινής Αμερικής και γιατί; Για εμένα δεν τίθεται ερώτημα συμβολισμού, αλλά ανάληψης ρόλου. Αυτή θα μπορούσε να είναι η Lady Gaga ή η Lana Del Rey.

Έχετε πει πως ο κριτικός πρέπει να ενώνει τα κομμάτια προσπαθώντας να κατανοήσει τι είναι καινοτόμο και περιπετειώδες. Ποιός είναι ο τρόπος σας να το πετυχαίνετε αυτό; Με κάθε μέσο.

Δεν ξέρω αν η μουσικοκριτική υπήρξε ποτέ ισχυρή. Όσο κι αν έχουν υπάρξει εμφατικά αρνητικά reviews, υπέροχα γραμμένα και με αναντίρρητα τέλεια επιχειρηματολογία, ποτέ δεν κατάφεραν να σταματήσουν έναν δίσκο από το να γίνει επιτυχία. 

Το ροκ εν ρολ συνήθιζε να είναι μια αντίδραση στην κανονικότητα. Πιστεύετε πως σήμερα μπορεί να είναι πραγματικά επαναστατικό; Ή πώς μπορεί η μουσική να είναι επαναστατική στην ψηφιακή εποχή; Αν το ροκ εν ρολ υπήρξε αντιδραστικό σε κάτι ήταν απέναντι σε ό,τι θεωρούταν δεδομένο: στα στενά όρια του δυνατού σε οποιαδήποτε πτυχή της ζωής. Υποθέτω απέναντι σε οτιδήποτε θα μπορούσες να ονομάσεις κανονικότητα.

Μοιάζει πως η μουσικοκριτική δεν έχει όση δύναμη συνήθιζε να έχει. Πιστεύετε πως η κριτική και γενικότερα ο γραπτός λόγος πεθαίνουν στην ψηφιακή εποχή; Και πώς πιστεύετε ότι το μεγάλο κείμενο μπορεί να γίνει και πάλι ένα ισχυρό μέσο; Δεν ξέρω αν η μουσικοκριτική υπήρξε ποτέ ισχυρή. Όσο κι αν έχουν υπάρξει εμφατικά αρνητικά reviews, υπέροχα γραμμένα και με αναντίρρητα τέλεια επιχειρηματολογία, ποτέ δεν κατάφεραν να σταματήσουν έναν δίσκο από το να γίνει επιτυχία. Επίσης, κανένα review ή κριτικός δεν κατάφερε να κάνει έναν δίσκο επιτυχία. Μια κριτική μπορεί να κάνει κάποιον να παρατηρήσει έναν δίσκο, όπως για παράδειγμα έχει συμβεί με τον Λάνγκντον Γουίνερ για το Let’s Work Together του Wilbert Harrison (σ.σ. το σχετικό κείμενο δημοσιεύτηκε στις 20 Σεπτεμβρίου του 1969 στο Rolling Stone) και με τον Τζον Λάνταου για το Maria Muldaur (1973) της Maria Muldaur. Αλλά ως εκεί. Οι ροκ κριτικοί μπορούν να διαμορφώσουν την αίσθηση της ιστορίας που κάποιοι άνθρωποι κουβαλάνε μαζί τους, καλώς ή κακώς. Πρόσφατα κοιτούσα το καινούριο βιβλίο του Πολ Μόρλεϊ για τον Michael Jackson στο οποίο μιλάει για την αδιαμφισβήτητη δύναμη που ασκούσε ο ίδιος μαζί με μερικούς ακόμη βρετανούς κριτικούς. Τα πράγματα πρέπει να είναι διαφορετικά εκεί.

Πιστεύετε πως οι νέοι γραφιάδες πρέπει να επινοήσουν έναν τρόπο αφήγησης προκειμένου να μιλάνε στην εποχή τους και να ακολουθήσουν την κυριαρχία της ψηφιακής δημοσιογραφίας; Είμαι σίγουρος γι’ αυτό.

Έχετε πει πως «είναι σίγουρο σημάδι πως μια κουλτούρα έχει φτάσει στο τέλος της όταν δεν ιντριγκάρεται πια από τους μύθους της». Πιστεύετε πως σήμερα η ποπ κουλτούρα ιντριγκάρεται από τους μύθους της; Αυτό είναι μεγάλη συζήτηση. Δεν ξέρω αν είμαστε έτοιμοι να την κάνουμε. Πρέπει πάντως πρώτα να απαντήσουμε στα εξής: πού βρισκόμαστε τώρα, πώς βρεθήκαμε εδώ, προς τα πού πάμε;

Είμαι πάντα καχύποπτος με ανθρώπους που ισχυρίζονται ότι προσφέρουν το τελευταίο βιβλίο που θα χρειαστεί κανείς πάνω σε ένα ζήτημα. Για μένα, αυτοί είναι οι άνθρωποι που προτιμούν μια κηδεία αντί για μια γέννηση.

Έχετε μια πολύ αναλυτική και τεκμηριωμένη προσέγγιση στους καλλιτέχνες και την μουσική για την οποία γράφετε. Νιώθετε πως με την ανάλυσή σας «κλειδώνετε» μια ερμηνεία του αντικειμένου ή έχει περισσότερο να κάνει με το να ανοίξετε μια νέα συζήτηση πάνω σε αυτό; Νομίζω πως δεν είμαι καθόλου αναλυτικός, αν και προσπαθώ να χρησιμοποιώ πηγές και ποτέ να μην παραθέτω ή παραφράζω κάτι χωρίς να δίνω τη μνεία εκεί που πρέπει. Αν έχω κάποια χαρίσματα, η ανάλυση δεν ανήκει σε αυτά. Μου αρέσει να δραματοποιώ, να παρουσιάζω πτυχές μια κατάστασης που δεν είναι πάντα προφανής ή ίσως και αντιληπτές με την συνηθισμένη έννοια. Σίγουρα πάντως ποτέ δεν θα ήθελα να «κλειδώσω» μια κουβέντα για οτιδήποτε. Είμαι πάντα καχύποπτος με ανθρώπους που ισχυρίζονται ότι προσφέρουν το τελευταίο βιβλίο που θα χρειαστεί κανείς πάνω σε ένα ζήτημα. Για μένα, αυτοί είναι οι άνθρωποι που προτιμούν μια κηδεία αντί για μια γέννηση.

Γράφετε για την μουσική και την ποπ κουλτούρα από την δεκαετία του ’60. Πώς θα φανταζόσασταν τη ζωή σας χωρίς να το κάνετε; Και ποιό είναι το σημαντικότερο μάθημα που σας δίδαξε αυτή η πορεία; Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου, χωρίς τη ζωή μου. Έχω μάθει το εξής: δεν μπορείς να προβλέψεις το μέλλον και πρέπει πάντα να προσπαθείς να διατηρείς την ικανότητα της έκπληξης. Ακόμη κι όταν θεωρείς πως δεν υπάρχει τίποτα νεότερο υπό το φως του ηλίου, είσαι λάθος. Κι αν δεν είσαι, θα έπρεπε, οπότε κράτα το για σένα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΜΟΥΣΙΚΗ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED