Γιώργος Βέλτσος: «Δεν μπορώ να έχω αυτό που ουδέποτε θα μπορούσα να έχω αλλά επιθυμώ να το έχω»

Εξέδωσε πρόσφατα το ποιητικό έργο «Λευκή Ελλάδα», συνεχίζει να γράφει ασταμάτητα τόσο που ο εκδότης του «δεν τον προλαβαίνει» και μνημονεύει το γκράφιτι «Έχουμε πόλεμο με την Ελλάδα».

Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος / FOSPHOTOS

Ο Γιώργος Βέλτσος με υποδέχεται στο σπίτι του στο Κολωνάκι. Καθόμαστε στο στρογγυλό τραπέζι του σαλονιού του, που είναι καλυμμένο από βιβλία, φωτοτυπίες, σημειώσεις. Στην πραγματικότητα εγώ κάθομαι, ο ίδιος είναι σχεδόν όλη την ώρα όρθιος μιλάει, ανατρέχει σε κείμενα δικά του αλλά και άλλων και πίνει τσάι. Γύρω μου φιγούρες του Τσαρούχη παρατηρούν πώς μια παλιά μαθήτρια ήρθε να πάρει συνέντευξη από τον καθηγητή της, στα χρόνια του Παντείου, δηλαδή 20 χρόνια πριν.

Νομίζω πάντως ότι τα λόγια του Γιώργου Χειμωνά για τον Γιώργο Βέλτσο, την άνοιξη του 1982, δίνουν μια πιο καθαρή εικόνα από αυτή που μπορώ να αποδώσω εγώ: «Ο Βέλτσος τα ζει όλα, τα προσέχει όλα, τα θυμάται όλα. Καμιά προχειρότητα, καμιά επιφανειακή πολυπραγματοσύνη για όλα αυτά. Αντίθετα, είναι ευδιάκριτες οι μελετημένες, οι βασανισμένες μέχρι την άρση τους ακόμα, ευμεγέθεις πράξεις μιας εντατικής φιλοδοξίας. Μιας φιλοδοξίας που, εννοείται, δεν υπακούει σε συμβατικούς κοινωνικους, και εν πάση περιπτώσει, εξωγενείς σκοπούς και στόχους. Αλλά μιας φιλοδοξίας που είναι η ίδια η Κινητική Λειτουργία της Έκφρασης, στην όση δυνατή της εγερσιμότητα, στην όση πραγματική αποτελεσματικότητά της».

«Με ενδιαφέρει το πώς γίνεται κάτι, περισσότερο από το τί γίνεται».

Στη συνέντευξη ενώ υπάρχει μια φωνή στο μαγνητόφωνο, αυτή η φωνή, που έχει μια χροιά έναν τόνο δεν μπορεί να περάσει στον αναγνώστη με αυτά της τα χαρακτηριστικά. Η συνέντευξη ενώ υποτίθεται είναι προφορική η ίδια η μαγνητοφώνηση που είναι μια γραμμοφώνηση και η απομαγνητοφώνηση στο χαρτί ή στην οθόνη έχουν περάσει όλο το πάθος της φωνής στα γράμματα. Άρα η φωνή δεν μπορεί να περάσει στη συνέντευξη. Τι περνάει στη συνέντευξη; Τα γράμματα κι έτσι κατά κάποιο τρόπο αιτιολογείται η περίφημη ρήση του Ντεριντά: «δεν υπάρχει τίποτα εκτός κειμένου». Όλα λοιπόν είναι μέσα στο κείμενο∙ και η φωνή. Αυτό σημαίνει ότι καμία συνέντευξη δεν μπορεί να είναι αληθινή αν κριτήριο της αλήθειας είναι ο τρόπος της φωνής, κι αυτό φαίνεται μόνο στην τηλεόραση. Αυτός είναι ο προβληματισμός μου περί συνεντεύξεων πέρα ότι πρόκειται για περιαυτολογίας, για ένα είδος επιδειξιομανούς που μιλάει για τον εαυτό του.

Με ενδιαφέρει το πώς γίνεται κάτι, περισσότερο από το τί γίνεται. Μου αρέσει παίζοντας να μπορώ να επανατοποθετώ το «πώς» του πράγματος, ό,τι αθετείται ή μπορεί να αθετηθεί από το δυνητικό στοιχείο που έχει το «πώς». Αυτή η αθέτηση είναι ένα ζητούμενο.

Δεν μπορώ να έχω αυτό που ουδέποτε θα μπορούσα να έχω αλλά επιθυμώ να το έχω. Αυτό είναι το κλειδί στη γραφή.

«Τώρα με κηδεύει ο κηδαιμόνας μου».

Γράφω λοιπόν, σκεπτόμενος όλα αυτά. Διότι το ποίημα προσφέρεται στη σκέψη παίρνοντας θέση απέναντι στο ερώτημα «τι είναι η σκέψη;» και το ποίημα απαντά με τα δικά του εφόδια (ποιητικά) επαναλαμβάνοντας τον Ρεμπώ: «σκέπτομαι σημαίνει με σκέπτεται» όπου με το «με σκέπτεται» απευθύνεται πάλι στο ποίημα, γιατί το ποίημα στοιχειοθετεί το ερώτημα «τι είναι σκέψη;». Διότι το ποίημα αποκαθιστά τη σκέψη σε ό,τι ο Φουκώ ονομάζει «σκέψη του εκτός» όπου ο σκεπτόμενος καταλήγει σε μια ανέφικτη εξίσωση: να είναι και να μην είναι ο εαυτός του ως εάν η ζωτική ανεπάρκεια του να είναι ο εαυτός του, δεν προωθεί τη σκέψη του πέραν της ταυτιστικής λογικής του συστήματος. Αυτό βέβαια  έχει ένα μεγάλο ρίσκο και ποιητές, όπως η Ζέφη Δαράκη, το εισπράττουν: «μα εγώ ήρθα να σε αποχαιρετήσω / μου λέει / και απλώνει κάτω τα φτερά του/ Αποδώ και πέρα θα περιπλέω / τον εαυτό μου».

Αυτή όμως η σκέψη –απολογία της ποίησης και της ιστορίας- δημιουργεί και έναν χρήσιμο αποπροσανατολισμό από την εποχή. Ακολουθώντας μια διαγώνιο, προκαλώντας ένα βραχυκύκλωμα στα καθιερωμένα νοήματα και τις σημασίες της εποχής, παράδοξα, μιλά ακριβέστερα για την εποχή –δεν είναι τυχαίο ότι οι πολιτικοί τσιτάρουν στα δύσκολα ποιητές. Το ερώτημα είναι πώς αυτή η συμπόρευση με το κενό που είναι το έργο, είναι το παν.

«Ορμηνευμένο από το τίποτα, το ποίημα πετά», γράφω στα Β’ Άπαντα (σελίδα 370). Το ποίημα χάνεται, όχι για να επιβεβαιώσει τη ρήση του Αντόρνο ότι δεν γράφεται ποίηση μετά το Άουσβιτς, σ’ αυτή την μεσοπαγετώδη περίοδο, το Νεάντερνταλ του νεοφιλελευθερισμού, που η γνώση της λιθοτεχνίας  τους είναι οι παγίδες που στήνουν μεταξύ τους στη Βουλή (τα βρόχια).

«Τώρα περιορίζομαι στα κλοπιμαία» (Αύγουστος, σελ. 37). Τώρα καταλαβαίνω με τον τρόπο μου, ότι «δεν υπάρχει το εκτός κειμένου». Κατανοώ τι σημαίνει «το άγαλμα δοξάξει το μάρμαρο». Κι επιτέλους όταν πια «δεν έχεις γούστο παρά μόνο για τη γη και τις πέτρες», αντιλαμβάνεσαι γιατί το «εγώ είναι άλλος».

«Ο ποιητής τώρα μιλάει για την Ελλάδα που μίλησαν αυτοί τότε σα να μίλαγαν τώρα. Γίνεται ένα οκτώ. Το διάγραμμα αυτού του βιβλίου μου είναι ένα οκτώ».

Ο Σεφέρης, που ο Παπατσώνης τον κατακεραύνωσε  το 1932 στην «Καθημερινή» -καταγγέλλοντας μάλιστα, ως ιερή συμμαχία τις εγκωμιαστικές κριτικές του στο «Ελεύθερο Βήμα» και οικτίροντας τον εαυτό του που δεν είναι ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής για να τους κάψει ζωντανούς- μιλά γ’ αυτήν την «πληγή» της Ελλάδας, που ανοίγει όσο περισσότερο είναι έξω από την Ελλάδα, όσο περισσότερο γοητεύεται από τον Μαλλαρμέ και τον Βαλερύ, και όσο επιτυγχάνει να τους μεταφέρει σα βάλσαμο στην ποίησή του, παρότι ο Παπατσώνης του καταμαρτυρά «ότι θέλησε να δημιουργήσει την Αφροδίτη της Μήλου με αγκωνάρια και βράχους αλάξευτους». Άκουσον! (Από το αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» για τον Γιώργο Σεφέρη τον Οκτώβριο του 1972 που διέμεινε πρόσφατα «Το Βήμα»).

Στην ποίηση οι μακεδονομάχοι και τα λάβαρα υπήρχαν και θα υπάρχουν, διότι η Ελλάδα είναι λευκή, δεν καταλαβαίνει τα συμπτώματά της σαν κάποιος που πάσχει από λευκή ψύχωση. Και τα θλιβερά τεκταινόμενα στην Πλατεία Συντάγματος, μεταφέρονται στην Εταιρεία Συγγραφέων, που απορρίπτει ως τιμώμενο μέλος της τον Ζακ Ντεριντά.

Ο Καρούζος το είπε αλλιώς: «Σε αποκρούω Ελλάδα».  Ένα γκράφιτι, γωνία Μαυρομιχάλη και Διγενή Ακρίτα, «Έχουμε πόλεμο με την Ελλάδα».

Αυτή η φράση του άγνωστου παιδιού εγγράφεται στον Καρούζο, στον Σεφέρη, στον Ελύτη.  Η «Λευκή Ελλάδα» είναι την ίδια στιγμή η προσωπική μου σχέση με το μπάχαλο και η αναφορά μου στους ποιητές που μίλησαν για την Ελλάδα από τον Σολωμό μέχρι τον Καρούζο. Είναι ετεροχρονισμός: ο ποιητής τώρα μιλάει για την Ελλάδα που μίλησαν αυτοί τότε σα να μίλαγαν τώρα. Γίνεται ένα οκτώ. Το διάγραμμα αυτού του βιβλίου είναι ένα οκτώ.

Τώρα με κηδεύει ο κηδαιμόνας μου.

Το βιβλίο του Γιώργου Βέλτσου «Λευκή Ελλάδα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις περισπωμένη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED