Κινδυνεύει, Ντέιβιντ Σεντάρις, η ελευθερία του λόγου από την πολιτική ορθότητα;

Για τη μάστιγα των fake news. Για την πολιτική αναταραχή στις ΗΠΑ. Για την παραζάλη των social media. Για την αμφιλεγόμενη κουλτούρα ακύρωσης. Για τον μονόδρομο του γήρατος. Ο διάσημος ελληνοαμερικανός συγγραφέας μίλησε με χιούμορ στον Θεοδόση Μίχο.

13.09.2020

Παραδείγματα βγαλμένα από τη ζωή. Αυτός είναι ο τρόπος του Ντέιβιντ Σεντάρις για να μεταδώσει το μήνυμα που θέλει να μεταδώσει, για να πει αυτό που θέλει να πει, για να τον κατανοήσει όποιος τον ακούει αλλά και για να κατανοήσει ο ίδιος τον εαυτό του.

Αν ερωτηθεί για την επιδημία του Covid-19, θα θυμηθεί έναν ημίγυμνο άντρα χωρίς μάσκα σε ένα τυχαίο δρόμο της βρετανικής επαρχίας, όπου ο ίδιος περνάει πια το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.
Αν ερωτηθεί για τη μάστιγα των fake news, θα γελάσει πικρά με τον μεγάλο του αδερφό που πιστεύει σε κάθε πιθανή ή απίθανη θεωρία συνωμοσίας.
Αν ερωτηθεί για τα πεπραγμένα του Ντόναλντ Τραμπ, θα εξηγήσει πόσο μεγάλο θύμα της μηχανής παραγωγής οργής του ανεκδιήγητου, κατά τη γνώμη του, Προέδρου των ΗΠΑ είναι ο ίδιος του ο πατέρας.
Αν ερωτηθεί για την παραζάλη των social media, θα αναφερθεί στην περιπέτεια της διάσημης αδερφής του, Έιμι, στο instagram, όταν μπήκε στο στόχαστρο ακροδεξιών haters.
Αν ερωτηθεί για τη μέγγενη της οικογένειας, θα φωτογραφήσει ένα πολύ συγκεκριμένο τύπο «μαλάκα», όπως λέει, πατέρα που διαρκώς δυσκολεύει τη ζωή των παιδιών του.
Αν ερωτηθεί για τα όρια του ελευθερίας του λόγου αλλά και της πολιτικής ορθότητας, θα αφηγηθεί με λεπτομέρειες μερικά περιστατικά τραγελαφικών παρεμβάσεων που άσκησαν σε κείμενα του οι ιθύνοντες ακόμη και περιοδικών τόσο προοδευτικών όσο είναι το New Yorker.
Αν ερωτηθεί για τον μονόδρομο του γήρατος, θα εξηγήσει τη σημασία του να μη σε νοιάζει τουλάχιστον η τιμή της κομπόστας όταν είσαι με το ένα πόδι στον τάφο.

Με τον προφορικό του λόγο, δηλαδή, που άλλωστε τον έχει αναγάγει εδώ και δεκαετίες σε περιζήτητο ραδιοτηλεοπτικό σχολιαστή, κάνει αυτό που κάνει και με τα best-sellers του, εξαιτίας των οποίων περνά, ή τουλάχιστον περνούσε μέχρι πρότινος, ολόκληρους μήνες περιοδεύοντας ανά τον κόσμο για να τα παρουσιάσει σε κατάμεστες αίθουσες: αφηγείται πράγματα και καταστάσεις που έχει ζήσει ο ίδιος, πράγματα και καταστάσεις που έχουν ζήσει συγγενείς και φίλοι του, πράγματα και καταστάσεις που έχουν ζήσει ακόμη και οι συνεπιβάτες του σε μια υπερατλαντική πτήση, ξεκινώντας από μία σαφέστατα προοδευτική αφετηρία και χρησιμοποιώντας έναν διεισδυτικό, οξυδερκή, σταράτο αλλά όχι απλοϊκό λόγο για να αναδείξει και να αναλύσει ζητήματα σαν και τα παραπάνω, για τα οποία, μεταξύ πολλών άλλων, μίλησε στην Popaganda, στη μεγάλη συνέντευξη που ακολουθεί. Ζητήματα δηλαδή σαν και αυτά -από το γιατί υποστήριξε το πάγιο αίτημα των γκέι να μπορούν να παντρευτούν, ενώ ο ίδιος με τον σύντροφό του ούτε καν διανοούνται να το κάνουν, μέχρι τις αλλαγές που επέφερε στις δυναμικές της οικογένειας του η αυτοκτονία της μίας του αδερφής- που γεμίζουν τις σελίδες του πιο πρόσφατου βιβλίου του, «Καλυψώ» (εκδ. Μελάνη, μτφρ. Μυρσίνη Γκανά).

Είναι ο δικός του, αποδεδειγμένα επιτυχημένος και λειτουργικός τρόπος, για να καταλάβει τι σημαίνει να έρχεσαι και να μεγαλώνεις σε αυτό τον περίεργο κόσμο και να συνειδητοποιείς ότι, αργά ή γρήγορα, πριν ή μετά από ανθρώπους που αγαπάς ή από άλλους που σου είναι απολύτως αδιάφοροι, θα έρθει και η δική σου σειρά να φύγεις, ώστε κάποιος άλλος να πάρει τη θέση σου στον ήλιο.

«Όλοι οι συγγραφείς κανιβαλίζουν τα πάντα και εκμεταλλεύονται τους πάντες. Σας χρησιμοποιούμε!»

Μία από τις ιστορίες του τελευταίου σας βιβλίου σας ξεκινά ως εξής: «Αν υπάρχει ένα πράγμα που δεν αντέχω με τίποτα, είναι οι άνθρωποι που μιλάνε για φαντάσματα». Στη συνέχεια εξηγείτε ότι αναφέρεστε σε όσους πιστεύουν για παράδειγμα, ότι ένα σπίτι μπορεί να είναι στοιχειωμένο. Διαβάζοντας όμως τη συγκεκριμένη φράση δεν μπόρεσα παρά να σκεφτώ ότι υπό μία άλλη έννοια αυτό ακριβώς -το να μιλάτε για φαντάσματα ή, αν προτιμάτε, για τους προσωπικούς σας σκελετούς- είναι αυτό που κάνετε εδώ και πολλά χρόνια ως συγγραφέας και μάλιστα με πολύ μεγάλη επιτυχία.
Κανείς μέχρι σήμερα δεν μου το είχε επισημάνει με αυτόν τον τρόπο. Έτσι όπως το θέτετε, έχετε δίκιο. Τα φαντάσματα που δεν συμπαθώ, πάντως, είναι αυτά που, όπως γράφω στο βιβλίο, νομίζουν ορισμένοι ότι κατοικούν στα σπίτια τους. Δεν είναι λίγοι όσοι κοιμούνται και ξυπνάνε με τέτοιες σκέψεις στο κεφάλι τους.

Σας είναι πιο εύκολο να γράφετε για την εκλιπούσα μητέρα σας ή την αυτόχειρα αδερφή σας, για ανθρώπους δηλαδή που εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να αντιδράσουν με οποιοδήποτε τρόπο στις ιστορίες σας, ή για τον πατέρα σας, τον αδερφό σας και οποιονδήποτε άλλο βρίσκεται ακόμη εν ζωή;
Κοιτάξτε, υπάρχουν δυο-τρεις άνθρωποι που εντάξει, δεν εύχομαι να πεθάνουν, αλλά όταν αυτό συμβεί ξέρω ότι θα έχω σίγουρα πολλή δουλειά να κάνω. Είναι άνθρωποι που μου έχουν εκμυστηρευτεί όσα περνάνε, ξέρω ότι πολύς κόσμος θα διάβαζε με ενδιαφέρον τις ιστορίες τους, αλλά μου έχουν ζητήσει να μη γράψω τίποτα. Δεν σας κρύβω ότι κάθε φορά που βλέπω στην οθόνη του τηλεφώνου μου ότι με καλεί κάποιος από αυτούς, με πλημμυρίζει αδρεναλίνη. Σκέφτομαι: λες να ήρθε επιτέλους η ώρα τους; Δηλαδή εντάξει, τους αγαπώ, αλλά όσο ακόμη είναι εν ζωή, μου είναι άχρηστοι στη δουλειά μου.

Σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είστε μία ζωντανή, πανηγυρική απόδειξη ότι ο Γουίλιαμ Μπάροουζ είχε δίκιο όταν προέτρεπε τους συγγραφείς να γράφουν μόνο για αυτά που ξέρουν, για αυτά που έχουν ζήσει, μιας και, τουλάχιστον κατά τη γνώμη του, οι περισσότεροι αποτυγχάνουν όταν προσπαθούν να γράψουν για κάτι για το οποίο έχουν άγνοια. 
Ναι μεν ισχύει αυτό, αλλά όχι όταν γράφω μυθοπλασία, τότε είναι όλα κατασκευάσματα του μυαλού μου. Ξέρετε, δεν ήταν ο στόχος μου να περάσω τη ζωή μου γράφοντας non fiction. Στην αρχή έγραφα μυθοπλασία αλλά το 1992 κάποιος διάβασε μια αληθινή ιστορία μου στο ραδιόφωνο. Αμέσως άρχισαν να μου ζητάνε περισσότερα κείμενα, αλλά ήταν ξεκάθαροι: έπρεπε να είναι non fiction. Άρχισα λοιπόν να γράφω για τη ζωή μου, κάτι που μέχρι τότε δεν μου είχε περάσει στα σοβαρά από το μυαλό. Πρέπει να σας πω ότι βρίσκω απελευθερωτικό το εξής: όταν γράφεις μυθοπλασία, πρέπει να εισάγεις έναν-έναν τους χαρακτήρες στην πλοκή, να τους γνωρίσεις στον αναγνώστη. Εμένα όμως με ξέρει ήδη ο αναγνώστης, οπότε οι εισαγωγές περιττεύουν, μπορώ να πέσω με τα μούτρα.

Όλοι, όμως, οι συγγραφείς κανιβαλίζουν τα πάντα και εκμεταλλεύονται τους πάντες. Σας χρησιμοποιούμε! Η μόνη διαφορά στη δική μου περίπτωση είναι ότι χρησιμοποιώ τα πραγματικά ονόματα των ηρώων μου. Για παράδειγμα τις τελευταίες εβδομάδες βρίσκομαι στο σπίτι μου στην Αγγλία και προσπαθώ να γράψω μια ιστορία για το γεγονός ότι το καλοκαίρι ένιωθα καλύτερα εδώ σε σχέση με την Αμερική, ειδικά με όσα συμβαίνουν εκεί αυτό τον καιρό: πανδημία, διαδηλώσεις, επικείμενες εκλογές, φωτιές, Ντόναλντ Τραμπ. Είναι σαν η μία συμφορά μετά την άλλη να χτυπάνε τη χώρα. Χθες έτυχε να δειπνήσω με έναν γνωστό μου και μου είπε ότι είδε στις ειδήσεις ένα τοίχο που κάποιος είχε γράψει με σπρέι “Black Lives Matter” αλλά μετά κάποιος άλλος πρόσθεσε ένα όμικρον, κι έτσι το γκραφίτι έγινε “Black Olives Matter”. Αμέσως σκέφτηκα: δεν ξέρω πώς θα χωρέσει αυτό στο κείμενο που γράφω, αλλά πρέπει οπωσδήποτε να τα καταφέρω.

Ήταν τελικά το καλοκαίρι του 2020 το πιο περίεργο της τρίτης χιλιετίας;
Πριν έρθω στην Αγγλία, πέρασα την άνοιξη στο παραθαλάσσιο σπίτι που έχει η οικογένεια μου στη Βόρεια Καρολίνα. Ο κυβερνήτης της πολιτείας ανακοίνωσε ότι η χρήση μάσκας σε κάθε κλειστό χώρο είναι υποχρεωτική. Μπαίνοντας όμως σε ένα οποιοδήποτε κατάστημα, θα έβλεπες ότι μόνο το 1/3 των πελατών φορούσαν μάσκες. Οι άλλοι απλά φώναζαν: εγώ δεν φοράω, τι θα μου κάνεις δηλαδή, ζούμε σε ελεύθερη χώρα, ο ιός είναι ένα ψέμα, δεν υπάρχει, είναι μια επινόηση των Δημοκρατικών για να πλήξουν τον Ντόναλντ Τραμπ. Επικρατεί δηλαδή ένα διαρκές συγκρουσιακό κλίμα. Στην Αμερική το να φοράς μάσκα είναι σχεδόν ίδιο με το να φοράς την κονκάρδα των Δημοκρατικών.

Ενώ στην Αγγλία, ακόμη και αν ανακοινώθηκε καθυστερημένα η υποχρεωτική χρήση μάσκας σε όλους τους κλειστούς χώρους, σχεδόν όλοι υπάκουσαν, σχεδόν κανείς δεν άρχισε να τσιρίζει υστερικά. Μια φορά μόνο είδα κάποιον χωρίς μάσκα. Στην Αμερική θα στοιχημάτιζα ότι είναι ψηφοφόρος του Τραμπ. Δεν φορούσε καν μπλούζα! Μπήκε σε ένα ψιλικατζίδικο αλλά μόλις συνειδητοποίησε ότι δεν φορούσε μάσκα, έβαλε την παλάμη του μπροστά στο στόμα, ζήτησε συγνώμη και βγήκε τρέχοντας από το μαγαζί.

Δεν σηκώνει αμφιβολία, αυτό είναι το πιο περίεργο καλοκαίρι των τελευταίων δεκαετιών για ολόκληρο τον κόσμο, πόσο μάλλον για τις πόλεις και τις χώρες που κατακλύζονται από τουρίστες. Αν και πρέπει να ομολογήσω ότι ήταν πολύ ωραίο το Λονδίνο, όπως και η Νέα Υόρκη, χωρίς τις ορδές των επισκεπτών, να μπορείς δηλαδή να πας όπου θες χωρίς να βλέπεις κάθε τρεις και λίγο κόσμο να σταματάει και να φωτογραφίζει τα πάντα. Από την άλλη, εγώ δεν βγάζω λεφτά από τον τουρισμό, όσοι βιοπορίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, βιώνουν έναν εφιάλτη.

«Βρίσκω ιδιαίτερα ενοχλητική τη μαζική διάσταση της κουλτούρας ακύρωσης, το ότι όλοι ποδοπατιούνται για το ποιος θα ανέβει πρώτος στο τρένο της. Δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Αυτό που κάνει είναι να αναγκάζει τους ανθρώπους να ψιθυρίζουν τις απόψεις τους και να μιλάνε μόνο σε όσους ξέρουν ότι μπορούν να τους εμπιστευτούν. Είναι σαν να αντιμετωπίζεις το σύμπτωμα του προβλήματος και όχι την αιτία του».

Στο «Καλυψώ» περιγράφετε με πολύ καυστικό και παραστατικό τρόπο το πού ήσασταν και πώς νιώσατε όταν μάθατε ότι εκλέχθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ, πίσω στο 2016. Είναι ασφαλής η πεποίθησή μου ότι εύχεστε να έρθει σύντομα η στιγμή που θα σας δοθεί η ευκαιρία να γράψετε σε ένα νέο βιβλίο το πού ήσασταν και πώς νιώσατε όταν μάθατε ότι ο αμερικανικός λαός κατάφερε να ξεφορτωθεί τον νυν Πρόεδρό των ΗΠΑ;
Κοιτάξτε, μέχρι πριν από μερικές εβδομάδες ήμουν χαρούμενος, σχεδόν εκστατικός από τις δημοσκοπήσεις που έδειχναν το σαφές προβάδισμα του Τζο Μπάιντεν. Δεν είναι όμως εύκολο να ξεμπερδέψεις με τον Ντόναλντ Τραμπ, ο εφησυχασμός δεν βοηθάει. Όταν πραγματοποιήθηκε το Εθνικό Συνέδριο των Ρεπουμπλικανών, κάθε του στιγμή ήταν μία ανοησία και μισή, αλλά αμέσως αντιλήφθηκα τη συσπείρωση που προκάλεσε ο Τραμπ στη βάση των ψηφοφόρων του. Συνειδητοποίησα ότι υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα ο Τραμπ να τη βγάλει καθαρή. Το ενδεχόμενο της επανεκλογής του μου προκαλεί απόλυτο τρόμο.

Τι σας ενοχλεί περισσότερο; Ότι κάποιος που έχει αγνοήσει ή αποκρύψει επανειλημμένα την αλήθεια στην επαγγελματική και πολιτική του σταδιοδρομία, κατηγορεί εφημερίδες όπως οι New York Times ότι διασπείρουν fake news; Ή ότι υπάρχουν χιλιάδες πολίτες που πιστεύουν τόσο τον ίδιο όσο και τα fake news, είτε αυτά βγαίνουν από το στόμα του είτε αναπαράγονται στα κοινωνικά δίκτυα;
Ο πατέρας μου ήταν ανέκαθεν Ρεπουμπλικανός, κυρίως γιατί δεν πολυήθελε να πληρώνει φόρους. Δεν ήταν όμως ποτέ πωρωμένος. Ώσπου μπήκε στη ζωή μας το δίκτυο Fox, μια μηχανή παραγωγής μίσους που επί εικοσιτετραώρου βάσεως εκπέμπει περιεχόμενο με σκοπό να εξοργίζει ανθρώπους σαν τον πατέρα μου, να τους κρατάει μόνιμα σε μια κατάσταση θυμού. Τώρα πια αν προσπαθήσεις να πεις οτιδήποτε στον πατέρα μου για τον Τραμπ, θα σου απαντήσει ότι αυτά τα λένε τα ΜΜΕ και είναι fake news.

Αυτό που έχει πετύχει ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ύπουλο και ειδεχθές. Έχει καταστρέψει την εμπιστοσύνη του λαού προς όλους τους θεσμούς. Τώρα πια δεν μπορείς να εμπιστευτείς τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, ένα δημόσιο φορέα που ο Πρόεδρος πολιτικοποίησε αναγκάζοντας τον να δίνει αναφορά στον ίδιο και όχι στον αμερικανικό λαό. Τώρα πια δεν εμπιστεύεσαι το Ταχυδρομείο. Τώρα πια δεν εμπιστεύεσαι το FBI. Τώρα πια δεν εμπιστεύεσαι τη CIA. Όταν όμως ο λαός δεν εμπιστεύεται κανένα θεσμό, βρίσκουν πρόσφορο έδαφος οι συνωμοσιολόγοι. Ο ίδιος μου ο αδερφός πιστεύει σε κάθε μα κάθε θεωρία συνωμοσίας. Για παράδειγμα πιστεύει ότι η Χίλαρι Κλίντον είναι μπλεγμένη σε ένα διεθνές δίκτυο τράφικινγκ μικρών παιδιών, στο οποίο συμμετέχουν ο Τομ Χανκς και ο Τζορτζ Σόρος. Πιστεύει επίσης ότι η κυβέρνηση έχει χτίσει μια μυστική, υπόγεια πόλη και μάλιστα ότι εκεί έχουν κατασκευάσει μια μηχανή που ελέγχει τον καιρό.

Να λοιπόν τι συμβαίνει όταν όλα όσα λέει ένας Πρόεδρος είναι ψέματα, όταν χάνεται η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς. Κερδίζουν έδαφος θεωρίες όπως ότι τα εμβόλια προκαλούν αυτισμό ή ότι οι επιστήμονες έχουν βρει τη θεραπεία για τον καρκίνο αλλά κάποιοι σατανικοί εγκέφαλοι δεν τους επιτρέπουν να το πουν δημόσια γιατί είναι προτιμότερο να αρρωσταίνει ο κόσμος για να κερδοφορούν οι φαρμακευτικές εταιρίες. Ξέρετε πόσοι άνθρωποι πιστεύουν σε τέτοιες ανοησίες, συνεπικουρούμενοι από τη συστηματική καταστροφή της αξιοπιστίας των αμερικανικών θεσμών από τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ;

«Οι αναγνώστες καταλαβαίνουν πότε είσαι ψεύτικος και προσπαθείς να το παίξεις πιο ενάρετος απ’ όσο είσαι στην πραγματικότητα. Όταν ομολογείς τα λάθη και τα μειονεκτήματά σου, είναι που οι άνθρωποι έρχονται πιο κοντά σου».

Περιγράφετε μία νοσηρή πραγματικότητα. Πιστεύετε ότι είναι εφικτή η αναστροφή της αν εκλεγεί ο Τζο Μπάιντεν;
Λέει ότι θέλει να ενώσει τους ανθρώπους, αλλά αυτό δεν θα σταματήσει τους μηχανισμούς παραγωγής οργής από την άλλη πλευρά. Κάθε άλλο, είναι προφανές ότι κάθε επόμενη μέρα παράγουν και προκαλούν ολοένα και περισσότερη οργή και αποτροπιασμό. Ακόμη και όντας αντιμέτωποι με έναν κοινό εχθρό σαν τον κορωνοϊό που δεν κάνει διακρίσεις, αντί να ενωθούν οι άνθρωποι και να συμφωνήσουν, έρχονται στα χέρια. Σε άλλες χώρες πώς τα καταφέρνουν; Ζω σε ένα μικρό χωριό της Αγγλίας λίγο έξω από το Σάσεξ. Κάποιοι κάτοικοι του χωριού ψήφισαν υπέρ του Brexit, κάποιοι κατά - όπως θα έκανα κι εγώ φυσικά αν μπορούσα να ψηφίσω εδώ. Όμως οι μεν μπορούν ακόμη να συζητήσουν με τους δε, μπορούν να είναι ακόμη και φίλοι. Στην Αμερική αυτό γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο, διότι σου λένε ότι αυτοί που δεν συμφωνούν με σένα είναι σατανικοί και προσπαθούν να σου στερήσουν την ευτυχία, να καταστρέψουν τον τρόπο ζωής σου, να σου πάρουν ακόμη και το σπίτι. Βλέπω όλο αυτό τον κόσμο στις συγκεντρώσεις του Τραμπ. Ξέρω ότι πολλοί είναι παραπλανημένοι. Όμως θα το πω κι ας μην είναι πολιτικά ορθό: δυσκολεύομαι κι εγώ να μην τους μισήσω!

Πώς θα σας φαινόταν αν σας διάβαζε τακτικά ή έστω περιστασιακά ένας φανατισμένος ψηφοφόρος του Τραμπ που πιστεύει στις πιο περίεργες θεωρίες συνωμοσίας; Μπορεί να ακούγεται τραβηγμένο ως σενάριο, αλλά αν αναλογιστεί κανείς τις πωλήσεις των βιβλίων σας, την αναγνωσιμότητα της αρθρογραφίας σας ή ακόμη και τις εκατοντάδες χιλιάδες likes στην επίσημη σελίδα σας στο facebook, δεν είναι απίθανο.
Έτσι όπως το θέτετε… Πάντως για να μη βρεθώ προ εκπλήξεων δεν έχω ασχοληθεί ποτέ με τη σελίδα μου στο facebook. Η αδερφή μου, η Έιμι, έχει έντονη παρουσία στο instagram με εκατοντάδες χιλιάδες followers (σ.σ. 700 χιλιάδες) και όποτε ποστάρει κάτι που έχει να κάνει έστω και στοιχειωδώς με την πολιτική, οι άνθρωποι πέφτουν να την κατασπαράξουν, είναι έξαλλοι. Αναρωτιέμαι ποιον πίστευαν δηλαδή όλοι αυτοί ότι θα ψήφιζε; Πόσταρε απλά μία κονκάρδα της καμπάνιας Τζο Μπάιντεν-Καμάλα Χάρις και πάρα πολλοί -όχι όλοι φυσικά- έγραφαν από κάτω: «σταματώ να σε ακολουθώ» ή «Trump, bitch!» ή «δεν με νοιάζει η γνώμη σου μωρή φιλελεύθερη ελιτίστρια του Χόλιγουντ». Μα δεν ζει καν στο Χόλιγουντ!. Δει στη Νέα Υόρκη! Δεν πήγε καν στο πανεπιστήμιο! Δεν είναι ελίτ! Δεν ξέρει καν ορθογραφία!

Όπως είπατε ο πατέρας σας αλλά και άλλοι συγγενείς σας υποστηρίζουν ενεργά τον Τραμπ και οι διαμάχες σας σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα αλλά και με όσα απορρέουν από αυτό είναι κάτι με το οποίο καταπιάνεστε στο τελευταίο σας βιβλίο. Είναι φυσικά σύνηθες να διαφωνούμε με τους γονείς μας για το ένα ή το άλλο, σημαντικό ή μη, θέμα. Μιας και είστε όμως είκοσι χρόνια μεγαλύτερός μου, θα ήθελα να μου πείτε αν έρχεται τελικά κάποια στιγμή στη ζωή που απλά συμφωνείτε ότι διαφωνείτε και κάνετε την ειρήνη σας με το γεγονός ότι ως γιος δεν αντέχετε ορισμένες πτυχές του χαρακτήρα ενός ανθρώπου που αγαπάτε για κάποιους άλλους λόγους. Και όχι οποιουδήποτε ανθρώπου, αλλά ακόμη και του ίδιου του πατέρα σας.
Πρέπει να πω ότι είναι κάπως διαφορετικά τα πράγματα για μένα. Η μεγαλύτερη αδερφή μου, η Λίζα, σε όλη της τη ζωή επιζητούσε την αποδοχή του πατέρα μου, ο οποίος σήμερα είναι 97 ετών. Πριν από όχι και τόσο πολύ καιρό της τηλεφώνησε και της είπε: «σε σκεφτόμουν έντονα τον τελευταίο καιρό, συγκεκριμένα το πώς έχεις σπαταλήσει τη ζωή σου. Δεν έχεις καταφέρει τίποτα σημαντικό». Μιλάμε για μία γυναίκα που οδηγεί δύο ώρες για να τον πάει σε ραντεβού με τον γιατρό και γενικά έχει κάνει τόσα πολλά για εκείνον ειδικά όσο καιρό ζει στο γηροκομείο. Κι αυτός την κλωτσάει στη μούρη, ξανά και ξανά.

Λυπάμαι πολύ όσους έχουν πατεράδες που είναι μεγάλοι μαλακές χωρίς καν να μπορούν να βγάλουν κάποιο κέρδος από μία τόσο απαίσια κατάσταση. Εγώ τουλάχιστον γράφω βιβλία και μάλιστα ο κόσμος θέλει να τα διαβάζει. Είναι όμως τόσα αλλά αυτά για τα οποία δεν μπορώ να συζητήσω με τον πατέρα μου, γιατί και το λέγειν δεν είναι το φόρτε του. Δηλαδή αν δεν μαλώνεις μαζί του, θα σε ρωτήσει «τι κάνεις;» ή «πώς είναι η υγεία σου;», μπανάλ κουβεντολόι, το τίποτα το ίδιο. Τον τελευταίο καιρό του στέλνω γράμματα, απλά και μόνο επειδή δεν θέλω να μαλώνω άλλο μαζί του. Την τελευταία φορά που τον είδα μου είπε: «Έλαβα δυο γράμματα από σένα. Μόνο δύο. Είναι προφανές ότι δεν έχεις και πολλά να μου πεις». Κι εγώ σκέφτηκα τι είναι αυτά που λες, κανείς άλλος δεν σου στέλνει γράμματα! Είμαι η μοναδική σου αλληλογραφία, φίλε!

«Αυτό που έχει πετύχει ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ύπουλο και ειδεχθές. Έχει καταστρέψει την εμπιστοσύνη του λαού προς όλους τους θεσμούς».

Τελικά ποια είναι η καλύτερη και η χειρότερη πτυχή του να μεγαλώνεις;
Θεέ μου, νομίζω ότι το δύσκολο με το να μεγαλώνεις είναι ότι κατά κάποιο τρόπο γίνεσαι αόρατος. Αν λήστευα μια τράπεζα και η αστυνομία ζητούσε από τους ταμίες να με περιγράψουν, θα έλεγαν απλά: «είχε γκρίζα μαλλιά». Δεν θα πρόσεχαν τίποτα παραπάνω. Επίσης κατά μία έννοια βγαίνεις ολοένα και περισσότερο εκτός κάδρου, αλλά αυτό δεν με ενοχλεί τόσο πολύ γιατί σκέφτομαι ότι εντάξει, είχα κι εγώ την ευκαιρία μου να είμαι κάπως σημαντικός, απλά τώρα είναι η σειρά των επόμενων. Υπήρχε μια εποχή που πολλοί έλεγαν: «να ρωτήσουμε τον Ντέιβιντ Σεντάρις τι γνώμη έχει για αυτό το ζήτημα». Ενώ τώρα τείνουν στο «α ναι, έχετε κι εσείς άποψη;», αλλά εντάξει, είμαι 63 ετών, καταλαβαίνω ότι έτσι πάει, αργά ή γρήγορα θα αντικατασταθείς από κάποιον άλλο, οι νεότεροι θα πάρουν τη θέση σου στον ήλιο.

Είναι φυσικά και τα ζητήματα υγείας. Ευτυχώς δεν λαμβάνω καμία αγωγή, αλλά ξέρω ότι κάθε μεγάλος άνθρωπος μπορεί να παραπονιέται νυχθημερόν για την υγεία του και τα διάφορα «πονάκια». Θα μπορούσα κι εγώ να σου μιλήσω για το πόσο πιασμένος είμαι τώρα, αλλά ξέρω ότι οφείλεται στο ότι κολύμπησα μερικά χιλιόμετρα. Αυτό έλειπε να μην ήμουν πιασμένος σε τέτοια ηλικία. Να τι είναι πραγματικά φριχτό: να έχεις φτάσει στα βαθιά σου γεράματα και να είσαι φτωχός. Όταν έχεις κάποια χρήματα, μπορείς να απαλύνεις τον πόνο των γηρατειών. Αλλά το να είσαι γέρος και να μην ασχολείσαι καν με το να κοιτάξεις τις τιμές της κομπόστας στο σούπερ μάρκετ γιατί ξέρεις ακριβώς ποια είναι η φτηνότερη, είναι δράμα. Γενικά δεν έχει και πολύ πλάκα να γερνάς, θα το καταλάβεις κι εσύ εν καιρώ.

Αν μπορούσατε να πατήσετε ένα κουμπί, να ξυπνήσετε το επόμενο πρωί και να είστε 25 ετών, χωρίς όμως να έχετε καμία μνήμη της σημερινής σας ζωής αλλά και χωρίς κανείς να μπορεί να εγγυηθεί ότι θα σας συμβούν πάλι τα ίδια πράγματα, θα το κάνατε;
Όλα μου τα ρούχα θα μου πήγαιναν καλύτερα αν ήμουν 25 ετών. Μισό λεπτό, όμως. Είναι πολύ καλή ερώτηση. Θεέ μου, θα το πατούσα αυτό το κουμπί; Θα μπορούσα δηλαδή είτε να ξαναζήσω την ίδια ζωή ή και μία εντελώς διαφορετική;

Δεν υπάρχει καμία εγγύηση πέρα από το ότι θα ήσασταν και πάλι νέος.
Νομίζω ότι θα μείνω εδώ που είμαι. Πολύ μεγάλο κομμάτι του ποιος είμαι και του πού βρίσκομαι στη ζωή μου, προέκυψε κατά τύχη. Δεν είμαι τόσο σίγουρος ότι μπορείς να έχεις τέτοια τύχη δεύτερη φορά. Θυμάμαι ότι στα 25 μου έγραφα κάθε μέρα, οπότε και τώρα το ίδιο θα έκανα, υποθέτω μάλιστα ότι θα έχτιζα μια κάποια καριέρα, αλλά δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι θα είχε μεγάλη σχέση με την πορεία που έχω διαγράψει ως συγγραφέας μέχρι σήμερα. Άσ’ το καλύτερα, θα αρκεστώ σε ό,τι έχω και θα συνεχίσω να προσεύχομαι να βρει κάποιος ένα χάπι ώστε να μπορείς να είσαι 63 αλλά να μοιάζεις με 25. Φαντάζεσαι τι θα γινόταν αν ένας κανονικός νέος έπεφτε στο κρεβάτι με κάποιον που φαίνεται 25 αλλά στην πραγματικότητα είναι 90; Θα έφευγε τρέχοντας και φτύνοντας από το δωμάτιο!

Ακολουθείτε κάποια συγκεκριμένη διαδικασία κάθε φορά που ξεκινάτε να γράφετε ένα βιβλίο; Για παράδειγμα, κάνετε πρώτα μια περίληψη; Κρατάτε σημειώσεις σε καθημερινή βάση ώστε να υπάρχει υλικό από το οποίο μπορείτε να αντλήσετε; Ή αφήνετε τη μνήμη σας και το μυαλό σας να υπαγορέψουν επί τόπου τι θα γράψετε;
Έχω ένα σημειωματάριο στην τσέπη μου, όπου γράφω πράγματα συνέχεια. Έχω και ένα αρχείο στον υπολογιστή μου με ιδέες για μικρές ή μεγάλες ιστορίες. Χθες μάλιστα πρόσθεσα κάτι, για ένα κείμενο σχετικά με τους πιεστικούς ανθρώπους. Δεν τους αντέχω. Σαν τον πατέρα μου που όταν ήμουν μικρός με την παραμικρή αφορμή με σκουντούσε στον ώμο, έλεγε «άντε, σήκω πάνω!» και με έστελνε στην αρχή της ουράς. Οποιαδήποτε ουρά, μπορεί απλά να μοίραζαν δωρεάν δείγματα ζαμπόν στο μάρκετ. Δεν είμαι καθόλου πιεστικός και δε νομίζω ότι είναι αποτελεσματικός τρόπος ζωής.

Πριν από δυο χρόνια ήμουν σε μια πτήση. Ένας συνεπιβάτης ήθελε απεγνωσμένα να τον μεταφέρουν στην Α θέση, οπότε φώναζε στην αεροσυνοδό: «το τραπεζάκι της θέσης μου δεν δουλεύει, υποχρεούστε να με μεταφέρετε στην Α θέση, ακούτε τις σας λέω». Εκείνη τον άκουσε ήρεμα, στράφηκε προς τη γυναίκα που καθόταν δίπλα του και της είπε: «Με συγχωρείτε κυρία, το τραπεζάκι της θέσης σας δουλεύει;». «Ναι, φυσικά» απάντησε εκείνη. Και τότε η αεροσυνοδός είπε: «Θα σας πείραζε να παραχωρήσετε τη θέση σας στον κύριο δίπλα σας; Και θα σας μεταφέρω στην Α θέση». Δεν είναι τέλειο; Λατρεύω να βλέπω ένα δύστροπο, πιεστικό άνθρωπο να μην παίρνει αυτό που θέλει.

Στα βιβλία και τα άρθρα σας υπάρχει κάποιο σημείο που τραβάτε μια κόκκινη γραμμή ως προς την ειλικρίνεια, το χιούμορ και την καυστικότητα; Θα λέγατε ότι αυτολογοκρίνεστε συνειδητά ή είναι κάτι που συμβαίνει χωρίς καν να το καταλαβαίνετε;
Δεν είμαι τόσο σίγουρος. Μάλλον εξαρτάται από το τι γράφω και για ποιον. Για παράδειγμα στο New Yorker έχουν ένα πολύ αυστηρό τμήμα διασταύρωσης και επαλήθευσης ειδήσεων (fact-checking). Τηλεφωνούν στους πάντες. Αυτό με κάνει να προσπαθώ να αποφύγω να γράψω μία ατάκα κάποιου που ξέρω ότι δεν με συμπαθεί, γιατί δεν θέλω να αποκτήσει εξουσία στο κείμενο μου, να αρνηθεί τα πάντα απλώς για να μου κάνει τη ζωή δύσκολη. Δεν αξίζει τον κόπο. Για παράδειγμα όταν ζούσα στη Γαλλία απέναντι μας έμενε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Έγραψα μια ιστορία για έναν άλλο συγχωριανό που ήταν παιδεραστής που καταδικάστηκε και φυλακίστηκε. Έγραψα ότι είχε ένα λευκό φορτηγάκι. Οι του τμήματος ελέγχου του New Yorker επικοινώνησαν με τους πάλαι ποτέ γείτονές μου και τους ρώτησαν αν ήταν όντως λευκό το φορτηγάκι. Ξέρεις τι απάντησαν; «Όχι, ήταν στο χρώμα του γάλακτος και το φορτηγάκι δεν ήταν δικό του, ανήκε στον αδερφό του που τον άφηνε να το οδηγήσει». Για το Θεό, το γάλα είναι λευκό! Και δεν είπα ποτέ ότι ήταν δικό του το φορτηγάκι, απλά ότι το οδηγούσε. Η ιστορία δεν ήταν για το φορτηγάκι, ήταν για τον παιδεραστή!

Κατά τα άλλα, δεν αυτολογοκρίνομαι συχνά. Υπάρχουν φορές που γράφω και σκέφτομαι ότι θα φανώ πολύ μεγάλος μαλάκας αν συμπεριλάβω κάτι που είπα σε κάποιον. Θέλω να πιστεύω όμως ότι οι αναγνώστες καταλαβαίνουν πότε είσαι ψεύτικος και προσπαθείς να το παίξεις πιο ενάρετος απ’ όσο είσαι στην πραγματικότητα. Όταν ομολογείς τα λάθη και τα μειονεκτήματά σου, είναι που οι άνθρωποι έρχονται πιο κοντά σου. «Κι εγώ κάπως έτσι είμαι» σκέφτονται, «δεν μου αρέσει αυτό το κομμάτι του εαυτού μου, αλλά καταλαβαίνω τι εννοεί».

Θα ήθελα το σχόλιο σας σχετικά με την αμφιλεγόμενη ανοικτή επιστολή που δημοσιεύτηκε στο αμερικανικό περιοδικό Harper’s, με την οποία οι 153 συγγραφείς, καλλιτέχνες, πανεπιστημιακοί και άλλοι διανοούμενοι που την υπογράφουν -ανάμεσά τους οι Μάργκαρετ Ατγουντ, Σαλμάν Ρούσντι, Φράνσις Φουκουγιάμα, Νόαμ Τσόμσκι- καταγγέλουν την επικράτηση της «κουλτούρας της ακύρωσης» και τον περιορισμό της ελεύθερης έκφρασης.
Είναι κάτι που σκέφτομαι διαρκώς. Ευτυχώς δεν είμαι στο Twitter. Μπορεί κάποιος να ποστάρει ένα κείμενό μου και ο κόσμος να αρχίσει να με βρίζει, αλλά εγώ δεν θα το πάρω χαμπάρι. Δεν ξέρω αν θα με επηρέαζε, αλλά και μόνο ότι το σκέφτομαι, λέει κάτι. Πρόσφατα πούλησα στο New Yorker μια ιστορία που διαδραματιζόταν το χειμώνα που μας πέρασε στη Νέα Υόρκη. Σε κάποιο σημείο της αναφέρομαι σε έναν άντρα που είχα δει. Ήταν ψιλομεθυσμένος και στεκόταν έξω από ένα φαρμακείο κρατώντας δυο δολάρια. Μόλις πέρασα από μπροστά του μου είπε: «Μην κοιτάς τα λεφτά μου, σκύλα». Ξέρεις τι μου είπαν από το New Yorker; «Συγνώμη, αλλά πρέπει να ξεφορτωθείς τη λέξη σκύλα (σ.σ. bitch), γιατί το κάνεις να φαίνεται σαν όλοι οι μαύροι να είναι επικίνδυνοι». Και τους είπα: α)Δεν ανέφερα πουθενά ότι ο άντρας ήταν μαύρος -ήταν λευκός!- και β)όποιο και να είναι το χρώμα του δέρματος σου, είναι πολύ πιθανό να χρησιμοποιείς τέτοιες λέξεις όταν έχεις κάνει φυλακή. Το τόνισα αυτό γιατί στην ιστορία έγραψα ότι μόλις ο τύπος με αποκάλεσε «σκύλα», σκέφτηκα όπα μεγάλε, πότε βγήκες από τη στενή; Καταλαβαίνεις τι φόβος επικρατεί; Και τι θα γινόταν δηλαδή αν αυτός που μου είπε «μην κοιτάς τα λεφτά μου, σκύλα» ήταν μαύρος; Δεν λέει τίποτα απολύτως για τους μαύρους στο σύνολο τους.

Μια άλλη φορά μου ζήτησαν από ένα άλλο περιοδικό να γράψω για μία χριστουγεννιάτικη παράδοση της οικογένειας μου στον αμερικανικό νότο. Η μητέρα μου ήταν αυτή που έκανε ξεχωριστά τα Χριστούγεννα με τις ετοιμασίες της, ακόμη και με τις υπερβολές της. Όταν πέθανε, έπρεπε να σκαρφιστούμε ως οικογένεια κάποιο νέο τρόπο να τα γιορτάζουμε. Τη μία χρονιά μαζευτήκαμε στο σπίτι της μίας μου αδερφής, την επόμενη χρονιά στο σπίτι της άλλης, ώσπου κάποια χρονιά η αδερφή μου η Amy, ανήμερα των Χριστουγέννων πρότεινε να πάμε να δούμε μια ταινία μόνο με μαύρους ηθοποιούς. Πήγαμε λοιπόν και είδαμε μία «μαύρη ταινία» (σ.σ. black movie). Την επόμενη χρονιά το ξανακάναμε. Την επόμενη επίσης. Οπότε έγινε κάπως σαν η νέα χριστουγεννιάτικη συνήθεια μας. Όμως από το περιοδικό μου είπαν: «πρέπει να αφαιρέσουμε το συγκεκριμένο απόσπασμα, εξαιτίας της τρέχουσας ατμόσφαιρας μπορεί να φανεί ρατσιστικό». Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Μα πώς είναι ρατσιτικό το να πας να δεις μια ταινία με μαύρους ηθοποιούς; Η αδερφή μου δεν είπε ποτέ να πάμε να δούμε μια νέγρικη ταινία. Τότε ναι, να μιλήσεις για ρατσισμό.

Σήμερα όλοι στα περιοδικά και τις εφημερίδες είναι τρομοκρατημένοι. Κάποιος θα απομονώσει μια φράση, θα την ανεβάσει στο twitter και θα γίνει πανζουρλισμός. Πίστεψέ με, είναι εξαντλητικό. Ευτυχώς που υπάρχουν τα βιβλία, μπορώ να βάλω ό,τι θέλω εκεί μέσα. Υπάρχει, όμως και στους εκδοτικούς οίκους ένα νέο πόστο: Αναγνώστης Ευαισθησίας (sensitivity reader) και μπορείς πια ως συγγραφέας να ζητήσεις να διαβάσει το βιβλίο σου. Μια συνάδελφός μου ταξίδεψε ως την Ινδία. Κατόπιν έγραψε μία ιστορία. Φοβούμενη ότι ενδεχομένως κάποιοι να προσβληθούν, ζήτησε από τον εκδότη μας έναν τέτοιο αναγνώστη. Έδωσαν το κείμενο της σε δύο Ινδές. Η μία, γύρω στα 50, είπε ότι δεν βρήκε προσβλητικό τίποτα απολύτως σε ολόκληρο το κείμενο. Η άλλη, γύρω στα 20, είπε ότι δεν βρήκε τίποτα που να μην είναι προσβλητικό.

Είναι όπως πηγαίνεις στο γιατρό και σε ρωτάει πόσο πολύ πονάς, από το ένα μέχρι το δέκα. Νιώθω ότι το δικό μου 2 αντιστοιχεί στο 10 ενός νέου ανθρώπου. Δεν είναι περίεργο ότι η νεολαία είναι αυτή που προσβάλλεται από τα πάντα; Δεν έχεις ιδέα τι είδους αλληλογραφία λαμβάνω. Ήταν μία αναγνώστρια που μου έγραψε: «Ήρθα σε μια ομιλία σου και χρησιμοποίησες τη λέξη “μαϊμούδες” τέσσερις φορές και όλοι ξεκαρδίστηκαν. Σε περίπτωση που δεν το γνωρίζεις, οι λευκοί αποκαλούσαν “μαϊμούδες” τους Αφροαμερικανούς για πολλά χρόνια». Μα μιλούσα για κανονικές μαϊμούδες! Δεν υπάρχει άλλη λέξη για τη μαϊμού! Σκέτη παράνοια! Γι’ αυτό και σε μεγάλο βαθμό βρίσκω ιδιαίτερα ενοχλητική τη μαζική διάσταση της κουλτούρας ακύρωσης, το ότι όλοι ποδοπατιούνται για το ποιος θα ανέβει πρώτος στο τρένο της. Νομίζω ότι δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Αυτό που κάνει είναι να αναγκάζει τους ανθρώπους να ψιθυρίζουν τις απόψεις τους και να μιλάνε μόνο σε όσους ξέρουν ότι μπορούν να τους εμπιστευτούν. Είναι σαν να αντιμετωπίζεις το σύμπτωμα του προβλήματος και όχι την αιτία του.

«Λυπάμαι πολύ όσους έχουν πατεράδες που είναι μεγάλοι μαλακές χωρίς καν να μπορούν να βγάλουν κάποιο κέρδος από μία τόσο απαίσια κατάσταση. Εγώ τουλάχιστον γράφω βιβλία και μάλιστα ο κόσμος θέλει να τα διαβάζει».

Ας ολοκληρώσουμε με μία ερώτηση που κατά κάποιο τρόπο μας επιστρέφει στην αρχή της συζήτησης μας. Ως κάποιος που έχει περάσει όλη του τη ζωή γράφοντας για τα βιώματα του, πιστεύετε ότι στο τέλος της ημέρας κάθε ζωή μπορεί να θεωρηθεί ενδιαφέρουσα ή βαρετή, και αυτό έχει να κάνει απλά με το πώς θα την περιγράψει κανείς;
Υπάρχουν φορές που γνωρίζεις κάποιον, σου φαίνεται πολύ βαρετός, μετά κάνεις τις σωστές ερωτήσεις και μπορεί να γίνει συναρπαστικός. Ο κύριος με τον οποίο δείπνησα χθες φαινόταν εξαρχής βαρετούλης. Τον ρώτησα όμως δυο-τρία πράγματα, κάποια στιγμή ανέφερε ότι επρόκειτο να ταξιδέψει για πολλοστή φορά στην Ατλάντα, «πού θα μείνετε;» τον ρώτησα, «στο ξενοδοχείο του αεροδρομίου» απάντησε. Δηλαδή πέντε μέρες δεν θα φύγει από το αεροδρόμιο γιατί είναι ένας από αυτούς τους περίεργους τύπους που ταξιδεύουν ανά τον κόσμο κι έχουν ως χόμπι το planespotting. Μα δεν είναι συναρπαστικό αυτό;

Για ένα χρονικό διάστημα δίδασκα δημιουργική γραφή. Πολλοί άνθρωποι, ξέρεις, πιστεύουν ότι επειδή κάποτε τους συνέβη κάτι τραγικό, πρέπει να γίνουν συγγραφείς. Μόνο και μόνο επειδή σε βίασε ο πατέρας σου, κάτι που είναι φυσικά απαίσιο, δεν σημαίνει ότι έχεις ένα καλό βιβλίο στα χέρια σου. Ο πόνος δεν συνεπάγεται σώνει και καλά λογοτεχνία. Εμένα, για παράδειγμα, δεν με βίασε ο πατέρας μου. Αν εξαιρέσεις μερικά χαστούκια όταν ήμουν μικρός, δεν έχω να παραπονεθώ για πάρα πολλά πράγματα. Οπότε ναι, όλα εξαρτώνται από τον τρόπο που θα πεις την ιστορία. Επίτρεψε μου να πω κάτι. Ελπίζω να μην ακουστώ σαχλός, αλλά πιστεύω ότι οι Έλληνες δημοσιογράφοι είστε οι καλύτεροι στον κόσμο. Αλήθεια! Όλοι οι άλλοι πάντα ρωτάνε τα ίδια πράγματα. Ενώ οι Έλληνες ρωτάτε πράγματα που πάντα με πιάνουν εξ απίνης. Πώς το κάνετε αυτό; Οφείλεται στη ζέστη και τον ήλιο;

Το βιβλίο «Καλυψώ» του Ντέιβιντ Σεντάρις κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι (μτφρ. Μυρσίνη Γκανά).

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED