Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο

Δείτε λίγο το βιογραφικό σας κ. Χατζηδάκη πριν νομοθετήσετε για τη δική μας εργασία

Η Μαρία Λούκα, γράφει πώς στο σύνολο του το νομοσχέδιο αποτελεί μια κίνηση περιφρόνησης προς τους ανθρώπους της εργασίας.

Ανήκω σ’ εκείνη τη γενιά που έκανε το πρώτο βλεφάρισμα της στον κόσμο την περίοδο που ο Κωστής Χατζηδάκης είχε ήδη δρομολογήσει την πολιτική του καριέρα και φρόντισε να μην εκτροχιαστεί στιγμή από την ευθύγραμμη και γαλαζοστολισμένη πορεία του. Γραμματέας της ΔΑΠ- ΝΔΦΚ το 1987-1989 και αμέσως μετά μέλος της γραμματείας πολιτικού σχεδιασμού του κόμματος. Όταν εμείς καθόμασταν στα πρώτα μας θρανία, ανυποψίαστες/οι ακόμα γι’ αυτό που μας επιφυλάσσει το μέλλον, εκείνος είχε ήδη αναβαθμιστεί σε πρόεδρο της ΟΝΝΕΔ το 1992-1994, λίγο μετά δηλαδή από την αποφράδα ημερομηνία που ο καθηγητής Νίκος Τεμπονέρας έπεφτε νεκρός στην Πάτρα από τα χέρια του επίσης Οννεδίτη και νυν διευθυντή τραπεζικού υποκαταστήματος Γιάννη Καλαμπόκα. Αλλά ήμασταν πολύ μικρές/οι ακόμα για να συνειδητοποιήσουμε ότι το αίμα όταν χύνεται τόσο άδικα, ρέει ζεστό στη μνήμη. Το μάθαμε αργότερα, προσθέτοντας σ’ αυτό το ιδιότυπο μαρτυρολόγιο της θλίψης και της οργής κι άλλα ονόματα, κι άλλο άδικα χυμένο αίμα.

Στη μακρά περίοδο των 13 ετών, κατά την οποία ο Κωστής Χατζηδάκης ήταν ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας μεταξύ 1994-2007, εμείς ολοκληρώναμε διαδοχικά σχολικές βαθμίδες, διαβάζαμε, διαβάζαμε, διαβάζαμε, περνάγαμε τη μια εξεταστική πίστα μετά την άλλην και οι οικογένειες μας πλήρωναν αδρά φροντιστήρια και ιδιαίτερα, με μικρότερες ή μεγαλύτερες στερήσεις η καθεμιά και την ατράνταχτη πεποίθηση ότι αυτή θα ήταν η τελευταία θυσία που κάνουν, επενδύοντας στο επαγγελματικό μέλλον του παιδιού τους που το Nitro, το Euro, η «Χρυσή Ελλάδα» του 2004, τα Greek statistics, η ΟΝΕ που «είναι το σπίτι μας» προδιέγραφαν λαμπρό – ίσως όχι τόσο λαμπρό όσο του Κωστή Χατζηδάκη αλλά θα είχε τη γυαλάδα του κι αυτό. Πλανήθηκαν προφανώς. Ναυάγησαν κάπου μεταξύ δεικτών ανεργίας, ατομικών συμβάσεων με πετσόκομα μισθών, κόκκινων δανείων, ληξιπρόθεσμων οφειλών και δωματίων με εφηβικά πόστερ που φιλοξενούσαν μελαγχολικούς ενήλικες. Στους ίδιους τόπους βρέθηκαν αποκαμωμένα θραύσματα από τα όνειρα που κάναμε μπαίνοντας στο Πανεπιστήμιο ότι τα πτυχία μας θα έχουν ένα αντίκρισμα αξιοπρέπειας, ότι θα εργαστούμε σε ανθρώπινους ρυθμούς, ότι θα αμοιβόμαστε με όρους που θα μας διασφαλίζουν μια ποιότητα ζωής, ότι θα έχουμε μια εργασιακή σταθερότητα που θα μας επιτρέπει να δημιουργούμε, να εξελισσόμαστε και γενικά να μη μοιάζει η επιβίωση μας με μια αέναη σχοινοβασία.

Γιατί – κι έρχομαι στον επόμενο σταθμό της πολιτικής καριέρας Χατζηδάκη – αυτά τα 14 χρόνια, από το 2007 μέχρι το 2021 που ο Κωστής Χατζηδάκης εκλέγεται βουλευτής και ενίοτε προΐσταται Υπουργείων για να βλέπει τα βλαβερά κατορθώματα των χειρισμών του να γίνονται σχέδια σε τούρτες γενεθλίων, εμείς μπήκαμε μέσα στη φωτιά. Και τσουρουφλιστήκαμε. Οι άνθρωποι της γενιάς μου, αυτοί/ες που είναι σήμερα 30+, παρακολουθούν καρέ – καρέ την ενηλικότητα τους να συνυφαίνεται με την κρίση – πρωτίστως την οικονομική αλλά γενικά με κάθε είδους κρίση, οικονομική, προσφυγική, πολιτική, περιβαλλοντική, εσχάτως και υγειονομική που προμηνύει μια νέα οικονομική προτού συνέλθουμε ακόμα από την προηγούμενη. Έχουν δει τους εαυτούς τους να φιγουράρουν σε δημοσιεύματα του διεθνούς τύπου ως «η χαμένη γενιά της Ελλάδας», δίπλα σ' αυτή που γεννήθηκε το διάστημα 1883 – 1890 και ενηλικιώθηκε στη διάρκεια του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, όπου και αναφέρθηκε πρώτη φορά ο όρος από τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Έχουν αποχαιρετίσει φίλους και αδέρφια που εξακοντίστηκαν στα πέντε σημεία του πλανήτη γιατί δεν άντεχαν άλλο. Έχουν αναγκαστεί να επιστρέψουν στα πατρικά τους σπίτια και να πενθήσουν μια ανεξαρτησία που δε χάρηκαν. Έχουν γεμίσει τα inbox τους με εκατοντάδες αιτήσεις για δουλειά και προγράμματα. Έχουν φουλάρει τα βιογραφικά τους με τίτλους σπουδών, σεμινάρια και κάμποσες θέσεις προϋπηρεσίας. Έχουν διαβεί την έρημο της νεανικής ανεργίας που στραγγίζει κάθε γραμμάριο ενέργειας, έχουν δουλέψει σκληρά πάνω σε μηχανάκια, πάνω σε ταμεία, πάνω σε υπολογιστές, μέσα σε υπηρεσίες, σε νοσοκομεία, σε σχολεία, έχουν εργαστεί με κάθε λογής απίθανη σύμβαση που σκαρφίστηκαν οι ιεροκήρυκες της «ελεύθερης αγοράς», με σύμβαση μιας μέρας, με σύμβαση ενός μήνα, με part time σύμβαση, με σύμβαση εκ περιτροπής εργασίας, με σύμβαση έργου, με καθόλου σύμβαση. Έχουν πληρωθεί με εξευτελιστικούς μισθούς. Έχουν απολυθεί για λόγους εκδικητικούς, επειδή ζήτησαν καλύτερες σχέσεις εργασίας, επειδή αντέδρασαν σε ταπεινωτικές συμπεριφορές, επειδή δε δέχτηκαν να ενταφιάσουν την ιδέα της συλλογικής διεκδίκησης, επειδή απήργησαν, επειδή ήταν σε εγκυμοσύνη ή επειδή κάπου χαλούσαν την οργιαστική εξίσωση της ασύστολης κερδοφορίας με την εργασιακή εκμηδένιση. Κι έχουν βιώσει το κοινωνικοοικονομικό στρες με όλα τους τα κύτταρα.

Εσείς κύριε Χατζηδάκη, με το βιογραφικό του Υπουργού Εργασίας που δεν έχει εργαστεί - καθότι πολιτικό στέλεχος για 34 συναπτά έτη- πως ακριβώς αξιώνετε να νομοθετήσετε για τη δική μας εργασία; Όσο να πεις, όταν ξυπνάς το πρώτο χάραμα για να κάνεις δύο βιαστικά τσιγάρα πριν πας για δουλειά και γυρίζεις από εκεί μετά τη δύση του ήλιου, με πόδια που πονάνε, μάτια που τσούζουν κι ένα μυαλό ισοπεδωμένο που δεν αντέχει κανένα άλλο ερέθισμα πέρα από το ταβάνι, όταν βλέπεις τις φίλες σου να έχουν πάρει τη μέση τους στα χέρια αλλά να βρίσκονται την επόμενη μέρα στο πόστο τους με αναλγητικά, όταν αδειάζει η επιθυμία σου στο τέλος του μήνα μαζί με τον τραπεζικό σου λογαριασμό, όταν μπαίνεις 10 φορές την ημέρα στο ebanking γιατί κρέμεται η επιβίωση σου από τις ενδείξεις του, ακούγεται κάπως ενοχλητικά φλύαρο να σου λένε άνθρωποι που δε διαθέτουν κανένα τέτοιο βίωμα ότι οκ δεν πειράζει, θα τα πάρεις σε ρεπό. Γιατί δεν παίρνετε εσείς ρεπό κύριε Χατζηδάκη; Η γιατί δεν πάτε εσείς να μαζέψετε ελιές;

Γενικά δεν αρέσκομαι στα προσωποποιημένα επιχειρήματα. Τα αποφεύγω συνήθως, καθώς αντιλαμβάνομαι την πολιτική ως σύστημα σχέσεων, δομών, συμφερόντων και ιδεολογιών και όχι τόσο στη διάσταση του ατόμου. Δεν έχω δηλαδή κάποια αυταπάτη ότι ένα άλλο πρόσωπο στη θέση του Υπουργού Εργασίας της κυβέρνησης θα έφερνε ένα λιγότερο εκτρωματικό νομοσχέδιο. Η προσήλωση της κυβέρνησης στο νεοφιλελεύθερο αφήγημα είναι αδιατάραχτη και απερίσπαστη. Άσε που αρκετά κυβερνητικά στελέχη έχουν παρόμοιο βιογραφικό με αυτό του Κωστή Χατζηδάκη. Ένιωσα την ανάγκη να υπογραμμίσω την εξόφθαλμη αντίφαση ανάμεσα στο βιογραφικό του Υπουργού Εργασίας και στη συλλογική εμπειρία των ανθρώπων που θα λουστούν τις επιπτώσεις των αποφάσεων του, επειδή αποτυπώνει αρκούντως γλαφυρά κάτι ευρύτερο: την απόσταση της πορφυρογέννητης, περιφραγμένης και θωρακισμένης από τα άγχη των απλών ανθρώπων πολιτικής εξουσίας από μια ρημαγμένη κοινωνία που πασχίζει να βγει από το σπιράλ της φτωχοποίησης αλλά τη σπρώχνουν ξανά μέσα σε αυτό. Μια απόσταση σύμφυτη με την αλαζονεία του ίδιου του νεοφιλελευθερισμού, που ενώ έχει αποδειχθεί και στους πλέον δύσπιστους πως η υπόσχεση του για ευημερία και ανάπτυξη ήταν κούφια και σήμαινε όξυνση των ταξικών ανισοτήτων και λεηλασία των φυσικών και ανθρώπινων πόρων, ετοιμάζει μια νέα ρελάνς καταστροφής πάνω στο σοκ της πανδημίας.

Το νομοσχέδιο, όσο κι αν πασπαλιστεί με παραπλανητικές αναφορές, επιλεκτικές αποσιωπήσεις και εσάνς προοδευτικότητας, είναι άθλιο. Συνιστά μια βαθιά αντεργατική μεταρρύθμιση και ακυρώνει ουσιώδεις πτυχές της συνδικαλιστικής νομοθεσίας, καθιστώντας την ανενεργή. Ελαστικοποιεί και επισφαλειοποιεί περαιτέρω τις σχέσεις εργασίας μέσα από το φαιδρό κατασκεύασμα της «ατομικής διευθέτησης του χρόνου εργασίας» καταστρατηγώντας το οχτάωρο/πενθήμερο, εκθέτει ακόμα περισσότερο τον κόσμο της εργασίας απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία γιατί καμία και κανένας από εμάς δεν «διευθετεί» ισότιμα με το αφεντικό του, συμπιέζει το μισθολογικό κόστος, αποδυναμώνει κι άλλο τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εισάγει από το παράθυρο μέσα από τις ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους μερικής απασχόλησης το θεσμό των zero hour contracts όπου ο εργοδότης θα μπορεί, κατά το δοκούν, να καλεί τον εργαζόμενο πχ για μια ώρα το πρωί και δύο το απόγευμα απορρυθμίζοντας τη ζωή του, αυξάνει και φτηναίνει τις υπερωρίες, διευρύνει τον κατάλογο των επιχειρήσεων που δεν ισχύει η κυριακάτικη αργία, με σειρά διατάξεων διευκολύνει ακόμα περισσότερο τις απολύσεις δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα στους εργοδότες για μείωση της αποζημίωσης αλλά και για μη επαναπρόσληψη σε περίπτωση που μια απόλυση κριθεί άκυρη από το δικαστήριο, ενώ με άλλες προβλέψεις πλήττει καίρια το απεργιακό δικαίωμα, ποινικοποιεί τη συνδικαλιστική δράση και επιβραβεύει την απεργοσπασία.

Ένα τελευταίο που θέλω να σημειώσω γιατί έχει μοσχοπουληθεί από κατευθυνόμενα ή τουλάχιστον αφελή ρεπορτάζ: για την περίπτωση της σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας το νομοσχέδιο ορίζει «απομάκρυνση ή μετακίνηση από την εργασία ενός εκ των δυο μερών με την υποβολή της καταγγελίας». Στο βαθμό που δεν προσδιορίζεται ποιο από τα δύο μέρη, συνεπάγεται ότι είναι πιθανό ένας εργοδότης να επιλέξει να απομακρύνει ή να μετακινήσει από την εργασία το άτομο που έχει δεχτεί σεξουαλική παρενόχληση, δηλαδή την επιζώσα της έμφυλης βίας. Κάτι τέτοιο όχι μόνο ενθαρρυντικό δεν είναι αλλά αντίθετα υπάρχει κίνδυνος να αποτρέψει γυναίκες από το να υποβάλλουν καταγγελία.

Στο σύνολο του αποτελεί μια κίνηση περιφρόνησης προς τους ανθρώπους της εργασίας, προς μια γενιά που δεν την αφήνουν να βρει ξέφωτο αλλά δε έχουν καταφέρει να παραλύσουν το θυμό της.

Όχι άλλο. Τα δικαιώματα μας, όσα έχουν απομείνει κι άλλα τόσα που θέλουμε να πάρουμε πίσω μαζί με την κλεμμένη μας ζωή, δεν θα γίνουν η επόμενη τούρτα γενεθλίων του Χατζηδάκη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ
NEWS