Κορονοϊός: Η ευκαιρία της πολιτικής να επικρατήσει της οικονομίας

Κράτος, αγορές και τα μαθήματα της κρίσης του 2008.

Μια αεροφωτογραφία δείχνει μια σχεδόν έρημη, από ανθρώπους κι αυτοκίνητα, λεωφόρο στο Ανόι. Βιετνάμ/EPA / LUONG THAI LINH































Θα ξεκινήσω με το κλισέ της περιόδου. Αναμφίβολα ζούμε σε μια πρωτόγνωρη εποχή, δεν υπάρχει άλλο ιστορικό παράδειγμα για αυτό που βιώνει όλος ο πλανήτης (σχεδόν) ταυτόχρονα. Έχουν γραφτεί άπειρες αναλύσεις για τις συνέπειες αυτού του πολύ ιδιαίτερου γεγονότος στην κοινωνία, εργασία, οικονομία, τον αστικό σχεδιασμό, την ψυχολογία μας κ.ο.κ.

Εδώ θέλω να εστιάσω στο ρόλο του δημόσιου τομέα την επόμενη μέρα, μέσα από τις απόψεις δύο καθηγητών, οι οποίες από (αρκετά) διαφορετικές αφετηρίες νομίζω πως αλληλοσυμπληρώνονται. 

Ο ένας είναι ο  Σκοτ Γκάλογουεϊ, Αμερικανός καθηγητής Marketing στο NYU, συγγραφέας (μπορείτε να βρείτε βιβλία του μεταφρασμένα στα ελληνικά), επιχειρηματίας, woke γενικά τύπος. Ο Γκάλογουεϊ λοιπόν υποστηρίζει ότι οι πολιτικές του bail out, να σώζουμε δηλαδή ιδιωτικές επιχειρήσεις με δημόσιο χρήμα, αποτελούν ουσιαστικά μια τεράστια μεταφορά κεφαλαίου από τις μελλοντικές γενιές στις τωρινές και δη σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι τους, δηλαδή τους μετόχους και το τοπ μάνατζμεντ των εταιρειών.

Ένα από βασικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού είναι το ρίσκο, αν το βγάζεις από την εξίσωση ιδιωτικοποιώντας μεν τα κέρδη, κοινωνικοποιώντας δε τις απώλειες με πακέτα διάσωσης τότε δεν έχεις καπιταλισμό αλλά ευνοιοκρατία, όπως λέει ο ίδιος στο τελευταίο του κείμενο με τίτλο “Capitalists of Cronyists?”

Η πτώχευση κάποιων αεροπορικών εταιρειών, για παράδειγμα, δεν είναι κάτι τραγικό για αυτόν, καθώς αυτό έχει συμβεί 66 φορές από το 2000. Επίσης, οι αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες που τώρα ζητούν πακέτο διάσωσης $54 δις., τα τελευταία χρόνια έχουν δαπανήσει $45 δις., 96% των ταμειακών τους ροών, σε επαναγορά μετοχών τους, μια μέθοδο που ισχυροποιεί την αξία της μετοχής μιας εταιρείας και -καθόλου τυχαία- αυξάνει τις απολαβές του τοπ μάνατζμεντ.

Οι CEOs τεσσάρων από τις εταιρείες που τώρα ζητούν διάσωση έχουν αποκομίσει σε αμοιβές τα δύο τελευταία χρόνια πάνω από $150 εκατ. Να συμπληρώσω σε αυτό το σημείο ένα ενδιαφέρον στατιστικό από έρευνα του Economic Policy Institute, σύμφωνα με την οποία από το 1978 έως το 2018 οι απολαβές των CEOs στις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 940%, ενώ του μέσου εργάτη μόλις 12%. 

Οπότε λοιπόν τι κάνουμε σύμφωνα με τον Γκάλογουεϊ; Τους αφήνουμε να χρεοκοπήσουν, το σύστημα δεν θα πάθει τίποτα, ενώ ταυτόχρονα τα πράγματα γίνονται πιο δίκαια για τη νέα γενιά, που θα ωφεληθεί από την πτώση στις τιμές (από τις μετοχές, ως τα ενοίκια κ.ο.κ.). Παράλληλα, στρέφουμε την προσοχή των πακέτων διάσωσης από τις επιχειρήσεις στους ανθρώπους. Το πως μπορεί να γίνει αυτό, χωρίς ρηξικέλευθες αλλαγές και επαναστάσεις, εξηγεί πολύ ωραία η καθηγήτρια Οικονομικών στο University College London, Μαριάνα Μαζουκάτο. 

Η βασική θέση της Ιταλοαμερικανίδας καθηγήτριας είναι πως η «δημοφιλής» θεώρηση που θέλει τον  ιδιωτικό τομέα ευκίνητο και αποδοτικό, ενώ το κράτος βραδυκίνητο και μη αποδοτικό δεν ισχύει στην ουσία της. Το κράτος έχει καταφέρει επανειλημμένως και σε πολλές περιπτώσεις να αποδειχθεί ένας εξαιρετικός επιχειρηματίας και ριψοκίνδυνος διαμορφωτής της αγοράς, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της δημιουργίας του ίντερνετ, αλλά και του iPhone, τα οποία σε κρίσιμη φάση της ανάπτυξής τους δέχθηκαν σημαντικά δημόσια κεφάλαια.

Σύμφωνα με την ίδια μάλιστα, η Αριστερά, που παραδοσιακά τίθεται πιο ευνοϊκά απέναντι στο κράτος, χάνει σε όλο τον κόσμο γιατί επικεντρώνεται στη λειτουργία της αναδιανομής του πλούτου, αντί στην παραγωγή του. Έχει επιχειρηματολογήσει εδώ και χρόνια για την αναγκαιότητα του κράτους ως επενδυτή «πρώτης ανάγκης» και όχι ως τελευταία λύση, για να λύσει τα προβλήματα της αγοράς, όπως δηλαδή συμβαίνει σχεδόν σε κάθε κρίση.    

Η Μαζουκάτο θεωρεί πως το κράτος πρέπει να οραματίζεται νέες αγορές, οι οποίες να μπορούν να παράσχουν βιώσιμη ανάπτυξη για τους πολλούς και να επενδύει με μακροπρόθεσμο, «υπομονετικό» κεφάλαιο στα πρώτα στάδια ανάπτυξης εταιρειών. Να κοινωνικοποιεί και το ρίσκο και την ανταμοιβή, είτε λαμβάνοντας μετοχικά μερίδια στη σύνθεση των εταιρειών, είτε επιβάλλοντας τους όρους επανεπένδυσης των κερδών τους, ελαχιστοποιώντας για παράδειγμα την επαναγορά ιδίων μετοχών -είδαμε παραπάνω που μπορεί να οδηγήσει αυτό. Οι όποιες συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα θα πρέπει να οδηγούν σε κέρδος και για την οικονομία, αλλά και τους πολίτες.  

Στο προκείμενο τώρα, η Μαζουκάτο έγραψε πρόσφατα με αφορμή τα νέα πακέτα διάσωσης που συζητούνται, πως πρέπει να θυμηθούμε τα μαθήματα που πήραμε από την κρίση του 2008. Ο δημόσιος τομέας και οι κυβερνήσεις πρέπει να εκμεταλλευτούν την τωρινή περίοδο, όπου έχουν το πάνω χέρι και να μην προχωρήσουν σε απλή διανομή χρημάτων στις εταιρείες, αλλά να επιβάλλουν συγκεκριμένους όρους. Οι όροι αυτοί δεν είναι τιμωρητικοί, ούτε για τις εταιρείες, ούτε για την ιδιωτική οικονομία εν γένει. Ως παραδείγματα αναφέρει την απαιτούμενη υιοθέτηση πράσινης ανάπτυξης για τις εταιρείες που σώζονται και συγκεκριμένες επενδύσεις στους εργαζομένους τους, για να αναπτύξουν καινούργιες δεξιότητες και να προσαρμοστούν στις αλλαγές που φέρνουν ήδη οι νέες τεχνολογίες. 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED