Ρωσικό Ντόπινγκ: Όταν το κράτος ενισχύει αντί να αποτρέπει

Ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα του αθλητισμού εγείρει ακόμα ερωτήματα για το κατά πόσο μπορεί τελικά να ελεγχθεί η προσπάθεια είτε του κράτους είτε των προπονητών να μετατρέψουν τους αθλητές σε χημικούς υπεράνθρωπους.

EPA

Σ' ένα μικρό και γεμάτο σκόνη δωμάτιο του εργαστηρίου αντιντόπινγκ της Μόσχας, δείγματα αίματος και ούρων φυλάσσονται σε ένα κλειδωμένο ψυγείο. Τα φιαλίδια είναι με επιμέλεια κατηγοριοποιημένα και σφραγισμένα. Πρόκειται για δείγματα ρώσων αθλητών που κατά τη διάρκεια των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Σότσι πέρασαν από αντιντόπινγκ κοντρόλ. Όλα τα δείγματα είναι καθαρά. Όμως δεν είναι αυτά που έδωσαν οι αθλητές κατά την διάρκεια των αγώνων.

Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις που έκανε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Αντιντόπινγκ (WADA), στις 16 ιουλίου, κατά τη διάρκεια της Χειμερινής Ολυμπιάδας του Σότσι, πράκτορας των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών αντικατέστησε τα ενοχοποιητικά δείγματα ούρων των ρώσων αθλητών με αντίστοιχα καθαρά, σε μία προσπάθεια να μην ανακαλύψει η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) τη χρήση απαγορευμένων ουσιών από τους αθλητές.

Σύμφωνα με τον WADA, στην υπόθεση του ρωσικού ντόπινγκ δεν εμπλέκονται μόνο αθλητές, αλλά προπονητές, γιατροί και αξιωματούχοι της ρωσικής διοίκησης, συμπεριλαμβανομένων του υπουργείου Αθλητισμού της Ρωσίας, της Πανρωσικής Ομοσπονδίας Αθλητισμού (ΑRAF) και της Εθνικής Επιτροπής Αντιντόπινγκ της Ρωσίας (RUSADA). Κι ενώ πολλοί αθλητές συμμετείχαν με την θέληση τους στο πρόγραμμα χρήσης αναβολικών ουσιών, όσοι από αυτούς αρνήθηκαν, είδαν την έξοδό τους από τις εθνικές ομάδες.

Βίντεο της βρετανικής Guardian που εξηγεί σε λιγότερα από δύο λεπτά το σκάνδαλο γύρω από το ρωσικό ντόπινγκ.

Αυτό που διαφοροποιεί το ρωσικό σκάνδαλο ντόπινγκ με άλλες περιπτώσεις χρήσης αναβολικών ουσιών είναι ότι στην περίπτωση της Ρωσίας οι απαγορευμένες ουσίες παρέχονται μέσω κρατικής οργάνωσης και κάλυψης. Σύμφωνα με τους New York Times, το πρόγραμμα ντόπινγκ των Oλυμπιακών Aγώνων στο Σότσι ήταν «ένα από τα πιο καλά οργανωμένα και πετυχημένα σχεδια ντόπινγκ στην ιστορία του αθλητισμού». Πράγματι, ποτέ ξανά δεν είχε αποκαλυφθεί ένα τόσο καλά οργανωμένο σύστημα ντόπινγκ που να ελέγχεται από το κράτος.

Απο τον Στάλιν στον Πούτιν

Όμως η «κουλτούρα της κοροϊδίας» δεν είναι πρόσφατη στη ρώσικη ιστορία. Από την δεκαετία του 50’, όταν και η Σοβιετική Ένωση συμμετείχε για   πρώτη σε Ολυμπιάδα, αναπτύχθηκαν προγράμματα χρήσης τεστοστερόνης και στεροειδών υποστηριζόμενα από το κράτος.

Τα πρώτα κρατικά προγράμματα ντόπινγκ της ΕΣΣΔ εφαρμόστηκαν στους παλαιστές και τους αρσιβαρίστες, που αφενός σημείωναν εκπληκτικές επιδόσεις, αφετέρου αποκλείονταν από τις Ολυμπιάδες συχνότερα από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία αθλητών. Μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 60’, η χρήση αναβολικών ουσιών από σοβιετικούς αθλητές θα γινόταν ρουτίνα και μέρος της προετοιμασίας των αθλητών, γεγονός που δεν πρέπει να ξενίζει αφού το ζήτημα του ντόπινγκ αναδείχθηκε ουσιαστικά μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1962 στη Ρώμη, όταν ο δανός ποδηλάτης, Κνουντ Ένεμαρκ Γιένσεν πέθανε κατα την διάρκεια ποδηλατικού αγώνα, λόγω χρήσης αμφεταμίνης όπως έδειξε αργότερα η ιατροδικαστική έρευνα. Η ΔΟΕ έκανε το πρώτο αντιντόπινγκ κοντρόλ κατά τη διάρκεια των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 1968, στη Γκρενόμπλ. Για την ιστορία, το ντόπινγκ ήταν απαγορευμένο από το 1938, ωστόσο ο κανόνας ποτέ δεν εφαρμόστηκε ουσιαστικά.

Το πρόβλημα εντοπίζεται στην ΔΟΕ, η οποία την ώρα που παίρνει 1,3 δις δολλάρια για τα δικαιώματα από το NBC, προσφέρει μόλις 15 εκατομμύρια στο WADA το βασικό μηχανισμό καταπολέμησης του ντόπινγκ.

To ρώσικο σύστημα ντόπινγκ δεν αφορούσε αποκλειστικά τους άντρες αθλητές. Προς απογοήτευση των σημερινών αθλητριών, όσα ρεκόρ σημειώθηκαν τη δεκαετία του 1980 δείχνουν να μην μπορούν πλέον να καταρριφθούν, αφού οι νικήτριες αθλήτριες δεν μπορούν ούτε να πλησιάσουν τις επιδόσεις των συναδέλφων τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Χέιντι Κρίγκερ, αθλήτριας σφαιροβολίας από την Ανατολική Γερμανία που κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα ανοιχτού στίβου το 1986.

Η περίπτωση Κρίγκερ

Από το 1981 η Κρίγκερ έπαιρνε εν αγνοία της αναβολικές ουσίες που της έδινε ο προπονητής της. Το 1984 και σε διάστημα 29 εβδομάδων, έλαβε 2.590 χιλιοστόγραμμα από την απαγορευμένη ουσία Οράλ Τουριναμπόλ, δηλαδή τη διπλάσια από αυτή που παράγει το ανδρικό σώμα το ίδιο διάστημα. Μόνο το 1986 η Χάιντι Κρίγκερ πήρε 2.600 χιλιοστογραμμάρια από στεροειδή,  περίπου 1,000 περισσότερα από όσα πήρε ο Μπεν Τζόνσον, που βρέθηκε ντοπαρισμένος στους Ολυμπιακούς Αγώνες στη Σεούλ το 1988. Εξαιτίας των τεράστιων ποσοτήτων αναβολικών ουσιών που έλαβε, μέσα σε δύο χρόνια η Χάιντι πήρε 36 κιλά, από τα οποία το μεγαλύτερο μέρος ήταν μυϊκή μάζα. Στα 26 της χρόνια, όταν πια είχε καταρρεύσει το ανατολικό μπλοκ, εγκατέλειψε τον επαγγελματικό αθλητισμό λόγω προβλημάτων υγείας και έπιασε δουλειά ως πωλητής. Όμως η σημαντικότερη συνέπεια των αναβολικών ουσιών στη ζωή της θα ήταν η διαταραχή ταυτότητας φύλου, που την οδήγησε σε εγχείρηση αλλαγής φύλου το 1997 και σε μία νέα ζωή, αυτή τη φορά με το όνομα Αντρέα Κρίγκερ.

Φυσικά και το δυτικό μπλοκ έπαιρνε αναβολικά στα ψυχροπολεμικά χρόνια. Όμως εκεί οι ουσίες δίνονταν από ένα προπονητή ή γιατρό και όχι οργανωμένα από την κρατική διοίκηση, «από πάνω προς τα κάτω». Σε αντίθεση με τη Ρωσία, ο αθλητισμός στις δυτικές χώρες δεν παρουσίαζε τη συγκεντροποίηση που εμφανιζόταν στη Σοβιετική Ένωση και, πλέον, στη Ρωσία.

Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η Ρωσία δεν είχε ούτε τα χρήματα, ούτε την οργάνωση για να προχωρήσει σε ένα πρόγραμμα ντόπινγκ ανάλογου βεληνεκούς με αυτό που «έτρεχε» την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Σήμερα που διοικείται από ένα πρώην στελεχος της KGB, το πρόγραμμα ντόπινγκ της Ρωσίας έχει ξεπεράσει σε αποτελεσματικότητα αυτό της ΕΣΣΔ. Κι αυτό γιατί ο Πούτιν ξέρει ότι οι νίκες στον αθλητισμό μπορούν να κάνουν τους Ρώσους χαρούμενους και εθνικά υπερήφανους, απομακρύνοντας τους από την μιζέρια της ρωσικής οικονομίας που βρίσκεται σε τέλμα. Αυτή τη συνταγή εφάρμοσαν κι άλλοι ρώσοι ηγέτες με σκοπό να δείξουν ότι ανταγωνίζονται στα ίσια τη Δύση. Ιστορικα, άλλωστε, όλες οι προσπάθειες του ρωσικού έθνους —από την κατασκευή της εκκλησίας του Αγίου Πέτρου στην Αγία Πετρούπολη έως τον ανταγωνισμό στο διάστημα— διατρέχονται από το νήμα της οικονομικής, ιδεολογικής και πολιτισμικής «σύγκρουσης» με τη Δύση. Μέσω της εκ νέου ανάδειξης των ρώσων αθλητών σε αυτό που οι σοβιετικοί αξιωματούχοι ήδη από τα χρόνια του Στάλιν αποκαλούσαν «διπλωμάτες σε αθλητική φόρμα», ο Πούτιν θέλει να δείξει στους συμπατριώτες του ότι έχει σε ένα βαθμό επαναφέρει την Ρωσία στα «επίπεδα δόξας» που γνώρισε επί σοβιετικής εποχής.

Το ντόπινγκ πέρα από την Ρωσία

Οι αποκαλύψεις του WADA έχουν ωστόσο και μία διάσταση που δεν αφορά μόνο τη Ρωσία, αλλά τον παγκόσμιο αθλητισμό. Ολόκληρο το σύστημα του οργανισμού ενάντια στο ντόπινγκ βασίζεται στην απόλυτη αδυναμία πρόσβασης στα δείγματα των αθλητών. Σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, οι αρχές αντιντόπινγκ κάθε χώρας είναι υποχρεωμένες να διατηρούν τα δείγματα για δέκα χρόνια, ώστε οι έρευνες για πιθανή χρήση αναβολικών ουσιών να ανατρέξουν πίσω στο χρόνο. Εκατοντάδες χιλιάδες από αυτά τα δείγματα βρίσκονται σε εργαστήρια αντιντόπινγκ σε όλο τον κόσμο, παρέχοντας ένα ιστορικό που μπορεί να οδηγήσει σε αφαίρεση μεταλλίου πολλά χρόνια μετά την απονομή.

Οι αποκαλύψεις του WADA έρχονται τώρα να μας πουν πως αυτά τα μικρά φιαλίδια δεν είναι τόσο δύσκολο να ανοίξουν. Ο καναδός δικηγόρος και επικεφαλής των ερευνών του οργανισμού, Ρίτσαρντ Μακλάρεν, έθεσε ουσιαστικά σε αμφιβολία κάθε μετάλλιο που έχει αποδοθεί σε αθλητική διοργάνωση, αφού κανείς δεν ξέρει αν τα δείγματα που βρίσκονται στα εργαστήρια είναι τα πραγματικά. Όπως είπε ο Σκοτ Μπλάκμαν, επικεφαλής της Oλυμπιακής Επιτροπής των ΗΠΑ, στο AP τον περασμένο Μάιο, «είναι όλο και πιο δύσκολο να υπερασπιστούμε το υπάρχον σύστημα μετά από ένα σκάνδαλο τέτοιου μεγέθους. Είμαστε σε ένα κομβικό σημείο για το διεθνή αθλητισμό. Το ντόπινγκ είναι ένα διεθνές πρόβλημα και όχι ένα πρόβλημα της Ρωσίας».

Ο καναδός δικηγόρος και επικεφαλής των ερευνών του οργανισμού WADA, Ρίτσαρντ Μακλάρεν, έθεσε ουσιαστικά σε αμφιβολία κάθε μετάλλιο που έχει αποδοθεί σε αθλητική διοργάνωση, αφού κανείς δεν ξέρει αν τα δείγματα που βρίσκονται στα εργαστήρια είναι τα πραγματικά.

Πράγματι πριν από τις αποκαλύψεις του WADA, 40 αθλητές από την Κένυα, η οποία κυριαρχεί στους αγώνες στίβου, βρέθηκαν θετικοί σε χρήση αναβολικών ουσιών. Ακόμη στη Βραζιλία, τη χώρα των φετινών Ολυμπιακών Αγώνων, το επίσημο εργαστηριο αντιντόπινγκ έχασε τον Ιούνιο την άδεια του WADA λόγω αδυναμίας του να προσαρμοστεί στα διεθνή πρότυπα του αντιντόπινγκ κοντρόλ. Όλα αυτά κάνουν τους Ρώσους να διαμαρτύρονται για μεροληψία κατά του ρωσικού αθλητισμού από ΔΟΕ και IAAF. Όπως δήλωσε και ο Γιούρι Μπορζακόφσκι, επικεφαλής της ρωσικής ομάδας στίβου, «μας αντιμετωπίζουν σαν τα απόλυτα απόβλητα και μας κοροιδέυουν».

Τελικά πολλοί εντοπίζουν το πρόβλημα στην ΔΟΕ, η οποία την ώρα που παίρνει 1,3 δις δολλάρια για τα τηλεοπτικά δικαιώματα από το αμερικανικό NBC, προσφέρει μόλις 15 εκατομμύρια στο WADA, το βασικό μηχανισμό καταπολέμησης του ντόπινγκ.

Η πρώτη τηλεοπτική συνέντευξη της Γιούλια Στεπάνοβα και του συζύγου της μετά τη δημοσίευση της έκθεσης του WADA για το ντόπινγκ στη Ρωσία. 

Σε αυτό έρχεται να προστεθεί ο τρόπος αντιμετώπισης του «ρωσικού ζητήματος» από την ΔΟΕ, που άφησε στις 28 ομοσπονδίες των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων την ευχέρεια να δεχθούν ή να αποκλείσουν τους ρώσους αθλητές από τους Αγώνες του Ρίο. Η τακτική αυτή παραβιάζει τον κώδικα του WADA -ο οποίος επιδιώκει την εναρμονισμένη αντιμετώπιση κρουσμάτων ντόπινγκ απέναντι σε χώρες και αθλήματα- αφού επιτρέπει στις Ομοσπονδίες να πάρουν διαφορετικές αποφάσεις απέναντι στους ρώσους αθλητές. Την ώρα που η Ομοσπονδία της άρσης βαρών αποκλείει όλους τους Ρώσους, εκείνη του τζούντο τους δέχεται όλους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, όπως αναφέρει η επιστολή 13 οργανώσεων αντιντόπινγκ στην βρετανική Guardian, «η ΔΟΕ να αποφεύγει να προστατέψει τα δικαιώματα των καθαρών αθλητών» και να οδηγηθούν σε αποκλεισμό αθλητές, όπως η Γιούλια Στεπάνοβα, που έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να καταδέιξει το σκάνδαλο του ντόπινγκ στη Ρωσία. Η περίπτωση της ρωσίδας αθλήτριας, που πλέον κρύβεται με τον συζυγό της στις ΗΠΑ, είναι χαρακτηριστική των αντανακλαστικών που έχουν επιδείξει τόσο η ΔΟΕ όσο και ο WADA για τον σκάνδαλο ντόπινγκ. Για το θέμα του ντόπινγκ η Στεπάνοβα απευθύνθηκε πρώτα στο WADA, το 2010, και αργότερα στη ΔΟΕ. Κανένα από τα δύο σώματα δεν ασχολήθηκαν σοβαρά με τις αποκαλύψεις της, χωρίς μάλιστα να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή της στην Ολυμπιάδα του Ρίο, μιας και δεν έχει βρεθεί ποτέ θετική σε αντιντόπινγκ κοντρόλ.

Για να δοθεί μία τάξη μεγέθους της σοβαρότητας με την οποία αντιμετωπίζεται το ζήτημα του ντόπινγκ και να φανεί ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται όσοι καταγγέλουν χρήση αναβολικών ουσιών, αρκεί να αναφέρουμε την περίπτωση της Ντάρια Πισχαλνίκοβα. To Δεκέμβρη του 2012, η ρωσίδα δισκοβόλος έστειλε mail στον WADA, καταγγέλοντας ότι γίνεται συστηματική χρήση απαγορευμένων ουσιών στη Ρωσία. Είπε ότι ήθελε να βοηθήσει στην αποκάλυψη του σκανδάλου. Αντί να επικοινωνήσουν μαζί της, οι αξιωματούχοι του οργανισμού προώθησαν το mail της στις αρμόδιες ρωσικές ομοσπονδίες, τις οποίες η ρωσίδα αθλήτρια κατηγορούσε ως εμπλεκόμενες στο σκάνδαλο του ντόπινγκ. 

Μέχρι σήμερα από τους συνολικά 387 ρώσους αθλητές που έχουν προκριθεί στους Αγώνες του Ρίου, περισσότεροι από τους 110 έχουν αποκλειστεί. Κάποιοι από αυτούς έχουν ασκήσει έφεση στις αρμόδιες ομοσπονδίες για την άρση του αποκλεισμού τους, οι αποφάσεις επί των οποίων ακόμα εκκρεμούν.

Αν και το σκάνδαλο στη Ρωσία είναι το σημαντικότερο σύμπτωμα του ζητήματος του ντόπινγκ στον παγκόσμιο αθλητισμό, η μεγάλη εικόνα δείχνει πως η μεγαλύτερη απειλή για τον παγκόσμιο αθλητισμό δεν προέρχεται «εξ ανατολάς», αλλά από τις αναξιόπιστες πρακτικές με τις οποίες προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το ζήτημα αμφιβόλου αξιοπιστίας διεθνή όργανα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΜΑΘΕ ΜΠΑΛΙΤΣΑ
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED