09.03.2019

Στη Μέλισσα οι προσφύγισσες βρίσκουν κάτι από την κλεμμένη τους δύναμη

Πλατεία Βικτωρίας, στο νούμερο 18 της οδού Φερρών γίνεται σπουδαίο έργο και μοιάζει για λίγο σαν η η ζωή να παίρνει ξανά τη ρεβάνς.

Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Κατσής

Στο νούμερο 18 της οδού Φερρών, λίγα μέτρα μακριά από την πλατεία Βικτωρίας, στη γειτονιά που διαβρώθηκε πριν μερικά χρόνια από το ρατσισμό και το φόβο που έσπειρε η εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής, η ζωή παίρνει ξανά τη ρεβάνς. Βάφεται σε έντονα χρώματα, μυρίζει φρεσκομαγειρεμένο φαγητό και παράγει πολυγλωσσικούς ήχους ανάμεικτους με παιδικά επιφωνήματα και γυναικεία γέλια.

Το δίκτυο Μέλισσα δεν είναι ακριβώς μια δομή υποστήριξης μεταναστριών και προσφυγισσών. Είναι ένα σπίτι. Όχι μόνο συμβολικά. Έχει όλα αυτά τα στοιχεία που αποπνέουν άνεση και οικειότητα. Οι σκάλες είναι διακοσμημένες με ζωγραφιές, στη μεγάλη αίθουσα έχει καναπέδες, τραπέζια, βάζα με λουλούδια, στην κουζίνα ζεστό καφέ και κουλουράκια και γύρω γύρω πολλές γυναίκες από 45 διαφορετικά σημεία της υδρογείου. Εκτοπισμένες,  εύθραυστες , τραυματισμένες, λυπημένες γυναίκες που μεταμορφώνονται και ανακαλύπτουν ξανά τη δύναμη τους.

Η ανθρωπογεωγραφία του προσφυγικού πληθυσμού έχει μια απαράγραπτη έμφυλη διάσταση που ελάχιστα έχει απασχολήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τους κρατικούς φορείς. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες το 36,5% των νεοεισερχόμενων προσφύγων στην Ελλάδα για το 2018 ήταν γυναίκες.

Αρκετές από αυτές πέρα από τη συνθήκη του εκτοπισμού, της απώλειας εστίας, ταυτότητας, υλικών και άυλων δεσμών που αφορά στο σύνολο των προσφύγων, έχουν υποφέρει επιπρόσθετα είτε στις χώρες καταγωγής τους, είτε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού από έμφυλη βία, σεξουαλική κακοποίηση, βιασμό. Μπορεί να έχουν υποστεί ή να κινδύνευσαν να υποστούν πρόωρο γάμο, εξαναγκαστικό γάμο, κλειτοριδεκτομή. Να έχουν εγκλωβιστεί σε δίκτυα trafficking ή να έχουν εξαναγκαστεί σε επιβιωτικό σεξ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Δυστυχώς όταν φτάνουν στην Ελλάδα σπανίως βρίσκουν τη φροντίδα του χρειάζονται.

Η πολιτική του ελληνικού κράτους που συνίσταται στο συνωστισμό χιλιάδων ανθρώπων σε συνθήκες απερίγραπτης αθλιότητας , αναπαράγει την καταπίεση και τον κίνδυνο. Η αρχιτεκτονική των προσφυγικών καταυλισμών είναι διαμορφωμένη έτσι ώστε οι γυναίκες να μην έχουν χώρους ιδιωτικότητας και προστασίας, να μην έχουν επαρκή πρόσβαση σε νομική συνδρομή, ιατρική περίθαλψη και ψυχολογική υποστήριξη, να μην ενημερώνονται για ζητήματα αναπαραγωγικής υγείας, να μη μπορούν να μοιραστούν τα προβλήματα τους και να θυματοποιούνται ξανά.

Είναι προφανές ότι πολύ δύσκολα θα καταγγείλουν τη βία που έχουν υποστεί είτε γιατί συμβιώνουν με τους δράστες, είτε γιατί οι υπηρεσίες δε θα ασχοληθούν σοβαρά μαζί τους, ούτε θα χτίσουν ένα περιβάλλον φιλικό προς αυτές. Για παράδειγμα η απουσία γυναικών διερμηνέων στις υπηρεσίες και τις οργανώσεις λειτουργεί αποθαρρυντικά στην αποκάλυψη ενός τραύματος.

Έτσι, η βία και η έμφυλη καταπίεση κανονικοποιούνται. Υφαίνουν αόρατα συρματοπλέγματα δίπλα στα πραγματικά. Οι προσφυγισσες ενώ ζουν εντός των εθνικών μας συνόρων, δεν είναι υποκείμενα ατομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Είναι «γυμνές ζωές» , όπως το κωδικοποίησε ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν, αποσπώνται από το πολιτικό πεδίο και ζουν σε αντίθεση με τις «ιερές ζωές».

Το ζητούμενο , λοιπόν, γι’ αυτές τις νομαδικές και απροστάτευτες ζωές είναι πως θα πάψει η αντικειμενοποίηση τους και θα αναγνωριστεί ξανά η ιερότητα τους. Στο Δίκτυο Μέλισσα ψηλαφούν αυτό το όραμα, γιατί οι γυναίκες του Δικτύου βλέπουν στις σημερινές έμφυλες σκιές ένα κομμάτι του δικού τους παρελθόντος. Έτσι, δημιουργήθηκε η Μέλισσα εκείνο το πολύ ζόρικο καλοκαίρι του 2015, σαν μια ανάγκη των γυναικείων μεταναστευτικών οργανώσεων για δικτύωση.

Γυναίκες που προέρχονταν από προηγούμενα μεταναστευτικά και προσφυγικά ρεύματα, χρόνια εγκατεστημένες στην Ελλάδα, που είχαν φάει ρατσισμό, αποκλεισμό, καταπίεση με το κουτάλι αλλά είχαν βρει στρατηγικές επιβίωσης, αποφάσισαν να σηκώσουν μια γέφυρα επικοινωνίας και ανταλλαγής μεταξύ τους. Νοίκιασαν αυτό το χώρο και τον μετέτρεψαν σε μια οικιστική παλέτα αποτύπωσης πολιτισμικού πλούτου. Όταν ξεκίνησαν να καταφθάνουν στην Ελλάδα τα καραβάνια των ξεριζωμένων ανθρώπων, πολύ αυθόρμητα αποφάσισαν οι ίδιες να θέσουν ως προτεραιότητα την ανακούφιση αυτών που είχαν χάσει τα πάντα.

«Ο λόγος που μας έστρεψε στο προσφυγικό ήταν η συγκυρία. Ανοίξαμε το κέντρο τον Ιούλιο του 2015 που ξεκίνησαν οι μεγάλες προσφυγικές ροές. Ήταν πρωτοβουλία των ίδιων των μεταναστριών γυναικών να εμπλακούν. Έβλεπαν τον κόσμο να υποφέρει και ήθελαν να δραστηριοποιηθούν. Έλαβαν μέρος λοιπόν σε καμπάνιες με τρόφιμα, με μικρά σακίδια κλπ. Σε όλα αυτά ενστάλαξαν το δικό τους βίωμα. Έλεγε, για παράδειγμα, η μια ότι να βάλουμε μεν τα είδη πρώτης ανάγκης αλλά αυτές οι γυναίκες, αυτά τα παιδιά έχουν ανάγκη και έναν καλό λόγο, όπως είχαμε κι εμείς ανάγκη όταν ήρθαμε. Άρα τι να βάλουμε μέσα στο σακίδιο; Να βάλουμε μια ευχή και να τη μεταφράσουμε στη γλώσσα τους, να βάλουμε ένα παραμύθι για τα παιδιά, να νιώσουν ότι κάποιος τους φροντίζει. Κάτσαμε και φτιάξαμε χειροποίητα παιχνίδια για να χει το κάθε παιδί κάτι διαφορετικό, να μη βυθίζεται στην ανωνυμία ενός τεράστιου πλήθους» λέει η Ναντίνα Χριστοπούλου, κοινωνική ανθρωπολόγος και συνιδρύτρια του Δικτύου.

Αυτή ήταν η αρχή αλλά το αμετάκλητο σφράγισμα των συνόρων έθεσε νέα ερωτήματα. Το διακύβευμα , πλέον, δεν ήταν η προσωρινή ανακούφιση και βοήθεια ενός τρανζιτ πληθυσμού αλλά μια στέρεη διαδικασία ένταξης. «Θεωρήσαμε ότι επειδή έχουμε τη βιωματική εμπειρία της μετανάστευσης, μπορούσαμε να σχεδιάσουμε ένα πρόγραμμα που να απευθύνεται σε γυναίκες προσφύγισσες και τα παιδιά τους στη βάση μιας ολιστικής προσέγγισης. Έχει ένα γλωσσικό κομμάτι αλλά αυτό είναι η αφορμή να βγει η γυναίκα από το camp και να έρθει στο κέντρο της πόλης. Είναι ένα πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής στήριξης που εκπονείται από μια ομάδα ψυχολόγων με εμπειρία στα μη λεκτικά μέσα και την ομαδική θεραπεία. Γιατί όταν έρχεται μια γυναίκα από το ορεινό Αφγανιστάν και της πεις κάτσε στον καναπέ να σε δει ο ψυχολόγος δεν της είναι οικείο. Είπαμε ότι ο καλύτερος τρόπος να ξεκινήσουμε είναι ανασυνθέτοντας την έννοια της κοινότητας και χρησιμοποιώντας μη λεκτικά μέσα με μοχλό την τέχνη. Έχουμε εργαστήρια δραματοθεραπείας, ποίησης, κινηματογράφου, εικαστικών κλπ. Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις αφγανές να έρχονται εδώ και να γράφουν ποίηση όταν στη χώρα τους μια διάσημη ποιήτρια εκτελέστηκε, επειδή συνέχισε να γράφει μετά το γάμο. Το πιο σημαντικό είναι ότι έχει σταθερότητα. Είναι σημαντικό να γνωρίζουν αυτές οι γυναίκες ότι θα είσαι εδώ και αύριο. Κι έχουμε ακούσει, βέβαια, συγκλονιστικές ιστορίες. Είχαμε μια γυναίκα που είχε χάσει εξαιτίας του ISIS το σύζυγο και το γιο της. Της είχε μείνει μόνο μια κόρη. Κάποια στιγμή εξαφανίστηκε. Η γυναίκα είχε μείνει μόνη της σπίτι σε αλλοπρόσαλλη κατάσταση. Μια μέρα της χτύπησαν την πόρτα και τις πέταξαν σακούλες – υποτίθεται – με τρόφιμα. Ήταν μέσα το κομμένο κεφάλι της κόρης της. Πέρασε πολύ άσχημα. Κατάφερε να ταξιδέψει με μοναδικό σκοπό να φτάσει στη Γερμανία για να πεθάνει. Είχαμε δηλαδή την περίπτωση ενός ανθρώπου που ταξίδευε όχι για να ζήσει καλύτερα αλλά για να πεθάνει ήσυχα στη Γερμανία κοντά στο αδερφό της. Φαινόταν 75 χρονών. Ωστόσο, ήταν 50. Ερχόταν εδώ κι έκανε γιόγκα. Μας έλεγε ότι της άρεσε που ερχόταν γιατί εδώ μπορούσε να ησυχάσει και να κλάψει. Έπλεκε ζιπουνάκια για τα παιδιά των άλλων γυναικών. Όλο αυτό σε ξεπερνάει. Υπάρχουν στιγμές απελπισίας που σκέφτεσαι ότι κάνεις μια τρύπα στο νερό εξαιτίας της έλλειψης στρατηγικής θέλησης να ενταχθούν οι πρόσφυγες στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και υπάρχουν στιγμές που νιώθεις ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μη μπορείς να κάνεις» συμπληρώνει η Νταντίνα Χριστοπούλου.

Στο πρόγραμμα της Μέλισσας από το 2016 μέχρι σήμερα έχουν συμμετάσχει 1120 μετανάστριες και προσφύγισσες. Εδώ, μπορούν να αντλήσουν χρηστικά εργαλεία για την ενταξιακή τους προοπτική στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο, μαθαίνουν ελληνικά και αγγλικά, ενημερώνονται για ζητήματα αναπαραγωγικής υγείας, παίρνουν μέρος σε εργαστήρια τέχνης, κάνουν βελονισμό ή γιόγκα,  διοργανώνουν γιορτές.

Κυρίως, όμως, βρίσκουν έναν χώρο που μπορούν να εκφραστούν μακριά από ανδρικά βλέμματα. Μπορούν να μιλήσουν ή να σιωπήσουν, να θυμηθούν ή να ξεχάσουν, να κλάψουν ή να γελάσουν, να φορέσουν χιτζάμπ ή να το βγάλουν χωρίς να κινδυνεύουν ή να παραβιάζονται. Βρίσκουν έναν τόπο ελευθερίας που στερήθηκαν ή δεν είχαν ποτέ , γιατί ορισμένες κατάγονται από κακοποιητικά πολιτισμικά ή οικογενειακά περιβάλλοντα. Αυτό από μόνο του είναι ένα πρόταγμα υποκειμενοποίησης. Παύεις να είσαι ένα ανεπιθύμητο στατιστικό μέγεθος, μια διαστρεβλωτική ή εξωτική αναπαράσταση, ένα αντικείμενο περιφρόνησης ή φιλανθρωπικού οίκτου και γίνεσαι ξανά δρων υποκείμενο. Αποκτάς όνομα, ταυτότητα, υπόσταση και σχέσεις.

Η Εφιμί είναι 32 χρονών από τη Γκαμπόν.

Η Εφιμί είναι 32 χρονών από τη Γκαμπόν. Έφυγε πριν από δύο χρόνια και ταξίδεψε έγκυος στο πρώτο της παιδί και μόνη μέχρι την Ελλάδα. Πριν λίγες μέρες γέννησε το δεύτερο παιδί της. Την πέτυχα να το κρατάει αγκαλιά. Μιλούσε με μεγάλη τρυφερότητα για την υποστήριξη που έχει λάβει στο Δίκτυο. Μόνο όταν θυμήθηκε το ταξίδι της , φουρτούνιασε και γέμισε δάκρυα: «Η βάρκα ναυάγησε. Βρέθηκα στη θάλασσα μ’ ένα μωρό στην κοιλιά. Παραλίγο να πνιγώ. Ήπια πολύ νερό. Ήπιε και το μωρό. Όταν γεννήθηκε το κράτησαν λίγες μέρες σε μια ειδική μονάδα. Φοβήθηκα πολύ μην έχει πάθει κάτι. Ήμουν για καιρό μόνη και στενοχωρημένη. Εδώ βρήκα μια οικογένεια. Αισθάνθηκα ότι με αγαπούν. Άλλαξε η ζωή μου.  Τώρα είμαι ευτυχισμένη με τα δύο παιδιά μου. Θέλω απλά να έχουν μια κανονική ζωή. Να μη περάσουν αυτά που πέρασα εγώ.»

Η Εφιμί δεν ήθελε να μιλήσει για τους λόγους που έφυγε από την πατρίδα της. Κι ούτε χρειαζόταν. Γνωρίζουμε πλέον καλά ότι κανένας δε βάζει το σώμα του στο νερό , αν αυτή η πράξη δεν είναι μια προοπτική σωτηρίας. Κυνηγημένες είναι όλες. Το θέμα είναι ότι η Πολιτεία ανέχεται να ζουν κυνηγημένες κι εδώ. Η δημιουργία χώρων ασφάλειας είναι βασική προϋπόθεση για την καταπολέμηση της βίας και την ενδυνάμωση των προσφυγισσών.

Αν τους δώσεις αυτή τη δυνατότητα, μπορούν να επουλώσουν τις πληγές τους, να συνειδητοποιήσουν και τις πιο βαθιά εμπεδωμένες μορφές καταπίεσης, να προσπαθήσουν να τις αποτινάξουν, να ανθίσουν και να στραπατσάρουν τα στερεότυπα της άγνοιας και της ξενοφοβίας.

Η Νουρ 16 ετών, Παλαιστίνια από το Λίβανο.

Η Νουρ το κανε. Στα 16 της έχει το δικό της κανάλι στο you tube, παίζει ποδόσφαιρο με τα αγόρια στο σχολείο και – για τους θιασώτες της «Αριστείας» - τελείωσε την Α’ Γυμνασίου ζώντας μόλις έναν χρόνο στη χώρα μας, με μέσο όρο 17. Παλαιστίνια από το Λίβανο, έφυγε μαζί με τη μητέρα και τα τρία αδέρφια της αναζητώντας ηρεμία και έναν ανοιχτό ορίζοντα. «Είναι δύσκολο για μια γυναίκα να ταξιδεύει ως επικεφαλής της οικογένειας. Η μητέρα μου , όμως, είναι δυνατή και τα κατάφερε. Μ’ αρέσει η Ελλάδα. Δε δυσκολεύτηκα με τη γλώσσα. Την έμαθα γρήγορα. Τώρα πηγαίνω σχολείο, έχω πολλούς φίλους, παίζουμε μπάλα στα διαλλείματα. Το καλοκαίρι συμμετείχα σ’ ένα πρόγραμμα ποδοσφαίρου της Unicef κι ενθουσιάστηκα. Στο Λίβανο θεωρούνταν ντροπή να παίζει ένα κορίτσι μπάλα. Εγώ είχα ποδήλατο, που επίσης δε συνηθίζεται για τα κορίτσια. Καθόμουν πίσω από τον αδερφό μου και όλοι με κοίταζαν με περιέργεια κι ενόχληση. Δεν καταλαβαίνω γιατί συμβαίνει αυτό. Εγώ νομίζω ότι τα αγόρια και τα κορίτσια πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα. Όταν γίνω 18 χρονών θέλω να γίνω καθηγήτρια αγγλικών και να ασχοληθώ με τον εθελοντισμό σε παιδιά. Ξέρω ότι μπορεί να μην έχω λεφτά να βοηθήσω τον κόσμο, έχω χρόνο και διάθεση. Με ενδιαφέρει να πάω στα νησιά και να βοηθήσω τα παιδιά που ζουν στους καταυλισμούς να αποκτήσουν ελπίδα. Πέρασα κι εγώ αυτή την κατάσταση. Δεν είχα πάντα ελπίδα αλλά ήξερα ότι μέσα μου είχα ενέργεια και δύναμη, ότι θα ξεπεράσω τα εμπόδια», διηγείται.

Έχουμε, συχνά, την τάση ακόμα και σε κοινωνικά ευασθητοποιημένα συγκείμενα, να αναπαριστούμε τις προσφύγισσες ως άβουλα, δυστυχισμένα και ανεξίτηλα σημαδεμένα πλάσματα, όπου το μοναδικό συναισθηματικό κουμπί που είναι ικανές να πατήσουν είναι αυτό της λύπης. Τις αντιμετωπίζουμε ως λίγο πολύ θηλυκές οντότητες που παίρνουν μέρος σ’ έναν άτυπο διαγωνισμό ευαλωτότητας.

Στην πραγματικότητα, αυτή η οπτική παρότι είναι αληθινή, από μόνη της είναι μικρονοική και υποτιμητική. Αποκρύπτει το σθένος, τη θέληση και την πίστη  που κουβαλάει το γεγονός ότι έχεις διασχίσει τη μισή γη μέσα σε τρομακτικές αντιξοότητες και εντάσεις , γιατί αγωνίζεσαι για μια νέα, καλύτερη ζωή. Αυτές οι γυναίκες είναι , λοιπόν, ευάλωτες αλλά ταυτόχρονα είναι επιζήσασες. Φέρουν εμπειρίες, πλούτο και μαθήματα. Άρα, δεν έχουν ανάγκη από ένα αφ’ υψηλού χάδι ή αποστασιοποιημένο στην πλάτη αλλά από σεβασμό και διαδικασίες που θα τις συμπεριελαμβάνουν ισότιμα.

Η Μαχμπούμπε από το Ιράν.

Η Μαχμπούμπε είναι μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση γυναίκας με ενσωματωμένο φεμινιστικό προσανατολισμό στη σκέψη της, που επιχείρησε τα δικά της σκιρτήματα ανεξαρτησίας, άλλες φορές πληγώθηκε, άλλες φορές τα κατάφερε και σήμερα με υψηλό αίσθημα αυτοεκτίμησης, προσφέρει την αλληλεγγύη της σε άλλους. Είναι από τα πιο δραστήρια μέλη του Δικτύου, εργαζόμενη στον ξενώνα της Μέλισσας και μαγείρισσα.

Για εκείνη η μαγειρική δεν είναι μια γαστρονομική ιστορία, είναι μια γραμμή πολιτισμικής ανταλλαγής και αγάπης. «Έμαθα να μαγειρεύω από τη μητέρα μου στο Ιράν. Ήταν τυφλή και παρακολουθούσα τα χέρια της. Πριν από τέσσερα χρόνια αποφάσισα να φύγω. Δεν ήμουν ασφαλής εκεί. Το ιρανικό θρησκευτικό πλαίσιο είναι πολύ περιοριστικό για τις γυναίκες. Την πρώτη εβδομάδα που ήμασταν στην Αθήνα δεν είχαμε που να μείνουμε και κοιμόμασταν στην πλατεία Βικτωρίας. Μας επισκεπτόταν μια ομάδα που μας φρόντιζε, μαγείρευε για μας και παρακολουθούσε τις ιατρικές μας ανάγκες. Εγώ είχα ένα τραύμα στο πόδι από το ταξίδι και με περιέθαλψαν. Αποφάσισα όταν έγινα καλά να πάω μαζί τους, να βοηθήσω με τη σειρά μου άλλους ανθρώπους, να δώσω αυτό που έχω πάρει. Μαγειρεύω για όλους, για όποιους το χρειάζονται, είτε Έλληνες, είτε πρόσφυγες. Το μαγείρεμα έχει μια δική του γλώσσα, οικουμενική που ενώνει τους ανθρώπους και τους κάνει να επικοινωνούν. Όταν φτιάχνω φαγητό για άστεγους προσπαθούν να κάνω πράγματα που τα τρώνε όλοι ανεξαρτήτως εθνικότητας. Μ’ αρέσει , όμως, να μαγειρεύω και στις γιορτές της Μέλισσας, όπου βάζω στοιχεία ιρανικής κουλτούρας» αναφέρει.

Η Μαχμπούμπε δε φοράει χιτζάμπ. Ήμουν σχεδόν σίγουρη για την απάντηση αλλά τη ρώτησα. «Ποτέ δε με ενδιέφερε να φοράω χιτζάμπ. Στο Ιράν ήμουν υποχρεωμένη και συχνά είχα προβλήματα με την αστυνομία όταν δεν το έκανα , όπως όριζαν οι κανόνες. Παρότι ήταν μια τεράστια χώρα, για μένα ήταν ένα κελί. Μόλις έφτασα στην Ελλάδα το έβγαλα. Κανείς στο εξής δε θα μου ζητήσει το λόγο» είπε.

Οι γυναίκες στη Μέλισσα κάνουν τα δικά τους βήματα χειραφέτησης, φτιάχνουν κυψέλες με ανθρώπινη ύλη και διεκδικούν την ορατότητα της μετανάστριας. Χιλιάδες άλλες επιδιώκουν την απόδραση από τη συντριβή της ύπαρξης τους, ταξιδεύουν, άλλοτε φτάνουν στη στεριά, άλλοτε πνίγονται στη θάλασσα ή βρίσκονται μαχαιρωμένες στον Έβρο, στοιβάζονται σε καταυλισμούς και σε πρόχειρα καταλύματα, ακυρώνεται το αίτημα τους για αξιοπρέπεια αλλά πεισματικά οι ίδιες το ξαναθέτουν. Κάθε συζήτηση για έμφυλη ισότητα και φεμινισμό θα είναι λειψή αν δεν τις εμπεριέχει, αν δεν τις αγγίζει και δεν τις ακούει.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED