Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς ξεπέρασε τη σπατάλη των νιάτων

Θυμάται την Αμερική των late 60ς και των off broadway παραστάσεων στα 80ς, τη «Λοκαντιέρα» που εκτόξευσε την καριέρα του και δηλώνει ότι βάζει τα τελευταία 43 χρόνια στο θέατρο και στη ζωή τα δυνατά του για να γίνεται συνεχώς καλύτερος.

Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος / FOSPHOTOS

Έχει φάει με το κουτάλι την σκηνή, εδώ, στην Αμερική, στην Αγγλία. Κι όμως. Έχει τόση όρεξη που δεν κρατιέται, ανυπομονεί να μιλήσει για τη νέα του παράσταση στη Β’ σκηνή του θεάτρου Κεφαλληνίας, της οποίας έχει αναλάβει την καλλιτεχνική επιμέλεια, και στην οποία θα παρουσιάσει σύντομα τον «Αμπιγιέρ», έναν ρόλο για τον οποίο μιλάει με νεανικό ενθουσιασμό.

Παράλληλα συνεχίζει στον επιτυχημένο «Αύγουστο» και παραδέχεται ότι το μόνο που τον νοιάζει πια είναι να βάζει τα δυνατά του να γίνεται καλύτερος ηθοποιός, καλύτερος άνθρωπος.

«Το ότι έλυσα το άγχος της επιβίωσης και της αναζήτησης εργασίας με βοήθησε να αφοσιωθώ στην ουσία του θεάτρου».

Παίζω θέατρο εδώ και 43 χρόνια. Η διάθεσή μου είναι στο φουλ και τώρα πια δουλεύω πιο σκληρά από ποτέ. Μπορεί να έρθουν έτσι οι συνθήκες που να μην είμαι περήφανος για μια παράσταση, δεν κάνω όμως ποτέ θέατρο μόνο για τα λεφτά γιατί ούτως ή άλλως το θέατρο δεν έχει λεφτά. Υπάρχουν όμως και παραστάσεις που γουστάρω πολύ κι αυτό συμβαίνει όταν αισθάνομαι ότι είναι και η παράσταση καλή κι εγώ καλός.

Σχεδόν πάντα αποφεύγω τις πολύ εμπορικές παραστάσεις. Όχι από καμία φιλοσοφική διάθεση. Είναι πολύ απλό. Επειδή εκεί δουλεύουν συγκεκριμένα άτομα πχ ο Γιώργος, ο Γιάννης, η Μαρία. Ε, δεν με βλέπω να δουλεύω μαζί με τον Γιώργο, τον Γιάννη και τη Μαρία. Είναι από άλλο κόσμο αυτοί, δεν θα ένιωθα ευχαριστημένος σε ένα τέτοιο σχήμα.

Μου αρέσει να βλέπω καινούριες προτάσεις. Όταν δηλαδή κάνουμε Αριστοφάνη ή τους αρχαίους τραγωδούς κάθε μα κάθε χρόνο δεν έχω αντίρρηση, προτιμώ μάλιστα, να δοκιμάσουμε να τους δούμε κάπως αλλιώς. Υπάρχουν βέβαια και πειραματισμοί που όταν τους βλέπω θέλω να σηκώσω τα χέρια και ν’ αρχίσω να βαράω. Όταν δεν καταλαβαίνω τίποτα, δεν μου αρέσει να μην καταλαβαίνω γρι. Υπάρχουν επικίνδυνες δουλειές, με την έννοια ότι υπάρχει ρίσκο να προκύψει τρελή αποτυχία, που μ’ αρέσουν πολύ κι άλλες καθόλου.

Ο πατέρας μου ήταν πολιτικός, όπως και ο δικός του πατέρας, και η μητέρα μου γλύπτρια. Ο πατέρας μου δεν είχε καμία σχέση με τους σημερινούς πολιτικούς. Ήταν ευπατρίδης, ήθελε να υπηρετήσει την πατρίδα. Η μάνα μου έκανε μοντέρνα γλυπτική, τη θυμάμαι με το οξυγόνο να πολεμάει με τα σίδερα, με τα μάρμαρα. Προφανώς και οι δύο ήθελαν να πετύχουν κάτι στη ζωή τους.

«Τις διαβάζω βέβαια τις κριτικές αλλά από τη μέση και κάτω. Και αναλόγως, χαίρομαι ή στεναχωριέμαι για δυο μέρες. Όχι παραπάνω».

Ένα πράγμα που με ενέπνευσαν οι γονείς μου, χωρίς καν να το κάνουν συνειδητά, είναι να έχεις φιλοδοξία να κάνεις κάτι στη ζωή σου. Αυτό το κληρονόμησα κι εγώ και οι αδερφές μου. Οι γονείς μου δεν είχαν αντίρρηση στο να ασχοληθώ με το θέατρο. Δεν μεγάλωσα σε ένα τυπικό σπίτι αλλά σε μια έντονη οικογένεια, αυτό ήταν και καλό και κακό.

Στην ηλικία μου αισθάνομαι ότι δεν έχω πάρα πολλά χρόνια μπροστά μου, οπότε βάζω τα δυνατά μου. Μιλάω κυρίως για τη δουλειά αλλά και στη ζωή προσπαθώ να είμαι καλύτερος άνθρωπος, πιο υπομονετικός, πιο ανεκτικός και τελικά γίνομαι καθώς περνούν τα χρόνια. Η ζωή σπαταλιέται στα νιάτα, λέει μια έκφραση.

Στα 18, το 1968,  μου πήγα στην Αμερική για να σπουδάσω ανθρωπιστικές σπουδές. Ανθρωπιστικές σπουδές διαλέγουν αυτοί που δεν έχουν αποφασίσει τι ακριβώς θέλουν να κάνουν. Ήμουν στη Φλόριντα, κοντά στην Τάμπα. Όταν πήγα εγώ είχε μόλις δολοφονηθεί ο Ρόμπερτ Κέννεντι, λίγους μήνες νωρίτερα ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, υπήρχε ακόμη το Βιετνάμ, υπήρχε μεγάλη αναταραχή στα πανεπιστήμια και στην κοινωνία, ήταν τότε ο προεκλογικός αγώνας του Νίξον. Επίσης, τότε ήταν στην μόδα τα μακριά μαλλιά αλλά περνούσαν αυτοκίνητα και μας έκραζαν εξ αιτίας τους.

Είναι απίστευτο αίσχος αυτό που γίνεται τώρα στην Αμερική με τον Τραμπ. Φαίνεται ότι η Αμερική δεν ήταν έτοιμη για αφροαμερικανό πρόεδρο. Τον θεωρώ εξαιρετικό πολιτικό τον Ομπάμα. Η Αμερική που ψήφισε Τραμπ ήταν κυρίως άνδρες, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, λευκοί που αναρωτιούνταν «Τι απέγινε η Αμερική που ξέραμε» και αυτό μεταφράζεται στο «Τι απέγινε η ρατσιστική Αμερική που θέλαμε».

Το 1971 πήγα σε δραματική σχολή στην Αγγλία. Τότε η Αγγλία ήταν το απόλυτο μέρος για σπουδές υποκριτικής συν το ότι εδώ ήταν ακόμη χούντα, ο πατέρας μου είχε κάνει φυλακή, το έσκασε και κατέφυγε στην Ελβετία. Αν γυρνούσα εκείνη την περίοδο δε θα με άφηναν να ξαναφύγω. Δεν ήρθα στην Ελλάδα για εφτά χρόνια, από τα 18 έως τα 25.

«Στη ζωή, όσο περνούν τα χρόνια, προσπαθώ να είμαι καλύτερος άνθρωπος, πιο υπομονετικός, πιο ανεκτικός και τελικά γίνομαι καθώς περνούν τα χρόνια. Η ζωή σπαταλιέται στα νιάτα, λέει μια έκφραση».

Οι Άγγλοι έχουν μια παράδοση αιώνων στο θέατρο. Έχουν φοβερό «πάγκο», έχουν μια απίθανη πληθώρα καλών ηθοποιών και σκηνοθετών. Είναι πιο συντηρητικοί από τους Γερμανούς αλλά έχουν φοβερούς συγγραφείς, που εμείς δεν έχουμε. Ή έχουμε αλλά πολύ λιγότερους. Οι Άγγλοι δεν είναι «κουλτουριάρηδες». Αν διαβάσεις κριτική θεάτρου στην Αγγλία  θα δεις ότι δε γράφουν για το νόημα του έργου γενικά αλλά για την συγκεκριμένη παράσταση. Ενώ εδώ το μισό κείμενο είναι σαν Εισαγωγή στη Θεατρολογία. Τις διαβάζω βέβαια τις κριτικές αλλά από τη μέση και κάτω. Και αναλόγως, χαίρομαι ή στεναχωριέμαι για δυο μέρες. Όχι παραπάνω.

Γύρισα στην Ελλάδα, έκανα στρατό και επέστρεψα Αγγλία για να κυνηγήσω το όνειρο. Είχα χάσει όμως τις επαφές μου, είχαν αλλάξει τα πράγματα. Έτσι αποφάσισα, δεκαετία ’80 πια, να πάω στην Αμερική. Μεγάλος ο ανταγωνισμός, χάνεσαι στο πλήθος, φαντάσου να περνάς μια οντισιόν με άλλα 400 άτομα. Έπαιξα σε παραστάσεις off broadway, στον θίασο της Ολυμπίας Δουκάκη, έκανα τον κομπάρσο σε 2-3 ταινίες ανάμεσά τους και η ταινία Big με τον Τομ Χανκς, έκανα και κάτι guests σε σαπουνόπερες.

Γύρισα στην Ελλάδα γιατί είχα μια εξαιρετική πρόταση από την Ξένια Καλογεροπούλου. Με κάλεσε να παίξω στην «Λοκαντιέρα» το 1988, μαζί με τον Γιάννη Φέρτη, αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο. Δεν το μετάνιωσα, κατάλαβα ότι αυτή ήταν η μεγάλη μου ευκαιρία. Υπάρχει συνήθως μια παράσταση που σε εκτοξεύει. Αυτή ήταν για μένα η «Λοκαντιέρα». Ήμουν όντως καλός, διακρίθηκα και από τότε δεν έχω θέμα δουλειάς, εργάζομαι ανελλιπώς. Το ότι έλυσα το άγχος της επιβίωσης και της αναζήτησης εργασίας με βοήθησε να αφοσιωθώ στην ουσία του θεάτρου.

«ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ» του Tracy Letts σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Θέατρο «Δημήτρης Χορν», Αμερικής 10. Παίζουν: Θέμις Μπαζάκα, Μαρία Πρωτόπαππα, Βίκυ Βολιώτη, Μαρίνα Ασλάνογλου, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Μάνος Βακούσης κ.ά. Μετάφραση: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Μανώλης Δούνιας, Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Σκηνικά: Αθανασία Σμαραγδή. 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΘΕΑΤΡΟ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED