Το όνειρον, του Γεωργίου Βιζυηνού

Από «Tο τέλος του παραμυθιού ή η αρχή του ονείρου», εκδ. Eρμής, (2001).

Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
–Θεός να μην το κάμη
να γίνη αληθινό!
Στην όχθη του στεκόντανε
γνωστό μου παλικάρι,
χλωμό σαν το φεγγάρι,
σαν νύχτα σιγανό.

Αγέρας το παράσπρωχνε
με δύναμη μεγάλη,
σαν νάθε' να το βγάλη
απ' της ζωής την μέση.
Και το νερό, π' αχόρταγα
τα πόδια του φιλούσε,
θαρρείς το προσκαλούσε
στ' αγκάλια του να πέση.

–Δεν είν' αγέρας, σκέφθηκα,
και σένα που σε δέρνει.
Η απελπισιά σε παίρνει
κι η απονιά του κόσμου!
Κι εχύθηκ' απ' τον θάνατο
τον δύστυχο ν' αρπάξω…
Ωιμέ! Πριν ή προφθάξω
εχάθηκ' απ' εμπρός μου!

Στα ρέματα παράσκυψα,
να τον ευρώ γυρεύω.
Στα ρέματ' αγναντεύω–
Το λείψανό μ' αχνό!…

Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
–Θεός να μην το κάμη
να γίν' αληθινό!

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED