Ελένη Δήμου, αυτή η Φωνή που μοιάζει πάντα σαν να σου Ψιθυρίζει στο Αυτί

Eτοιμάζει ξανά δίσκο με τον Μιχάλη Ρακιντζή, στο inbox της στέλνουν μοντέρνα remixes από παλιά τραγούδια. Εξήγησε στον Παναγιώτη Μένεγο πώς επιβίωσε στα 80s και τι είναι αυτό που ψάχνει σήμερα.

17.01.2020
Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος / FOSPHOTOS

«Ακούστε. Είμαι 62 χρονών. Δεν έχω κάνει λίφτινγκ. Έχω παχύνει. Δεν φοράω τρέσες, ούτε extensions και τα λοιπά. Σας τα λέω προκαταβολικά, για να μην τα συζητάτε μεταξύ σας. Αν πάλι θέλετε κάτι να συζητήσετε, αφήστε για αύριο στο καφέ. Όχι σήμερα. Πάμε να περάσουμε όμορφα».

Έτσι, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, με το χαμόγελο στα χείλη, υποδεχόταν τον κόσμο  σπάζοντας τον πάγο της μικρής σκηνής η Ελένη Δήμου στις περσινές εμφανίσεις της στο Half Note Jazz Club.

Ειλικρίνεια; Χιούμορ; Δυναμισμός (στον οποίο θα επιστρέψουμε αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας); Λίγο απ’ όλα, μα κυρίως το επικοινωνιακό χάρισμα μιας ερμηνεύτριας που τα έχει τόσο καλά με τον εαυτό και το κοινό της για να μπορεί -ειδικά στους μικρούς, ζεστούς χώρους που τόσο αγαπά- να βάζει και τα όρια. «Με το που βγαίνω στην σκηνή, ξέρω με μια ματιά τι ποσοστό του κοινού έχει έρθει για να με ακούσει στ΄αλήθεια και τι απλά έχει βγει βόλτα», μου λέει με σιγουριά.

Πώς να μην το ξέρει; Δεν είναι πια το κοριτσάκι που κόντρα στις αντιρρήσεις μπαμπά κι αδερφού, αξιοποίησε μια οικογενειακή γνωριμία και βρήκε τον δρόμο, μέσω Δημήτρη Χορν, για μια εκδήλωση που οργάνωνε το Τρίτο Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Αφήνοντας άναυδους όσους την είδαν, ξεκινώντας μια καριέρα που πια διανύει την πέμπτη δεκαετία της. Από τον Βορειοηπειρώτη μπαμπά άκουσε τα ηπειρώτικα, από την μικρασιάτισσα μαμά άκουσε τους αμανέδες και τα νανουρίσματα στο σπίτι, γεννήθηκε με το μικρόβιο και ήξερε από πολύ μικρή τι ήταν γεννημένη να κάνει. Γιατί, αν δεν ήταν το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, θα ήταν λίγα χρόνια αργότερα το Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης - συμμετείχε δύο φορές, πήρε ισάριθμα βραβεία (μια τρίτη θέση με κομμάτι σε μουσική Μάνου Λοϊζου και στίχους Άκου Δασκαλόπουλου και μια πρώτη σε μουσική Σπύρου Παπαβασιλείου). Κι αν κατόπιν έμεινε «συρταρωμένη» στη Minos που βιάστηκε να την υπογράψει αλλά δεν της έβγαζε δίσκο γιατι «είχε σε προτεραιότητα άλλα, μεγαλύτερα τότε, ονόματα», η πίστη στο ταλέντο της έβγαλε τον τσαμπουκά «να απελευθερωθώ και να βρω τον δρόμο μου».

Η Ελένη Δημου, όποιο εμπόδιο κι αν συνάντησε, όποια παράκαμψη κι αν συνέβη στη διαδρομή της, ήξερε πώς θα φτάσει στον προορισμό. Είχε για πυξίδα αυτήν την ανεπανάληπτη Φωνή - αυτή τη φωνή που «την ακούς και είναι σαν να σου ψιθυρίζει στο αυτί», όπως έλεγαν οι συνθέτες που τη ζητούσαν επισταμένα από τους εταιριάρχες. Κάποτε ένας διευθυντής της είπε «βαρέθηκα όλοι να έρχονται και να μου λένε ότι θέλουν να γράψουν τραγούδια για σένα». Του απάντησε γελώντας «ε, πες τους κι εσύ να πάνε να γράψουν για τους δίπλα».

Αυτά όμως είναι λίγο-πολύ γνωστά. Έχει μιλήσει ξανά εξομολογητικά για τη ζωή και την καριέρα της.

Εμένα εκείνο που με ενδιαφέρει είναι να μάθω πώς ξεπετάχθηκε στη δεκαετία του ’80, σε μια Ελλάδα που τα’ σπαγε στα μπουζούκια και μάλλον δεν είχε πολλή διάθεση για κάτι πιο ελαφρύ, κάτι πιο ποπ. Πώς διεκδίκησαν και βρήκαν τον ζωτικό χώρο τους τραγούδια όπως το «Ετοιμάζω Ταξίδι» και το «Πάρε Πασά Μου», ενώ δίπλα έσπαγαν πιάτα. Πώς αισθάνεται που 2-3 γενιές μετά, εμείς που τη μάθαμε μέσα από τους δίσκους των γονιών μας, την έχουμε χρήσει εκπρόσωπο ενός ελληνικού (ακούσια) balearic ήχου - θυμηθείτε τα remixes στο «Δεν Πιστεύω» (εδώ κι εδώ) που κυκλοφόρησαν πριν μια τριετία. Πώς, ακόμα κι αν τα ακούσματά μας ειναι πολύ διαφορετικά, ξέρουμε απ’ έξω το «Δε Με Νοιάζει»

«Εγώ δεν μπορούσα να κάνω τη γατούλα, δε μου πήγαινε. Από μικρό παιδάκι διεκδικούσα ότι ήθελα κι εξελίχθηκα σε μάλλον δυναμική γυναίκα»

«Αυτό που δε θέλω, προς Θεού, είναι να χάσω την επαφή μου με το κοινό. Αυτό κυνηγάω. Μέχρι τώρα, τα έχω καταφέρει. Με στήριξε με την εμπιστοσύνη του, με ανέβασε ψηλά και η σχέση μας έχει εξελιχθεί με τα χρόνια. Γονείς με έμαθαν στα παιδιά τους κι αυτό είναι ό,τι πιο σημαντικό για μένα. Δεν οφείλεται μόνο στη χροιά της φωνής, αλλά και στα ίδια τα τραγούδια. Έχουν συμβάλλει πολλοί δημιουργοί στην διάρκεια της καλλιτεχνικής μου ζωής. Μπορεί εγώ να επέλεξα τα τραγούδια, αλλά φυσικά κάποιοι τα έγραψαν. 

Δεν είναι μόνο αυτά τα remixes που ανέφερες, είναι κι άλλα που γίνονται. Μου τα στέλνουν στο inbox. Ξαναλέω, όμως, αυτή είναι άλλη μια απόδειξη της δύναμης των τραγουδιών. Πέρα από την αλήθεια τους, διατηρούν αναλλοίωτο και το ενδιαφέρον τους. Μ’ αρέσει λοιπόν που έχουν δεύτερη ζωή τα κομμάτια και η αλήθεια είναι ότι τώρα απολαμβάνω πιο πολύ τα πράγματα απ’ ότι στο παρελθόν. Όταν είσαι νέος, τρέχεις εσύ τρέχει και η ζωή, δεν καταλαβαίνεις πολλά. Τώρα όμως είναι καλύτερα. Παίρνω μια απόσταση για να αφουγκραστώ τον κόσμο και καταλαβαίνω καλύτερα όσα έχω κάνει. 
Δεν ήταν καθόλου καλή η σχέση μου με τη νύχτα. Στο ξεκίνημά μου φτάναμε μέχρι το ξημέρωμα, βγαίναμε και με ήλιο, έχω προλάβει και πιάτα, και να τελειώνουν τα πιάτα και να πετάνε ποτήρια και να σου κόβουν τα πόδια - έχω τέτοια σημάδια-“εύσημα”. Δε μου άρεσε, δεν αισθανόμουν καλά σε αυτό το περιβάλλον. Στην πορεία που καθιέρωσα το στυλ μου π.χ. στα Δειλινά 1.15 είχα τελειώσει, ήμουν στο αυτοκίνητο και πήγαινα σπίτι μου.
Κι όμως υπήρχε κοινό που άκουγε τα πιο ελαφρά, ή ποπ αν θες, κομμάτια στα 80s. Ακόμα και κόντρα στους χώρους που συναντιόμασταν, τα αναζητούσε. Το λαϊκό τραγούδι βέβαια ήταν πάντα εκείνο που είχε τη μερίδα του λέοντος. Μου αρέσει φυσικά, αλλά, όχι ως βασικό μου ρεπερτόριο. Τέθηκε πολλές φορές το ζήτημα να περάσω στην άλλη πλευρά, αλλά δεν το ήθελα. Θα μπορούσα να είχα βγάλει πολλά περισσότερα χρήματα και να ζούσα τώρα μια πιο άνετη ζωή γιατί μου ήταν εύκολο, είχα το εύρος. Μου λέει συχνά ο Άκης (σ.σ. Γκολφίδης, μουσικός παραγωγός και σύζυγός της): “Αυτά που κάνουν οι άλλες, εσύ τα έχεις. Αυτά που κάνεις εσύ, μπορούν να τα κάνουν οι άλλες;”. Δε θέλω να ακουστεί κάπως, αλλά πιστεύω ότι είναι αλήθεια. 
Η μουσική βιομηχανία στην Ελλάδα (φαντάζομαι και παντού) ήθελε πάντα να είσαι ένα βήμα πίσω κι όχι ένα βήμα μπροστά. Ελάχιστοι υποστήριζαν το καινούριο, το απρόσμενο. Γιατί κόστιζε κιόλας. Προτιμούσαν την συνταγή. 
Φυσικά κι έχω κάνει λάθη, στραβοπατήματα. Θα μπορούσα να μην είχα βάλει σε δίσκους 5-6 τραγούδια - δεν είναι παραπάνω, πίστεψέ με. Αλλά, κάθε φορά παίζει ρόλο η διάθεσή σου, η ηλικία που βρίσκεσαι. Αυτό που έχει σημασία για μένα, είναι ότι όλα καταγράφηκαν στο “λογαριασμό” τον δικό μου και του Άκη. Άφησέ με να κρατήσω για μένα ποια είναι αυτά τα πράγματα που μετάνιωσα που δεν έκανα».

Μια τέτοια φωνή είναι μοιραίο να τραγουδήσει ερωτικά τραγούδια. Προσπαθώ να αμφισβητήσω την συνθήκη να ακούγεσαι πάντα πληγωμένη, μπερδεμένη, με διακόπτει… «Είναι πολύ ωραίο να λες ερωτικά τραγούδια. Ο έρωτας δεν έχει ημερομηνία λήξης. Δεν είναι μόνο ανάμεσα στα δύο φύλα, είναι κι αυτό που νιώθεις μπροστά σε έναν πίνακα που θαυμάζεις. Το δέος μπροστά σε ένα δέντρο που μεγαλώνει. Υπό αυτήν την έννοια, δε βαριέσαι ποτέ να τον τραγουδάς». 

Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι η Ελένη Δήμου τον έρωτα τον τραγούδησε κάπως αντισυμβατικά. Αφορίζοντάς τον («δεν πιστεύω σε αγάπες κι έρωτες»), κριτικάροντάς τον («εξουσίες δε μας άφησαν στιγμή να χαρούμε τη ζωή»), βάζοντάς του όρια («κανείς δεν είναι κανενός»). Είχε μια πιο δυναμική, ανεξάρτητη προσέγγιση που επισφραγίστηκε με την δήλωση «Η Ζωή Είναι Γυναίκα» στα 90s. «Έχει σχέση με τον χαρακτήρα μου. Οι άνθρωποι που έγραψαν αυτούς τους στίχους, δεν τους έγραψαν στην τύχη, εμπνεύστηκαν από το ποια είμαι εγώ. Εγώ δεν μπορούσα να κάνω τη γατούλα, δε μου πήγαινε. Από μικρό παιδάκι διεκδικούσα ότι ήθελα κι εξελίχθηκα σε μάλλον δυναμική γυναίκα. Επίσης, ήταν κι αυτή η αντίθεση, όλους αυτούς τους στίχους να τους τραγουδά ένα κορίτσι 47 κιλά. Με άκουγαν και με ρωτούσαν “μήπως έχεις καταπιεί κανένα μαγνητόφωνο;”.

«Ο Σπανός, δημιουργικά, σε μένα όπως και στην Κανελλίδου ή την Μοσχολιού, λάτρευε το κοντράλτο μας. Δεν του άρεσαν οι κραυγαλέες φωνές με τις υψηλές οκτάβες κτλ. Έψαχνε φωνές με ειλικρίνεια, να εννοούν αυτό που λένε και να μπορούν να επικοινωνήσουν με το κοινό»

Το φετινό της τετραήμερο στο ιστορικό τζαζ κλαμπ της γειτονιάς του Α’ Νεκροταφείου, είναι αφιερωμένο στον Γιάννη Σπανό που έφυγε από την ζωή την τελευταία μέρα του περασμένου Οκτώβρη. Το Προσωπικά (CBS, 1988) και το Άκου Λοιπόν (Minos-EMI, 1996) είναι οι δύο δίσκοι που έκαναν μαζί - ειδικά το πρώτο με Λινα Νικολακόπουλου και Μαριανίνα Κριεζή στους στίχους και Στέφανο Κορκολή στην ενορχήστρωση είναι δίσκος-σταθμός της σύγχρονης ελληνικής δισκογραφίας. «Δε θα βασίζεται όλη η βραδιά στις συνθέσεις του Γιάννη, αλλά σίγουρα ένα μεγάλο μέρος της. Ποτέ δεν έπαψα να λέω τα τραγούδια του, η συγκίνηση είναι πάντα μεγάλη. Τον θεωρώ -αισθάνομαι ότι είναι ακόμα παρών- τον πιο ευαίσθητο, τον πιο ερωτικό, τον πιο τρυφερό, τον πιο νοσταλγικό συνθέτη. Ήταν καταπληκτικός άνθρωπος, με πάρα πολύ χιούμορ. Διακωμωδούσε τα πάντα και κυρίως τον εαυτό του. Ήταν πολύ καλός με τους καλλιτέχνες, αγαπούσε τις φωνές τους, δεν τους έκρινε από τον χώρο που πρέρχονταν, είτε ήταν λαϊκοί είτε μοντέρνοι. Ταιριάζαμε πολύ, το γούστο μας ήταν σχεδόν κοινό. Μεταξύ σοβαρού κι αστείου του έλεγα “αν σε γνώριζα νέο, θα σε παντρευόμουν”. Του άρεσε πάντα όταν το έλεγα και χαμογελούσε πλατιά. Δημιουργικά, σε μένα όπως και στην Κανελλίδου ή την Μοσχολιού, λάτρευε το κοντράλτο μας. Δεν του άρεσαν οι κραυγαλέες φωνές με τις υψηλές οκτάβες κτλ. Έψαχνε φωνές με ειλικρίνεια, να εννοούν αυτό που λένε και να μπορούν να επικοινωνήσουν με το κοινό». 

Στεκόμαστε λίγο στους συνθέτες, τραγούδησε πολλούς μεγάλους, ποιοι της ξέφυγαν; «Ό,τι αγαπώ, ακόμα κι αν δεν το έχω δισκογραφήσει, το βγάζω ως απωθημένο στο live και το τραγουδάω. Από εκεί και πέρα, θαύμαζα τον Άκη Πάνου πάρα πολύ ως λαϊκό συνθέτη ή τον Ζαμπέτα. Τον Δήμο Μούτση, πολύ δυστυχώς δεν έχω πει τραγούδια του.
Ο Ρακιντζής μου έβγαλε όντως το πιο ποπ, αλλά είχε κι ανατολίτικα στοιχεία που μίλησαν στην καρδιά του Έλληνα. Ήταν προχωρημένα για την εποχή. Ελπίζω και τώρα που θα ξανασυνεργαστούμε να βγει κάτι καλό»

- Θα δουλέψετε πάλι μαζί; 
- Ε, ναι.
- Δίσκο; 
- Ε, ναι.
- Είναι έτοιμα τα τραγούδια;
- Ε, όχι. 

Έχουμε ανοίξει την ατζέντα των αναμνήσεων. Των καθοριστικών συνεργασιών. Των απωλειών. «Με τον Λοϊζο που μου έμαθε την Ίμα Σουμάκ (που τόσο αγαπώ) έγινε η αρχή. Με τον Νταλάρα είχα πολύ καλή συνεργασία. Με βοήθησε να περάσω σε πιο μεγάλα ακροατήρια και με συμβούλεψε για κάποια πράγματα που τα βρήκα μπροστά μου και είχε δίκιο. Μου λείπει πολύ ο Μητροπάνος, έχω περάσει υπέροχα με τον Γιώργο Μαρίνο. Δούλεψα με τη Μαρινέλλα, κάναμε και περιοδείες μαζί και μας χώριζε μόνο ο ύπνος, τόσο πολλή παρέα κάναμε. Απ’ όλους κάτι πήρα, κάτι κράτησα. Αλλά κι εκείνοι με ήθελαν. 
Και υπήρχαν κι άνθρωποι που μου έδωσαν καλές συμβουλές. Ο Γιώργος Μακράκης ή ο Ηλίας Μπενέτος. Αυτό λείπει σήμερα από τη δισκογραφία. Τα στελέχη, οι άνθρωποι που θα αναζητάνε αυτούς που γράφουν, όχι οι ίδιοι οι συνθέτες». 

«Το λαϊκό τραγούδι ήταν πάντα εκείνο που είχε τη μερίδα του λέοντος. Τέθηκε πολλές φορές το ζήτημα να περάσω στην άλλη πλευρά, αλλά δεν το ήθελα».

Μέχρι να βρεθεί στον δρόμο της, προσωπικά κι επαγγελματικά, ο Άκης Γκολφίδης. Στα Sierra Studios γράφτηκαν μεγάλοι δίσκοι αλλά και ριζωσε μια σχέση, ο καρπός της οποίας είναι σημερα 26 ετών. «Ο γιος μου είναι ο πιο αυστηρός κριτής μου, τον ακούω πάντα. Ο Άκης είναι το αντίθετο από μένα, ένας άνθρωπος πολύ ήρεμος. Αυτό φέρνει μια ισορροπία στην σχέση μας, τόσο την επαγγελματική όσο και την προσωπική. Συμπληρώνουμε ο ένας τον άλλον, αφουγκράζεται τα θέλω μου. Είναι πολύ ωραία η σχέση μας, δεν είναι ανταγωνιστική. Δεν ξέρω, βέβαια, πώς θα ήταν τα πράγματα αν ήταν τραγουδιστής. Δυστυχώς, ο ανταγωνισμός γεννιέται, ακόμα και στην σχέση των ζευγαριών». 

Έκαναν μαζί πολλά πράγματα, πλήρωσαν πολύ ακριβά το υπερφιλόδοξο πρότζεκτ Η Ήπειρος της Πεντατονίας που τους διέλυσε οικονομικά. Σκοτεινιάζει λίγο. «Δούλεψαν 750 άτομα για το πρότζεκτ. Μουσικοί, ερευνητές, έγιναν ταξίδια σε όλα τα χωριά, καταγράφηκαν οι ιστορίες των ανθρώπων, βρέθηκαν οι εικόνες που μπήκαν στο βιβλίο που συνόδεψε τα 4 CDs της κυκλοφορίας. Είμαστε πολύ περήφανοι γι’ αυτό. Αλλά, όλα τα πράγματα έχουν ένα κόστος, μερικές φορές πολύ μεγάλο».

Μιλάμε για την αγάπη της για τη ρέγκε, για το «σοκ» που έπαθε ο Γκολφίδης όταν πρωτοέβγαιναν και είδε την δισκοθηκη της («Υπάρχει ελληνίδα τραγουδίστρια που έχει ακούσει Άλαν Πάρσον;», τη ρώτησε) και μου φυλάει για το φινάλε την μια και μοναδική της απόπειρα με τον ξένο στίχο, το maxi single “Everybody Needs A Friend” (CBS, 1990).

«Ήρθε ένας παραγωγός απ’ την Αγγλία όταν είπαμε με τον Σαλίφ Κεϊτά τον “Μενούση” και ήθελε να κάνουμε κάτι μαζί. Τότε υπήρχε το MTV. και είχε βγει ένας παρουσιαστής του, ο Μαρσέλ, κι έλεγε ύμνους. Το ίδιο καλά λόγια είχαν γράψει και ξένα μουσικά μίντια. Δεν είχε όμως συνέχεια, ένας από τους λόγους ήταν ότι δεν μου επέτρεψε η Sony που ήμουν τότε να κάνω περισσότερα πράγματα. Ήταν ένα πείραμα. Αλλά δεν θέλαμε τελικά να φύγουμε από τη χώρα και να το κυνηγήσουμε παραπάνω».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΜΟΥΣΙΚΗ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED