Καφέδες με βαριά ιστορία και θρυλικό καϊμάκι από την Οδό Αθηνάς και το Καφεκοπτείο ΜΟΚΚΑ

Ο Νίκος Ψωμάς συνεχίζει την παράδοση τεσσάρων γενεών καφέ και, παρά την άριστη ποιότητα εσπρέσο που έχει κατορθώσει, δεν ξεχνά το άρωμα του ελληνικού καφέ που πότιζε τα παιδικά του ρούχα

19.06.2017
Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Το κτίριο που δεσπόζει στην, ούτως ή άλλως ιστορική, οδό Αθηνάς, μια ανάσα από την ψαραγορά στη Βαρβάκειο, είναι του 1800. Όποιοι διάβαιναν το κατώφλι του, αγαπούσαν τις εκλεκτές γεύσεις και τα αρώματα και μπορούσαν να προμηθεύονται μπαχαρικά, τσάι, βότανα και λογής λογής ροφήματα, τα οποία, ως επιλογές, άφησε στη δεύτερη θέση, ο μεγάλος πρωταγωνιστής, ο καφές. Χάρη στο διάσημο καφεκοπτείο ΜΟΚΚΑ, χρόνια τώρα, η καρδιά του κέντρου της Αθήνας μοσχοβολά καλημέρες.

«Η Ελλάδα έχει μεγάλη κουλτούρα στον καφέ. Ο Έλληνας πίνει αρκετό καφέ. Στο σπίτι, ο βασιλιάς παραμένει ο ελληνικός. Στην καφετέρια, ο εσπρέσο. Ευτυχώς, έχει μειωθεί η κατανάλωση του στιγμιαίου», λέει ο Νίκος Ψωμάς, ο σημερινός ιδιοκτήτης του ΜΟΚΚΑ και εγγονός  του Δημήτρη Αποστολίδη, του ιδρυτή της ελληνικής εταιρείας καφέδων «BRAVO».

Νίκος Ψωμάς, ο σημερινός ιδιοκτήτης του ΜΟΚΚΑ

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το 1922, στην οδό Αθηνάς 44,o Χρήστος Σαμούρκας άνοιξε το πρώτο οικογενειακό καφεκοπτείο, που πρόσφερε στους πελάτες πάντα φρέσκο, στο καβούρντισμα και στο κόψιμο, καφέ. Το καφεκοπτείο είχε το δικό του καβουρντιστήρι, όπως και αυτά που ξεκίνησαν να ανοίγουν γύρω στο 1950, ο Δημήτρης Αποστολίδης και o γιος του Χρήστου, ο Θεόδωρος Σαμούρκας. Η Πατησίων, η Σοφοκλέους, η Πανεπιστημίου και άλλοι κεντρικοί δρόμοι ήταν τα κατάλληλα σημεία για το άνοιγμα χώρων στους οποίους πρωταγωνιστεί η απόλαυση ενός φλιτζανιού ή μιας συσκευασίας φρέσκου καφέ.

 Οι δυο συνέταιροι, μετονόμασαν τον καφέ σε ''BRAVO'' , κάνοντάς τον διάσημο στην ελληνική αγορά του καφέ επί σειρά ετών. Η ιστορία θέλει το όνομα να έχει προκύψει από συζήτηση που είχε ο Δημήτρης Αποστολίδης με κάποιον γείτονα μπακάλη στην οδό Αθηνάς, ο οποίος όταν άκουσε ότι θα χτίσουν εργοστάσιο του είπε… μπράβο.


Το σλόγκαν «BRAVO, αυτός είναι καφές» έχει μείνει, πια στην ιστορία, οι Αποστολίδης και Σαμούρκας, όμως, πρωτοτύπησαν και σε άλλους τομείς, όπως στη γραμμή παραγωγής, την πρωτοποριακή συσκευασία σε κενό αέρος, το δίκτυο πωλήσεων και το marketing.  Στις αρχές του 1960, ο πάλαι ποτέ τούρκικος καφές καθιερώθηκε για τα καλά ως ελληνικός, χάρη στην επιτυχία αντίστοιχης διαφημιστικής καμπάνιας του BRAVO, αλλά και στο πιο ανοιχτό καβούρντισμα του καφέ σε σχέση με τον τούρκικο.

Για τρεις δεκαετίες, ο ελληνικός καφές καταφέρνει να κρατά τα ηνία και, χάρη στους ανθρώπους που τον είχαν μελετήσει ως προϊόν, αλλά και ως στάση ζωής, συνέχιζε να βρίσκεται στην πρώτη θέση. Στις αρχές της δεκαετίας του 90, όμως, η πολυεθνική εταιρεία Sara Lee αγοράζει το μερίδιο της εταιρείας BRAVO στην αγορά του ελληνικού καφέ, που ανερχόταν στο 60%. Ο Νίκος Ψωμάς ισχυρίζεται ότι ο παππούς του και ο συνέταιρός του ανησυχούσαν για τον έντονο ανταγωνισμό λόγω της Nestle, η οποία είχε αγοράσει τον καφέ Λουμίδη ήδη από το 1982 και παρά το υψηλό μερίδιο της BRAVO. «Ένας άλλος λόγος που τους οδήγησε σε αυτήν την απόφαση ήταν το πρακτικό θέμα της διαδοχής, δηλαδή του ποιος θα αναλάμβανε την εταιρεία, από τη στιγμή που τα παιδιά και τα εγγόνια ήταν πολλά, με τα τελευταία σε μικρή ηλικία», λέει χαμογελαστός ο διαχειριστής όλης αυτής της φρσκοκαβουρντισμένης παρακαταθήκης.

«Ο παππούς μου, ο Δημήτρης Αποστολίδης, ήταν σχεδόν πάντα εύθυμος, ετοιμόλογος με ωραίο χιούμορ και γενικά σε κέρδιζε πολύ εύκολα. Μπορούσε να είναι πολύ προσιτός, αλλά και απρόσιτος, αν το ήθελε. Σχεδόν πάντα καλοντυμένος και περιποιημένος. Όλοι οι εργαζόμενοι ήξεραν τον παππού μου ο οποίος τους μιλούσε και τους πείραζε σαν να ήταν ο φίλος τους.  Καλαμπουρτζής, αλλά αυστηρός όταν το έκρινε. Αγαπούσε την καθημερινότητά του. Αυτοδημιούργητος, με δύσκολα παιδικά χρόνια μιας και ήταν πρόσφυγας από την Καππαδοκία. Την έζησε την φτώχεια. Είχε πολύ καλή επαγγελματική σχέση με τον ξάδελφό του και συνεταίρο Χρήστο Σαμούρκα, ο οποίος αποχώρησε οικειοθελώς από τα καφεκοπτείο: "Αφήνοντας τόπο στα νιάτα, παίρνω το καπέλο μου και αναχωρώ", είχε χαρακτηριστικά γράψει στον παππού μου. Δημιουργικοί και πρωτοπόροι επαγγελματικά και οι δύο.»


«Ο παππούς μου, είτε στο εργοστάσιο, είτε στα καφεκοπτεία τους ήξερε όλους. Η μέρα του ήταν μοιρασμένη στο εργοστάσιο και στα καφεκοπτεία. Την αγορά στην Αθηνάς την αγαπούσε πολύ και του άρεσε αυτή η ατμόσφαιρα του κόσμου που ψωνίζει και η κίνηση, η ζωή. Στο κτίριο, Αθηνάς 44 κατοικούσανε οικογενειακώς προπολεμικά και λειτουργούσαν το μαγαζί. Έζησε μέσα στις μυρωδιές του καφέ. Θυμάμαι πάντα πολλά σακουλάκια με δείγματα καφέ ακόμα και πάνω στο γραφείο του. Τον θεωρούσα μάγκα και πίστευα ότι κανένας δεν μπορεί να τον ξεγελάσει στο θέμα του καφέ! Ήθελε πάντα το καλύτερο και ,φυσικά, το παζάρι στην τιμή ήταν στο αίμα του. Τα περισσότερα καλοκαίρια, με το που τελείωνε το σχολείο, μου έλεγε με τον τρόπο του "Παίρνει άδεια ο τάδε, έρχεσαι να βοηθήσεις;" Έκοβα καφέ, πήγαινα παραγγελίες, καθάριζα, έψηνα μαζί με τον ψήστη, έριχνα το χαρμάνι, καθόμουνα πάγκο. Δεν θα ξεχάσω τις ουρές του κόσμου έξω από το καφεκοπτείο πριν ανοίξει στις 7:30. Δεν ξεχνώ, επίσης, το άρωμα του καφέ που πότιζε το σώμα μου και δεν έφευγε ούτε με το μπάνιο στο σπίτι. Πού να φορέσεις ρούχο δεύτερη μέρα! Παλιά, είχε πολλή δουλειά το καφεκοπτείο. Το ψήσιμο ξεκινούσε πριν ανοίξει το μαγαζί. Πάντα έφευγα με ένα καλό χαρτζιλίκι. Μια φορά, θυμάμαι πως μου το πήρε ένας "παπατζής". Υπήρχαν αρκετοί δεξιοτέχνες παλιά, σχεδόν σε κάθε γωνιά.»

Ο Νίκος Ψωμάς μυήθηκε στην κουλτούρα του ελληνικού καφέ τη δεκαετία του ’80, όταν ο ίδιος ήταν παιδί ακόμα. «Παράλληλα, όμως, ξεκίνησε η προώθηση του στιγμιαίου καφέ από καφενεία, καφετέριες και καταστήματα τροφίμων, με σημαντικότερο λόγο το περιθώριο κέρδους που ήταν μεγαλύτερο από τον ελληνικό. Ξεκίνησα να πίνω καθημερινά καφέ στο γυμνάσιο. Έπινα ελληνικό αραιά και πού, στο σχολείο, όμως, έπαιρνα φραπέ με μία μπάλα παγωτό βανίλια και μου άρεσε πολύ. Όλοι πίναμε φραπέ εκείνη την εποχή, καθώς ήταν εύκολος στο να τον φτιάξεις οπουδήποτε και δυνατός, ενώ η γεύση παρέμενε σταθερή. Την κλασική εικόνα με τον γεμάτο φραπέδες δίσκο και τον σερβιτόρο με τα καλαμάκια στο τσεπάκι την έβλεπες παντού! Το μοναδικό café που δεν σέρβιρε φραπέ στην Αθήνα ήταν το Brazilian επί της οδού Βουκουρεστίου 1.»


Στις αρχές του 20ου αιώνα ήρθε στην Ελλάδα από τη Βραζιλία ένας άνθρωπος που σήμερα ο Νίκος Ψωμάς και πολλοί άλλοι γνώστες τον αποκαλούν «αείμνηστο». Το όνομά του: Ευάγγελος Σαραβάνος. Ευβοιώτης, από την Κάρυστο, ήξερε τα πάντα γύρω από τον καφέ, καθώς έζησε χρόνια στη Βραζιλία, οπότε η βραζιλιάνικη κυβέρνηση του ανέθεσε τη διάδοση του καφέ στις χώρες της Μέσης Ανατολής. Δημιούργησε δύο εστίες καφέ, δυο καφενεία, ουσιαστικά, ένα στην Αλεξάνδρεια και ένα στο Κάιρο. Και τα δύο, τα ονόμασε, τιμής ένεκεν, Brazilian. Αρχές του 1900, όμως, η νοσταλγία για την Ελλάδα ήταν αρκετή για να κάνει τον Σαραβάνο να τα πουλήσει όλα. Μέχρι το 1934, συνεργάζεται με έναν άλλο Ευβοιώτη, τον γνωστό Λουμίδη και ανοίγουν δύο καταστήματα από κοινού. Ύστερα, λύνεται η συνεργασία τους και συστήνεται η «Ε.Σαραβάνος ΕΠΕ». Το πρώτο καφέ Brazilian στην οδό Βουκουρεστίου, στο Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, το οποίο μόλις είχε αποπερατωθεί, είναι γεγονός. Ποιητές, πολιτικοί ζωγράφοι και μουσικοί, διασημότητες και αστέρες, απολάμβαναν εκεί ακριβώς τον καφέ τους. Ο Τσαρούχης έχει ζωγραφίσει και γράψει ποίημα για το Brazilian. Διάσημος θαμώνας, βέβαια, υπήρξε και ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος πιθανόν συγκαταλέγεται στους Έλληνες που πρωτοαπόλαυσαν espresso στην Αθήνα. Άλλωστε, το Brazilian ήταν το πρώτο καφέ που το τόλμησε.

Ο Νίκος Ψωμάς διηγείται

: «Το Brazilian το αγόρασε από τον Σαραβάνο ο πατέρας μου, Αντώνης Ψωμάς, το 1983. Νομίζω πως είναι το μοναδικό cafe που έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο από την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Aπό το 1999, μέχρι και όταν έκλεισε το 2002, σέρβιρε Μόκκα espresso. Η ιστορία του χάθηκε από τους μετέπειτα ιδιοκτήτες του ακινήτου, την Τράπεζα Πειραιώς. Το μόνο που έχει μείνει να θυμίζει το ιστορικό κατάστημα είναι το μωσαϊκό πεζοδρόμιο με το χαρακτηριστικό μπρούντζινο λογότυπο του Brazilian. Θυμάμαι, και δεν πρόκειται να ξεχάσω, τις μοναδικές μυρωδιές και γεύσεις των όσων παράγονταν στο μεγάλο εργαστήρι κάτω από το μαγαζί: μπαγκέτες, τάρτες, κρουασάν… Ως προς το θέμα του καφέ, και της σαρωτικής μόδας του φραπέ, ο πατέρας μου έλεγε ότι ο στιγμιαίος, γενικώς, είναι λάσπη, δεν είναι καφές. Ότι είναι μόδα και θα περάσει. Όσα χρόνια και αν κράτησε, τελικά, η μόδα αυτή, ο πατέρας μου αποδείχτηκε σωστός.»

Και συνεχίζει:

«Όταν η Bravo πουλήθηκε, σπούδαζα στο Λονδίνο BSc μηχανικός παραγωγής. Το είχα πάρει λίγο στραβά, αλλά, σε κάθε περίπτωση, εμπιστευόμουν την κρίση του παππού μου. Ο παππούς μου προσπαθούσε να ολοκληρώσει την αγορά του κτιρίου στην οδό Αθηνάς 44, εκεί απ’ όπου όλα είχαν ξεκινήσει από τον Χρήστο Σαμούρκα, πράγμα καθόλου εύκολο, καθότι υπήρχαν αρκετοί συνιδιοκτήτες. Η αγορά ολοκληρώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Ύστερα, αποφασίσαμε οικογενειακώς το ακίνητο να περάσει στη μητέρα μου κι εγώ με τον παππού μου να ανακαινίσουμε το κτίριο και το καφεκοπτείο. Αυτό ξεκίνησε αμέσως αφότου τελείωσα το στρατό, το 1999, τη χρονιά που το speciality coffee ήταν ακόμη στα σπάργανά του . Το καφεκοπτείο δούλευε ακόμη με την επωνυμία Bravo και άρχισα με το παππού μου να το σχεδιάζω, ενώ ξεκινήσαμε το όλο εγχείρημα με το πού θα τοποθετήσουμε το παλιό καβουρντιστήρι του καφεκοπτείου. Σχεδίαζα το μαγαζί μόνος μου, εξετάζοντας όλα τα πιθανά σενάρια τα οποία συζητούσαμε με τον παππού. Ο ίδιος οραματιζόταν το κτίριο στην Αθηνάς κάτι σαν μουσείο. Δυστυχώς, όμως, σχεδόν όταν βγήκε η οικοδομική άδεια, ο παππούς Δημήτρης αρρώστησε και σε σύντομο χρονικό διάστημα πέθανε. Μόνος πλέον, προχώρησα στην ανακαίνιση του κτιρίου και του καφεκοπτείου. Το 2001 ήταν όλα έτοιμα: το κτίριο, το καφεκοπτείο, το όνομα, ο καφές. Με πλήρως επισκευασμένο καβουρντιστήρι, κατάλληλα ρυθμισμένο, καβούρντιζα πλέον εξαιρετικό espresso και βγήκα στη χονδρική αγορά για να το πουλήσω. Πρώτος πελάτης ήταν φυσικά το Brazilian. Δυσκολίες, έρευνα, απόρριψη, διστακτικότητα της αγοράς, η οποία δεν δεχόταν εύκολα καφέ που είχε καβουρντιστεί στην Ελλάδα. Εκείνο το ταξίδι στη Βραζιλία, όμως, στα 24 μου ήταν τελικά πολύ σημαντικό. Απευθείας από τους παραγωγούς, η καλύτερη ποιότητα καφέ. Για πρώτη φορά συνέβαινε αυτό στην Ελλάδα! Δεκαέξι χρόνια μετά, ο ελληνικός espresso που πωλείται στις καφετέριες είναι περίπου το 40% - 50% και το βρίσκω σημαντικό ως επίτευγμα.»

«Σήμερα, στη ΜΟΚΚΑ παρασκευάζουμε καφέ με όλες τις μεθόδους και εκχυλίζουμε espresso με πολύ εξελιγμένα μηχανήματα. Προσωπικά, δεν ξεχνώ τον ελληνικό. Εδώ, στην οδό Αθηνάς συνεχίζουμε παραδοσιακά τον φτιάχνουμε στην χόβολη. Ο καθημερινός κόσμος, βέβαια, έφυγε σιγά σιγά από την αγορά, για ευνόητους λόγους. Όμως, είναι σημαντικό για εμένα ότι συνταξιούχοι και νοικοκυριά αποτελούν ακόμα και σήμερα τον κύριο όγκο των πελατών μας. Στην καφετέρια, δε, μάς επισκέπτονται και αρκετοί τουρίστες. Ο καφές είναι πάνω απ’ όλα μια απόλαυση και αυτή ήταν η φιλοσοφία του παππού μου, επίσης. Η δύναμη είναι μέσα στο φλιτζάνι και τα πάντα κρίνονται εκεί. Ούτε στην εικόνα, ούτε στα ονόματα.»

Mokka is a coffee processing company at Athinas Street, Athens, February 2017 / Η Μόκκα εταιρεία επεξεργασίας καφέ στην οδό Αθηνάς, Φεβρουάριος 2017

Info:
Καφεκοπτείο ΜΟΚΚΑ, Αθηνάς 44, τηλ: 2103216892

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΜΑΓΑΖΙΑ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED