Σωτήρης Κοματσιούλης: Η ιστορία του αφανή, αλλά αγνού, ήρωα του ελληνικού ροκ

Στο Λονδίνο μπήκε στο στούντιο με τον Robert Wyatt, στην Τζαμάικα φιλοξενήθηκε στο σαλόνι του Bob Marley, έζησε καλλιτεχνικά «εξόριστος» στο εξωτερικό κι εδω κι 7 χρόνια ειναι και πάλι πίσω. Για εκείνους που τον αγαπάνε γιατί τον εκτιμούν.

Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Ο Σωτήρης Κοματσιούλης δικαιούται όσο λίγοι τον τίτλο του αφανούς ήρωα της ελληνικής ροκ. Μιας κι έχει ζήσει πολλά χρόνια στην Αγγλία, μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί μια κλασική περίπτωση unsung hero. Γνώρισε την επιτυχία νωρίς, μπλέχτηκε στα γρανάζια των εταιρειών, εγκατέλειψε την Ελλάδα. Έζησε μια ζωή μυθιστορηματική. Αναρωτιέμαι αν συνειδητοποιεί πως θα άξιζε κάποια μέρα να γράψει την αυτοβιογραφία του και να τη μοιραστεί μαζί μας. Ο ίδιος διατηρεί εντυπωσιακη αθωότητα, απλότητα κι ευθύτητα – η αγάπη όσων γνωρίζουμε τη δουλειά του σχεδόν τον εκπλήσσει. Αυτή είναι μια σύντομη εκδοχή της συναρπαστικής ιστορίας ενός ντόμπρου ανθρώπου (κι εξαιρετικού μουσικού, μην το ξεχνάμε), όπως την αφηγήθηκε στην Popaganda με αφορμή την εμφάνισή του στο Rock Architecture (28/10, Ζωγράφου)...

Πιτσιρικάς από την Καστοριά, το μόνο όνειρο που είχα ήταν αυτό: σε ένα ραδιοφωνάκι που είχαμε στο χωριό, άκουγα τραγούδια κι ήθελα να γράψω τραγούδια – αλλά όχι λαϊκά.Έγραφα από 8-9 χρονών, από το σχολείο. Κατάλαβα πως μπορούσα, έγινε μόνο του, δεν ξέρω πώς. Πιστεύω πως είναι χάρισμα, δεν ξέρω απο ποια δύναμη, από το σύμπαν. Έτυχε να βρεθώ στη Λάρισα με τους γονείς μου που είχανε γουναρικά. Και μιας και βρέθηκα εκεί είπα να κάνω ένα συγκρότημα. Βρήκα λοιπόν τα άλλα πιτσιρίκια που ήτανε στη Φιλαρμονική και ξεκινήσαμε τους Lovers. Αρχίσαμε προβίτσες, παίζαμε για τους φίλους μας.. μεροκάματα ποτέ δεν είδαμε, κι ας το γεμίζαμε το Ρίο (έτσι λεγόταν το μέρος που παίζαμε). Εγώ με την τρέλα που είχα πήρα το μεγάλο μου αδελφό που ήταν στην Αθήνα και ξεκίνησα να βρω εταιρίες. Μετά από πολλές αρνητικές απαντήσεις, βρήκα μια εταιρία που λεγόταν ΝΙΝΑ. Ήταν σαν να είχε κερδίσει λεφτά στο λαχείο. Πήγα και πλήρωσα το στούντιο, μου κάναν το δισκάκι, και μετά από ένα-δυο μήνες μου λένε «έλα πάλι στην Αθήνα να μιλήσουμε». Τότε μου ζήτησαν ένα υπέρογκο ποσό για να κυκλοφορήσουν τον δίσκο. Τους είπα όχι και γύρισα στη Λάρισα. Αυτό έγινε το '67, σε ηλικία 13-14 χρονών!

Παίξαμε ακόμα στη Λάρισα 2-3 χρόνια, και το '72 έρχομαι στην Αθήνα ψάχνοντας την τύχη μου. Είχε περάσει από τη Λάρισα ένας φίλος ονόματι Σπύρος Ξυπολόπουλος, και μου είχε πει «είσαι φανταστικός, έλα στην Αθήνα». Η μόνη μου γνωριμία ήταν αυτός. Με πήγε στον 'Αλκη Έξαρχο, ένα μάνατζερ της εποχής που με έβαλε να με ακούσει ο Τάκης Αθηναίος από τη Music Box –ήταν ο μαέστρος. Του άρεσα. Θυμάμαι ότι από την ταραχή μου είχα τραγουδήσει τα τραγούδια των Sounds που μου είχε ζητήσει μια οκτάβα πάνω! Μπήκα στο στούντιο κι έγινε το Επιδρομή από τον Άρη/ Σαν τον Άνεμο. Βγήκε το σινγκλάκι κι έγινε μεγάλη επιτυχία τότε, γινότανε χαμός! Είχα παίξει στο Μαστοράκη, στο Ο Μάκης Πάντας Παρουσιάζει, στο Ο Τομ-Τομ Παρουσιάζει, στον Άλκη Στέα. Γράφαν υπέρ μου εφημερίδες, περιοδικά, το Φαντάζιο θυμάμαι... Αυτές τις μέρες βρήκα κι ορισμένες συνεντεύξεις από τότε! Πήγα το καλοκαίρι και τραγούδησα στα Καμένα Βούρλα. Όλα μου τα άλλα κομμάτια ήταν όμως κάπως επαναστατικά όπως το «Κοίτα Φιλε Κοίτα, Οι Ρομαντικοί»Κάποιος φίλος με πήγε, λόγω του σχετικού ντόρου, στο ABC. Τα κανόνισε με τον Μίμη Παπασταματίου και πήγα στο ABC αντικαθιστώντας τον Πασχάλη. Είχα κι εκεί μεγάλη επιτυχία. Έπαιζα με τον Χριστόφορο Κροκίδη, και με ό,τι λεφτά έβγαζα, πήγαινα στο στούντιο και ηχογραφούσα τραγούδια. Όμως, το ότι τραγουδούσα τραγούδια εναντίον της χούντας έφτασε στ'αυτιά της Μαρίκας Γκεσάρ (σ.σ. συνιδιοκτήτριας, με το σύζυγό της Μάρτιν, της Music Box), που με κάλεσε αμέσως στα γραφεία και μου είπε:
- Αν συνεχίσεις έτσι...
- Μα αυτό θέλω να κάνω, της λέω, έτσι μου αρέσει να είναι τα τραγούδια μου.
- Δεν σου κάνουμε δίσκο, κι ούτε σου σπάμε το συμβόλαιο...
... είχα υπογράψει συμβόλαιο για δέκα χρόνια μαζί τους! Οπότε ήμουνα καταδικασμένος, δεν υπήρχε περίπτωση να επιβιώσω στην Ελλάδα.

Τον καιρό εκείνο είχα γνωρίσει τη Μαρία Βασιλείου, την πρωταγωνίστρια της Ευδοκίας. Όταν της είπα τα προβλήματα που είχα, μου πρότεινε να πάμε Αγγλία. Έκανε ένα θίασο κι αμέσως φύγαμε. Ο πρώτος που γνώρισα εκεί, γιατί ήταν φίλος της Μαρίας, ήταν ο Robert Wyatt. Πήγαμε στο σπίτι του με ένα μπουκάλι τσίπουρο, γιατί έπινε αρκετά ο Robert. Εγώ τότε δεν μιλούσα καλά αγγλικά, κι μου είπε «όταν μάθεις έλα να με βρεις και θα σε βοηθήσω, θα κάνουμε και καμιά ηχογράφηση». Έγινε και κουμπαρος μας ο Robert, γιατί μου έδωσαν μόνο 25 μέρες παραμονής στην Αγγλία, κι έτσι κάναμε έναν εικονικό γάμο με τη Μαρία στο Δημαρχείο (ήταν Κύπρια γεννημένη στην Αγγλία). Προσπάθησα πολύ να μάθω να τραγουδάω καλά αγγλικά, και μπήκα μαζί του στα στούντιο Matrix που μόλις είχαν ανοίξει, και ηχογραφήσαμε καμιά δεκαριά τραγούδια – μπήκαν τελικά πριν έξι χρόνια στο δίσκο μου με την B-Otherside, το Σαν Τον Άνεμο. Είχα βάλει και μπουζούκι σε αυτά τα κομμάτια κι αυτό ήταν που του άρεσε του Wyatt.

Λίγο καιρό μετά γνωρίστηκα με κάτι παιδιά από τη Τζαμάικα και γίναμε φίλοι. Τους φιλοξένησα στο σπίτι μου, έπαιζαν τότε στο Brixton. Γίναμε φίλοι και επί ένα χρόνο παίξαμε μαζί σε όλα τα γκέτο της Αγγλίας! Τότε στο ξεκίνημα λέγονταν Denim, αλλά μετά έγιναν οι Third World – ήταν μέλος τους η ανιψιά του Bob Marley! Μου πρότειναν να πάμε στη Τζαμάικα – να δούμε και το θείο! Τρελεθήκαμε εμείς, πήγαμε, πήρα μαζί και το παιδί που έπαιζε μπουζούκι. Όταν πήγαμε στη Τζαμάικα, πέρασαν πέντε-έξι μέρες μέχρι να μας δεχθεί στο σπίτι του ο Bob Marley, γιατί δεν του άρεσαν πολύ οι λευκοί! Του είπαν όμως οι άλλοι ότι είμαστε καλά παιδιά και φιλόξενοι, κι ότι η χώρα μας έχει ιστορία. Με ρώτησε για την Ελλάδα, και του είπα, ότι δεν είμαστε ρατσιστές, σε μας γεννήθηκε η δημοκρατία και τα λοιπά. Τα λέγαμε κάθε μέρα, γίναμε φίλοι. Μείναμε περίπου τρία χρόνια εκεί. Κάναμε και μια δουλειά με τους Denim που δεν έχει κυκλοφορήσει, τα κομμάτια υπάρχουν, περιμένω κάποια στιγμή να βγούνε. Μετά γυρίσαμε στην Αγγλία. Όταν πέθανε το '81, δυστυχώς δεν μπόρεσα να πάω στη Τζαμάικα. Ποτέ δεν πίστεψα πως θα πέθαινε τόσο γρήγορα...

Όσο για την Ελλάδα, πάντα πίστευα πως είμαι τελειωμένος εδώ πέρα. Είχα αλλάξει και το όνομά μου σε Στέφανος Γκέμος, από το πατρικό της μητέρας μου. Με αυτό το διαβατήριο έφυγα, και στην Αγγλία έγινε Steve Gemos. Ώσπου πριν από επτά χρόνια που πήρα ένα email που έλεγε: «Κύριε Κοματσιούλη, λέγομαι Δημήτρης Βασιλειάδης, εκτιμούμε πολύ τη δουλειά σας και θα θέλαμε να την κυκλοφορήσουμε». Μάλιστα νόμιζα πως τα παιδιά από την τελευταία μου μπάντα, ελληνοεγγλέζοι, μου κάνανε πλάκα.. Έγινε φασαρία στο σπίτι, τους φώναζα... Τα παιδιά κοκκινίσανε, το αρνηθηκαν. Λίγο μετά χτυπάει το τηλέφωνο, ήταν η ΑΕΠΙ, που επικύρωσε πως ο κύριος Βασιλειάδης ήθελε να κάνει το δίσκο μου. Συλλέκτης και ερευνητής, με παρομοίαζε με τους καλυτερους που έχει ακούσει... Τους λέω: εγώ δεν μπορώ να έρθω στην Ελλάδα, έχω όμως έτοιμα κάποια κομμάτια – αυτά που είχα ηχογραφήσει με τον Robert Wyatt και τα παλιά, με τον Κροκίδη, που φεύγοντας από την Ελλάδα τα είχα αφήσει σε κάποιο φίλο μου. Ο Βασιλειάδης έδωσε το υλικό στο Θάνο Ξανθάκο που έχει το δισκάδικο Plan 59 στη Ζωοδόχου Πηγής κι εκείνος ενθουσιάστηκε και κάλυψε τα έξοδα για να έρθω πίσω. Έτσι έγινε, πριν από εφτά χρόνια επέστρεψα στην Ελλάδα.

Αυτή ήταν η απλή μου ιστορία.... Μετά άρχισαν να γίνονται οι δίσκοι μου – δεν το πίστευα αυτό το πράγμα, ήταν σαν όνειρο, σαν θαύμα... Ξαφνικά να έρχομαι στην Ελλάδα σαν ξένος και να βλέπω τόσο κόσμο που να μ'αγαπάει... Εγώ πάντα στη ζωή μου ήμουν πολύ ταπεινός, ποτέ δεν πίστευα πως είμαι κάτι, κι αυτό το ξέρουν όλοι οι φίλοι μου. Όχι πως έγινα λεφτάς, έτσι; Περνάω πολύ δύσκολα, όπως όλοι οι Έλληνες τα τελευταία εφτά χρόνια. Ακόμα τα ενοίκιά μου δεν τα έχω πληρώσει, για τα κοινόχρηστα ευτυχώς με ξέρουνε, τους παίζω κιθάρα εδώ στην αυλή κι εντάξει... Θέλω να πω, δεν έγινα τίποτα μεγάλο, απλώς βγήκαν οι δίσκοι μου και παίρνω πολύ λίγα λεφτά, ίσα-ίσα για να ζήσω. Δεν είμαι στα κυκλώματα και δεν βρίσκω δουλειές, ούτε είμαι ο τύπος που τρέχει από δω κι από κει για να κάνει γνωριμίες. Οι φίλοι με βοηθάνε – κι εσείς με βοηθάτε επειδή πιστεύετε ότι αξίζω κάτι... Δεν θέλω να φθηναίνω αυτό που είμαι και να τρέχω να μιλάω δεξιά κι αριστερά. Θα ήθελα ο κόσμος να μάθει τα τραγούδια μου, αλλά με ορθόδοξο τρόπο. Ούτε στις μεγάλες εταιρίες έχω πάει, ούτε καν προσπάθησα. Θέλω μόνο να κρατήσω αυτό που έχω. Την αγνότητα.  

Ο Σωτήρης Κοματσιούλης εμφανίζεται την Παρ. 28/10 με τους Lovers 2 στο Rock Architecture (Ούλωφ Πάλμε 23, Ζωγράφου - 23.00, 10 ευρώ με ποτό).
 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΜΟΥΣΙΚΗ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED