Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο

Η Parwana, ένα γενναίο κορίτσι από το Αφγανιστάν, γράφει για τα ρατσιστικά συρματοπλέγματα του ελληνικού κράτους

«Η θάλασσα ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα είναι μια θάλασσα μαύρη, γεμάτη άψυχα κορμιά. Άνθρωποι πεθαίνουν επειδή η Ευρώπη έχει ως προτεραιότητα να ελέγχει τα σύνορα αντί να σώζει ζωές (…). Πιστεύετε πραγματικά ότι φτάσαμε εδώ εύκολα;»

Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Κατσής

Εάν οι άνθρωποι που ασπάζονται άκριτα ρατσιστικά μυθεύματα και ξενοφοβικά στερεότυπα, έκαναν μια μικρή παύση στους αυτοματισμούς τους και αναλογίζονταν την αβάσταχτη ψυχική δυσκολία και τη μεγάλη περιπέτεια που συνεπάγεται η απόφαση να εγκαταλείψεις ό,τι σε έχει συγκροτήσει ως προσωπικότητα για να πάρεις τον δρόμο της προσφυγιάς, ίσως συνειδητοποιούσαν ότι για τα νομαδικά υποκείμενα της μετανεωτερικότητας δεν υπήρχε άλλη επιλογή και ότι αυτή η επιλογή εγγράφεται στο ίδιο το διακύβευμα της ζωής. Κανένας δεν έφτασε εδώ ως «απειλή» ή «επιβάρυνση» και αλίμονο αν η αναζήτηση της ειρήνης και της ασφάλειας πλαισιώνεται με τέτοιους όρους. Ποτίζεται το χώμα της βαρβαρότητας και δεν ανθίζει τίποτα.

H Parwana Amiri μαζί με τα έξι αδέρφια της και τους γονείς της, χρειάστηκε να περπατήσουν ώρες, να ανέβουν βουνά, να περάσουν μέσα από ερήμους και ποτάμια, να διασχίσουν τη θάλασσα, να γειτνιάζουν με τον θάνατο σε κάθε τους βήμα, για να φτάσουν το Σεπτέμβρη του 2019 στις ακτές της Λέσβου. Είχαν στο μυαλό τους μάλλον ότι είχαν πλέον ακουμπήσει στην Ευρώπη και στον πολυδιαφημιζόμενο «πολιτισμό» της, ότι θα μπορούσαν ίσως να ησυχάσουν και να ανασυγκροτήσουν τις ζωές τους, ότι θα έβρισκαν το σεβασμό που στερήθηκαν αλλά πεταχτήκαν στη Μόρια μαζί με πολλές χιλιάδες ακόμα πρόσφυγες. Η ίδια ήταν μόλις 15 ετών και δεν είχε τίποτα να κάνει πέρα απ’ το να παρατηρεί και να υφίσταται την αθλιότητα που περιέβαλλε το μέρος που χαρακτηρίστηκε διεθνώς ως «ντροπή». Ξεκίνησε να γράφει τις νύχτες στη σκηνή της με έναν φακό τα «Γράμματα από τη Μόρια», μια κοφτερή και καθηλωτική μαρτυρία για το έγκλημα εις βάρος των προσφύγων. Μια ευθεία απεύθυνση στις δυτικές κοινωνίες γι’ αυτό που συμβαίνει δίπλα τους. Για να μην πουν ότι δε γνώριζαν.

«Το Σεπτέμβρη του 2019 ήρθαμε στην Ελλάδα με την οικογένεια μου, μείναμε τέσσερις μήνες στη Μόρια και μετά μεταφερθήκαμε στη Ριτσώνα, καθώς αναγνωριστήκαμε ως ευάλωτη κατηγορία. Είμαστε ενάμιση χρόνο εδώ. Φύγαμε από το Αφγανιστάν για ασφάλεια, υπήρχε μια απειλή για τον πατέρα μου εξαιτίας των πολιτικών του πεποιθήσεων και όλα έγιναν πολύ ξαφνικά. Είχε προηγηθεί λίγο καιρό νωρίτερα μια βομβιστική επίθεση κοντά στο σπίτι της θείας μου και διάφορα άλλα γεγονότα που υποδείκνυαν ότι δεν είμαστε ασφαλείς στο Αφγανιστάν. Από το Αφγανιστάν λοιπόν πήγαμε στο Ιράν, από εκεί στην Τουρκία και μετά στην Ελλάδα. Ξεκίνησα να γράφω στη Μόρια κι ήταν η πρώτη φορά που δοκίμασα να γράψω στα αγγλικά. Στο Αφγανιστάν έγραφα κάποια πράγματα στα φαρσί αλλά δε μπορούσα να τα δημοσιεύσω πουθενά λόγω της κατάστασης. Φτάνοντας στη Μόρια όπου πίστευα ότι θα συναντήσω μια καλύτερη κατάσταση και τελικά αντιμετωπίσαμε τόσα προβλήματα, αδικίες και σιωπές, παρακινήθηκα να γράψω. Οι άνθρωποι από το Welcome to Europe με βοήθησαν να τα δημοσιεύσω και παρατήρησαν ότι υπήρχαν αρκετοί που ενδιαφέρονταν να μάθουν και να διαβάσουν. Ο κόσμος δεν έχει ιδέα σε τι συνθήκες ζούμε. Η δική μας πραγματικότητα είναι κρυμμένη κι εγώ ήθελα να συμβάλλω στην αποκάλυψη της.

Τα γράμματα δείχνουν το συναισθηματικό μου κόσμο. Υπέφερα στη Μόρια κι αυτό βγαίνει από τα γράμματα μου. Η ζωή μας, η ενέργεια μας, το πάθος των νέων ανθρώπων συντρίβεται εκεί. Άνθρωποι που κουβαλούσαν πληγές στο σώμα και την ψυχή τους, εξαναγκάζονταν να περιμένουν κάθε μέρα σε θλιβερές ουρές για το παραμικρό, για φαγητό, για φάρμακα, για οτιδήποτε. Για μένα ως νέο κορίτσι δεν υπήρχε ευκαιρία για καμία δραστηριότητα, κανένας τρόπος να επιβεβαιώνω την ύπαρξη μου. Ένα νέο κορίτσι πρέπει να προσέχει το κάθε βήμα και το κάθε βλέμμα στη Μόρια, το σώμα του είναι διαρκώς εκτεθειμένο σε διάφορες απειλές. Για πόσες ώρες μπορεί να μείνει στη σκηνή της μια έφηβη κοπέλα; Οι γυναίκες ούτως ή αλλως είναι πιο περιορισμένες στην κοινωνία αλλά στη Μόρια αυτό γίνεται ακόμα δυσκολότερο και πιο ασφυκτικό. Ήταν πολύ σκληρό να είμαι μάρτυρας αυτής της συλλογικής εμπειρίας εξαθλίωσης» μου λέει.

Συναντηθήκαμε την ημέρα που ανακοινώθηκε η απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Χίου για τους τέσσερις πρόσφυγες που κατηγορήθηκαν για τη φωτιά στη Μόρια. Οι δικαστές μέσα από μια βεβιασμένη, περιχαρακωμένη και προβληματική διαδικασία που σε καμία περίπτωση δεν πληρούσε τα κριτήρια της δίκαιης δίκης, αποφάνθηκαν πως είναι ένοχοι και επέβαλλαν ποινή 10 ετών στον καθένα, σοκάρωντας για την αναλγησία που επέδειξαν απέναντι σε ανθρώπους που θα έπρεπε να λογίζονται ως θύματα της κρατικής ρατσιστικής πολιτικής. Είχε προηγηθεί το Μάρτιο η καταδίκη δύο ανηλίκων για την ίδια υπόθεση. Ρώτησα την Parwana πως νιώθει με αυτή την εξέλιξη: «Η Μόρια 2, το καινούργιο camp είναι μια νέα θυματοποίηση των ανθρώπων, είναι σα να τους τιμωρούν για την καταστροφή της Μόριας και αυτά τα έξι παιδιά έχουν υποστεί την κορύφωση αυτής της τιμωρίας. Τα χρησιμοποιούν παραδειγματικά για να δείξουν την πυγμή και τη σκληρότητα τους. Δεν είναι ούτε απάντηση, ούτε δικαιοσύνη. Όλοι οι άνθρωποι που ζούσαν στη Μόρια δεν ήθελαν να ζουν άλλο εκεί και τους οδήγησαν σε μια νέα κόλαση μέσα στην πανδημία» απάντησε.

Η δική μας συνομιλία έγινε στη Ριτσώνα που διαβιούν 3000 άτομα εντός του καταυλισμού. Μ’ ένα πρώτο και πρόχειρο ανακλαστικό θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος πως οι τυπικές υλικές συνθήκες είναι βελτιωμένες σε σχέση με τη Μόρια, από την άποψη ότι οι άνθρωποι μένουν σε κοντέινερ και όχι σε σκηνές και έχουν πρόσβαση σε κάποιες στοιχειώδεις υποδομές. Ωστόσο, αυτά δεν αρκούν για να καταστήσουν μια καθημερινότητα βιώσιμη και ανεκτική, πολλώ δε μάλλον να συνιστούν ισότητα και ενταξιακή προοπτική. Πρόκειται για μια δομή πεταμένη στη μέση του πουθενά, εντελώς απομακρυσμένη από τις τοπικές κοινότητες, με ελλείψεις σε βασικές υπηρεσίες και απασχολήσεις. Δεν υπάρχουν δυνατότητες εργασίας, εκπαίδευσης ή ψυχαγωγίας. Οι άνθρωποι απλώς κάθονται στα μικροσκοπικά τους δωμάτια που βάλλονται από τις καιρικές συνθήκες ή περιτριγυρίζουν στον αδειανό ελεύθερο χώρο. Τα παιδιά παίζουν με αυτοσχέδια παιχνίδια και οι ενήλικες περιμένουν στους νωχελικούς ρυθμούς της ελληνικής γραφειοκρατίας για να διεκπεραιωθούν οι υποθέσεις τους και να μάθουν τι τους επιφυλάσσει το μέλλον. Εάν έχουν μέλλον. Το παρόν τους είναι ένα αργόσυρτο σύρσιμο του χρόνου.

«Αναμφίβολα εδώ είναι καλύτερα. Έχουμε πρόσβαση σε νερό και ηλεκτρικό αλλά υπάρχουν ζωτικά προβλήματα, για παράδειγμα δεν υπάρχει δημόσια συγκοινωνία για τη μετακίνηση μας εκτός camp, αν κάποιος πρέπει να μετακινηθεί θα πληρώσει ταξί. Το ίδιο ισχύει και για τα παιδιά που πάνε σχολείο, δεν υπάρχει μέριμνα για τη μετακίνηση τους. Όπως βλέπεις είναι ένα απομονωμένο μέρος. Πολλά άτομα έχουν πληγεί ψυχολογικά, όχι μόνο ενήλικες αλλά και παιδιά ή έφηβοι. Σκέψου ότι είχαν ψυχολογικές δυσκολίες ήδη από την περίοδο που ζούσαν στη Μόρια κι ήρθαν εδώ που κάθε μέρα επαναλαμβάνεται η ίδια μονοτονία και οι συνθήκες δυσχεράνθηκαν με την πανδημία. Πολλοί νέοι άνθρωποι έχουν κάνει αυτοτραυματισμούς ή απόπειρες αυτοκτονίας. Επίσης πολλοί έχουν αποκτήσει εξαρτήσεις στα ναρκωτικά στην προσπάθεια να ξεφύγουν από αυτό που ζουν. Δεν έχουν έναν χώρο να εκπαιδεύονται, να ψυχαγωγούνται, να κοινωνικοποιούνται. Οι γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους να μαραζώνουν, επιδεινώνονται ψυχολογικά γιατί νιώθουν ανήμποροι. Δεν υπάρχουν δομές και ειδικοί ψυχικής υγείας να στηρίξουν. Τώρα χτίζουν τείχη για να εντείνουν το αίσθημα απομόνωσης. Μπορούσαμε να δούμε έξω από το camp και να μας δουν. Σε λίγο καιρό δε θα μπορούμε. Η φωνή μας θα κατασταλεί ακόμα περισσότερο».

Στις εξάρσεις των πανδημικών κυμάτων οι πρόσφυγες στη Ριτσώνα και τους υπόλοιπους καταυλισμούς αφέθηκαν στην τύχη τους. Νοσούντες και υγιείς μαζί κλειδώθηκαν στον ίδιο χώρο χωρίς πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, να δοκιμάσουν μόνοι τους αν μπορούν να επιβιώσουν στις άγριες βιοπολιτικές δοκιμές. Η Parwana που δεν έπαψε στιγμή εκείνους τους μήνες να κάνει αναρτήσεις, περιγράφοντας την κρατική αδιαφορία και την ένδεια, μου έδειξε το κοντέινερ που ζει με την οικογένεια της και στο οποίο έμενε ο πατέρας της όταν νόσησε, αφού δεν υπήρχε πρόβλεψη για ξεχωριστό χώρο καραντίνας, με αποτέλεσμα σταδιακά να κολλήσουν όλοι. Πλέον περιμένουν απάντηση στην αίτηση χορήγησης ασύλου που έχουν υποβάλλει, με την ίδια να φαίνεται αισιόδοξη πως θα γίνει δεκτή. Το εντυπωσιακό, όμως, μ’ αυτό το νέο κορίτσι που τα τελευταία τρία χρόνια έχει πάει μόλις έναν μήνα σχολείο και επιμένει να γράφει και να κάνει ποιητικές performances, είναι ότι δε διαχωρίζει τον εαυτό του από το συλλογικό υποκείμενο. Δίνει έναν αγώνα για την αλήθεια, εκτιμώντας ότι πάνω στη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος εμπλέκονται ιδεολογίες και στρατηγικές που αφορούν στην ουσία του ανθρώπινου.

Πριν από λίγες μέρες εκδόθηκε από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες το πρώτο της βιβλίο με τα Γράμματα από τη Μόρια, όπου παίρνοντας κάθε φορά μια ξεχωριστή οπτική γωνία, του έφηβου κοριτσιού, του ασυνόδευτου ανήλικου, της ηλικιωμένης προσφύγισσας, του τρανς ατόμου, συνθέτει τη ζοφερή πραγματικότητα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Αξίζει να διαβαστεί σαν συνειδησιακό ξυπνητήρι και μαζί σαν ντοκουμέντο μιας εποχής που η ανθρώπινη αξιοπρέπεια συρρικνώθηκε για να χωράει σε σκηνές και να σφίγγεται με συρματοπλέγματα. Ο,τι διασωθεί από αυτόν τον όλεθρο θα είναι το φως της καινούργιας μέρας.

Από τη σελίδα 41 του βιβλίου:

«Είμαι ένα κορίτσι που ζω σε μια σκηνή και σκέφτομαι αυτό τον κόσμο, όσο ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει, όσο περιμένω την άδεια να φύγω από αυτό το μέρος. Η πένα μου δε θα σπάσει, μέχρι να τελειώσουμε με την ιστορία της ανισότητας και των διακρίσεων στο ανθρώπινο είδος. Τα λόγια μου θα σπάνε πάντα τα σύνορα που χτίσατε».

AMIRI PARWANA
Η ΠΕΝΑ ΜΟΥ ΔΕΝ ΣΠΑΕΙ, ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΘΑ ΣΠΑΣΟΥΝ
ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΡΙΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
NEWS