Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο

Ο Αύγουστος Κορτώ περνάει τη μισή μέρα κλεισμένος στο κεφάλι του

Με αφορμή το νέο του βιβλίο «Όταν κοιμούνται οι φίλοι μου», εξήγησε στη Χρύσα Λύκου ότι γράφει πρωτίστως για την ψυχή του, ενώ η πανδημία του υπενθύμισε πόσο σημαντική είναι η αυτάρκεια.

«Ο Μανωλιός, η Δήμητρα κι ο Γιάννης, αντάμωσαν σε δύσκολους καιρούς. Πες μου ζωή, γιατί στο τέλος κάνεις τους πιο γλυκούς δεσμούς λυπητερούς;» είναι οι πρώτες λέξεις που γρατζουνάνε το οπισθόφυλλο του τελευταίου βιβλίου του Αύγουστου Κορτώ, πλέκοντας ένα κρυστάλλινο νήμα ειλικρίνειας, για τον τρόπο που ξεφλουδίζονται οι ζωές των ηρώων του, γεμάτες πόνο που μέσα τους ανθίζει η αγάπη, από απόφοιτους του φόβου, από αυτούς που παλεύουν να συμφιλιωθούν με το ότι δεν μπορείς να έχεις και το χτες ολόκληρο και το αύριο χορτάτο.

«Σ’ αυτό το βιβλίο ήθελα να γράψω την ιστορία μιας φιλίας όπως αφηγείται κανείς έναν μεγάλο έρωτα. Η κατάληξη μπορεί να είναι τραγική, αλλά η μνήμη κι η αγάπη δεν μασάνε», μου λέει και απ’ τις πρώτες σελίδες τα χαμίνια λάμπουν αξόδευτα σε μια ζωή που συνεχώς τους γυρεύει ρέστα.

Οι φιγούρες που υφαίνουν το μυθιστόρημα του Κορτώ είναι ορατές σε έναν κόσμο αόρατο, χαράζουν την πορεία τους σε υπόγεια, μυρίζουν ιδρώτα και οι εφιάλτες τους είναι ολοζώντανοι και γεμάτοι με δράκους που ξεριζώνουν την αγνότητα που ανασαίνουμε από το πρώτο μας κλάμα, με βρώμικα από εμμονές και διαστροφή νύχια.

«Η ανάγκη να ξεκινήσω ένα βιβλίο είναι πιεστική - ένα είδος ψυχικού σπασμού, που δεν σηκώνει αναβολές. Μπορεί να διαβάζω ή να χαζεύω κάτι, και μια φράση, μια λέξη, μια εικόνα, γονιμοποιεί το κέντρο της κατασκευής ιστοριών που ζει στα βάθη του μυαλού μου».

Τα αμφιλεγόμενα Εξάρχεια, οι μεγάλοι λεωφόροι, τα γκέι μπαρ, τα πάρκα με το φθηνό σεξ και τις τρυπημένες φλέβες, το έιτζ ζωντανό και ορεξάτο δίπλα σε κάθε απερίσκεπτη μαλακιά και ξεμυαλισμένη καύλα.

Ένα περήφανο τσουβάλι λάθη, επιβεβαιώνει ότι η παρέα διαχειρίζεται ελεύθερα το κορμί και την καρδιά της που αιμορραγεί σε τραύματα που κληρονόμησαν αγόγγυστα σαν μικροί μάρτυρες, μια ζωής που τα θύματα είναι ταυτόχρονα και θύτες, αποτέλεσμα μια άδικης εξίσωσης.

Η πανούκλα του ανώνυμου θανάτου πλανάται μέσω μιας ανατριχιαστικής διαχρονικότητας που ενώνει τους αιώνες, υπενθυμίζοντας πως κάθε που ξυπνάμε, κάποιος θα κοιμάται, σε μια πόλη που τα ποντίκια της ροκανίζουν κάθε της ελπίδα. Με ζορίζει η διαπίστωση αυτή, τουλάχιστον δεν νιώθω άνετα και σε κάποιες σελίδες δυσφορώ.

«Γράφω πρωτίστως για να ανακουφίσω την ανάγκη της γραφής - τουτέστιν, για μένα. Μόνο αφού τελειώσει ένα βιβλίο αρχίζω να σκέφτομαι (άλλοτε με προσμονή, κι άλλοτε με αγωνία) την υποδοχή του, το πώς θα κάτσει στην ψυχή του κάθε αναγνώστη».

Δεν μ’ αρέσει να σημειώνω στα βιβλία, για να «τσακίζω» δε τις σελίδες τους, ούτε λόγος. Βρέθηκα όμως στην ανάγκη της κακής μου μνήμης και χωρίς μολύβι ή στυλό, γύρισα το τέλος της σελίδας 135. «Κανείς δεν βγαίνει απ’ τις φλόγες με όλο το δέρμα της ψυχής του. Αλλά ό,τι ενώνεται πάνω στην πληγή ενώνεται για πάντα». Σκέφτομαι ότι αυτό το βιβλίο θα άξιζε να διαβαστεί ακόμη και αν έγραφε δεκάδες φορές τις ίδιες αυτές δύο προτάσεις, μπολιάζοντας στην απελπισία μας πως μέσα στο αίμα, τον ιδρώτα και το γεμάτο οδύνη σπέρμα, μπορεί να γεννηθεί η καινούργια μας ζωή.

Οι ήρωες του Αύγουστου Κορτώ, κοιτιούνται στον καθρέφτη, ψηλαφίζουν τα σώματα τους, βήχουν για ώρες, χάνουν τα μαλλιά τους και αδυνατίζουν φοβισμένοι. Είναι με άλλα λόγια ο πιο αληθινός εαυτός τους, σε μια ιλουστρασιόν κοινωνία που βλέπει μέχρι εκεί που φωτίζει ο λαμπτήρας.

«Οι χαρακτήρες μου συνήθως ακολουθούν τον δικό τους δρόμο, άπαξ και τους ξαμολήσω σε μια ιστορία. Δεν έχω τον απόλυτο έλεγχό τους». 

Ο Κορτώ γέννησε ένα βιβλίο μέσα σε μια εποχή που ζέχνει θάνατο, γράφοντας γι’ αυτόν με έναν τρόπο σπαρακτικό και ταυτόχρονα αναιδή, δημιουργεί ένα βιβλίο που θα ήταν υπερβολικό αν δεν ήταν αληθινό, αλλά σπάει ταμεία αποδεικύοντας πως οι άνθρωποι αντέχουν μακριά από τη σκηνοθετημένη ανεμελιά τους.

«Οι στερήσεις και τα προβλήματα ήταν αμελητέα σε σύγκριση με αυτά που ταλαιπώρησαν την πλειονότητα των ανθρώπων, καθώς δουλεύω στο σπίτι. Πέρα απ’ το ενίοτε πνιγηρό αίσθημα του εγκλεισμού - που περνούσε με μια βόλτα με τον Τάσο και τον Τζέρι - δεν άλλαξε κάτι στην ισορροπία των ημερών μου: μετέφραζα, έγραφα, έβλεπα σειρές. Η πανδημία δεν μου έμαθε κάτι καινούριο - απλώς μου θύμισε το πόσο σημαντική είναι η αυτάρκεια, το να βρίσκεις μόνος σου διασκεδάσεις, ή και να τις επινοείς. 

Δεν έχω τόσο σπουδαία αλληλεπίδραση με τον κόσμο. Περνάω τη μισή και παραπάνω μέρα μου κλεισμένος στο κεφάλι μου. Τίποτε το ‘επιβεβλημένο’ δεν με αγγίζει. 

 Μου φαίνεται απίστευτο ότι ζω απ’ τα βιβλία μου - κι είμαι απέραντα ευγνώμων γι’ αυτό. Κι ελπίζω όσοι αναγνώστες λένε πως τα βιβλία μου βαθμηδόν ωριμάζουν να έχουν δίκιο. Αν με θυμούνται για δυο-τρία βιβλία (την Κατερίνα, το Χρονικό), θα θεωρώ εαυτόν τυχερό». 

Το βιβλίο «Όταν κοιμούνται οι φίλοι μου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
NEWS