
Είναι μία συγγραφέας που δεν έπαψε ποτέ να διαθέτει -σε περίσσεια- μία τρομακτική ικανότητα: να περιγράφει -μπροστά στα έκπληκτα μάτια του αναγνώστη- την σταδιακή μετάλλαξη του καθημερινού κόσμου, σε έναν εφιάλτη καχυποψίας και αγωνίας. Έναν κόσμο κλειστοφοβικό και αφόρητα ορθολογικό, στον οποίο εισερχόμαστε κάθε φορά με την αίσθηση ότι ανά πάσα στιγμή τα πάντα μπορούν να συμβούν - ακόμη και τα χειρότερα!
Στην ουσία, η Πατρίτσια Χάισμιθ (1921-1995) μπορεί και δημιουργεί με λιτά μέσα συνθήκες ιδιαίτερα περίτεχνες που σε συμπαρασύρουν στην αναπόδραστη δίνη τους – καθιστώντας το φαινομενικά αδύνατο, δυνατό και το απρόσμενο και ανοίκειο, ανησυχητικά οικείο. Η συνήθης μέθοδος που ακολουθεί είναι απλή και συνάμα ιδιοφυής: τοποθετεί δύο διαμετρικά αντίθετους χαρακτήρες αντικριστά και τους αφήνει να αντιδράσουν.
Πρόκειται για το αρχέγονο δίπολο αθώου και ένοχου, ηθικού και ανήθικου, που εξαναγκάζεται από τις περιστάσεις σε μία αλληλεπίδραση, σε έναν αγώνα επικράτησης που πραγματοποιείται σε κλειστό χώρο, σαν ένα προαποφασισμένο πείραμα δωματίου με απρόσμενες ψυχολογικές συνέπειες. Με άλλα λόγια, η Χάισμιθ δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να δει πώς αυτοί οι χαρακτήρες θα αντιπαρατεθούν, πώς θα επηρεάσει ο ένας τον άλλο και -πάνω απ’ όλα- ποιος θα υπερισχύσει.
Και αυτή είναι η καινοτομία της στον χώρο του αστυνομικού μυθιστορήματος: Στον κόσμο της, κατά κανόνα, είναι ο αθώος εκείνος που πασχίζει να αποδείξει την αθωότητά του, ενώ κανένας δεν υποψιάζεται τον ένοχο. Έτσι, ο τελευταίος έχει την ελευθερία των κινήσεων να διαπράττει το ένα έγκλημα μετά το άλλο.
«Τα ημερολόγια και τα σημειωματάρια της Patricia Highsmith - Τα χρόνια της Νέας Υόρκης, 1941-1950»
Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης
Εκδόσεις: Άγρα
Σελίδες: 784
Η Χάισμιθ έγινε διάσημη ήδη με το πρώτο της μυθιστόρημα «Οι ξένοι στο τρένο» (1949) στο οποίο βασίστηκε η κινηματογραφική επιτυχία του Αλφρεντ Χίτσκοκ «Ο άγνωστος του εξπρές». Η ιδέα πίσω από την πλοκή του μυθιστορήματός της υπήρξε πρωτοφανής και σκανδαλώδης- για την εποχή: Δύο άγνωστοι και εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους άντρες που συνταξιδεύουν στο ίδιο βαγόνι, αποφασίζουν κάτω από ακραίες καταστάσεις να ανταλλάξουν φόνους, ώστε το κίνητρο του ενός να έχει ως συνέπεια το φόνο που θα διαπράξει ο άλλος και έτσι η αστυνομία να αδυνατεί να προχωρήσει στους κατάλληλους συσχετισμούς. Το μυθιστόρημα αυτό προκάλεσε και για μία ακόμη ιδιαιτερότητά του: Καταδεικνύει με ξεχωριστή αληθοφάνεια ότι ο καθένας είναι ικανός να παγιδευτεί σε μία αλυσίδα από ανεξέλεγκτα περιστατικά και υπό το βάρος των περιστάσεων να διαπράξει το χειρότερο κακό.
Αυτό, έμελλε να διαφανεί ακόμη περισσότερο στα αμέσως επόμενα μυθιστορήματα της με κεντρικό χαρακτήρα τον Τομ Ρίπλεϋ - έναν νεαρό κοσμοπολίτη Αμερικανό, που δεν έχει τον παραμικρό ηθικό ενδοιασμό στην επιλογή του μέσου που θα χρησιμοποιήσει για να πετύχει τον εκάστοτε στόχο του. Ο Ρίπλεϋ θα οδηγήσει τη μυθοπλασία της Χάισμιθ στα όρια της, με τις ψυχαναγκαστικές επινοήσεις του να μετατρέπουν φιλήσυχους ανθρώπους σε ψυχρούς δολοφόνους - πάντα μέσα από ρεαλιστικές κλιμακώσεις γεμάτες αγωνία για την συνολική τους έκβαση.
Το δε μυθιστόρημα «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϋ» είναι ένα αριστουργηματικό ψυχολογικό θρίλερ, με πρωταγωνιστή τον Τομ Ρίπλεϋ, ο οποίος ανακαλύπτει και εκείνος έκπληκτος την -βήμα προς βήμα- μεταμόρφωσή του από έναν μάλλον συνηθισμένο τυχοδιώκτη, σε έναν αδίστακτο δολοφόνο που δεν έχει τον παραμικρό ενδοιασμό να παρακάμψει ο,τιδήποτε τον εμποδίζει να αποκτήσει αυτό που κάθε φορά επιζητεί.
Είναι το πρώτο μυθιστόρημα της σειράς με ήρωα τον Ρίπλεϋ, η οποία ξεκίνησε το 1955 και ολοκληρώθηκε το 1990, και αποτελεί το πιστοποιητικό γέννησης ενός από τους πιο απίθανους χαρακτήρες της αστυνομικής λογοτεχνίας, η διπροσωπία του οποίου γοήτευσε κινηματογραφιστές όπως ο Ρενέ Κλεμάν με το «Γυμνοί στον ήλιο» με τον Αλαίν Ντελόν (αγαπημένο Ρίπλεϋ της Χάισμιθ), τη Μαρί Λαφορέ και τον Μωρίς Ρονέ και το ομώνυμο έργο «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϋ» σε σκηνοθεσία Άντονυ Μινγκέλλα, με τον Ματ Ντέημον και τον Τζουντ Λο.
Ο Τομ Ρίπλεϋ τα ήθελε όλα: τα χρήματα, την επιτυχία, την καλή ζωή. Όταν, λοιπόν, ένας πλούσιος Αμερικανός του ζήτα να φέρει πίσω τον γιο του -ο όποιος έχει εγκατασταθεί στην Ιταλία- θα βρει την ευκαιρία να καταστρώσει ένα παράτολμο σχέδιο: να πάρει τη θέση του άσωτου υιού και να ζήσει με την ταυτότητα εκείνου μια ζωή ονειρεμένη. Και ενώ όλα μοιάζουν να βρίσκονται υπό έλεγχο, ο Ρίπλεϋ θα πρέπει να επιδείξει ένα εξαιρετικό -δίχως άλλο- ταλέντο στον αυτοσχεδιασμό, την πλαστογραφία, τις κάθε λογής επινοήσεις μπροστά στα απρόοπτα και τις αυξανόμενες υποψίες των αστυνομικών. Απ’ την άλλη, σε ό,τι αφορά το φόνο, ένα «απλό δυστύχημα», θα του επιτρέψει να αλλάξει ταυτότητα αφήνοντας -παράλληλα- να βγει στην επιφάνεια η γοητεία που ασκούσε το θύμα στον θύτη του.
Όμως, τι γνωρίζουμε για την ίδια την Πατρίσια Χάισμιθ, τη γυναίκα που προσέδωσε στο θρίλερ μια εντυπωσιακή αληθοφάνεια και το απαραίτητο ψυχολογικό υπόβαθρο; Εστιάζοντας στα χρόνια της διαμόρφωσής της στο Μανχάτταν, αυτή η ανθολόγηση από τα ογκώδη ημερολόγια και σημειωματάριά της μας αποκαλύπτει την τη συγγραφέα στα νιάτα της, όταν έσφυζε από πάθος, φιλοδοξία και λάμψη. Με αφετηρία το 1941, όταν ήταν εικοσάχρονη φοιτήτρια στο Κολέγιο Μπάρναρντ, μέχρι την περιπετειώδη τρίτη δεκαετία της, τα «Χρόνια της Νέας Υόρκης» συνυφαίνουν σκηνές από την ιλιγγιώδη κοινωνική της ζωή -όλο άυπνες νύχτες στα μπαρ της queer underground σκηνής του Βίλλατζ, γεμάτες έρωτες και φλερτ- με την αυτοπροσωπογραφία μιας νεαρής καλλιτέχνιδας, που την ημέρα δούλευε γράφοντας ιστορίες κόμικς.
Εκείνη, ανάμεσα σε χανγκόβερ και χωρισμούς, διάβαζε λογοτεχνία αδηφάγα και δούλευε την τέχνη της με παράφορη ένταση. Μελετάει με προσήλωση τον Σαίξπηρ, τον Ρίλκε, τον Τ. Σ. Έλιοτ, τον Τζόυς, τον Κάφκα, τον Χαίλντερλιν, τον Φρόυντ, τους μεγάλους Ρώσους λογοτέχνες, τη Βιρτζίνια Γουλφ – ανάμεσα σε αμέτρητους άλλους. Σε αυτή τη διαχρονική έκδοση αποκαλύπτονται οι τολμηρές, ξεκαρδιστικές, ρομαντικές, τραγικές και ενίοτε αντιφατικές παρατηρήσεις – ένα πορτρέτο μιας υπό διαμόρφωση χαρισματικής συγγραφέως.
Ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με τη δυσκολία που την χαρακτήριζε στο ζήτημα της αυτογνωσίας, καθώς η Χάισμιθ υπέφερε λόγω της σεξουαλικής της ταυτότητας: είχε προσπαθήσει να «θεραπεύσει» την ομοφυλοφιλία της με ψυχανάλυση! Όσο για την καλλιτεχνική της αγωνία, σμίγει με την ασφυκτική κοινωνική πίεση της εποχής, δημιουργώντας έναν δυνατό, ειλικρινή και σε στιγμές συγκλονιστικό εσωτερικό μονόλογο.
«Η δεσποινίς Χάισμιθ είναι μια συγγραφέας που έχει δημιουργήσει έναν δικό της κόσμο - έναν κόσμο κλειστοφοβικό και ανορθολογικό στον οποίο εισερχόμαστε κάθε φορά με μια αίσθηση προσωπικού κινδύνου» είχε πει κάποτε για εκείνην ο Γκράχαμ Γκρην. Και, πράγματι, αυτό γίνεται εμφανές ακόμη και από τα ημερολόγια και τα προσωπικά της σημειωματάρια. Μόνο που εδώ το σασπένς προκύπτει από την ένταση των συναισθημάτων, το φόβο της απόρριψης, την κοινωνική καταπίεση, αλλά και την αμφιθυμία της – όλα συστατικά, που μπορεί να τις στέρησαν την ψυχική ηρεμία, αλλά έμελλε να την καθιερώσουν ως την «ποιήτρια της αγωνίας και του σασπένς». Άλλη μία τρανταχτή περίπτωση, που δικαιώνει απολύτως τη ρήση ότι «η μοναδική τροφή για την Τέχνη, είναι η ίδια η ζωή»…
ΒΙΒΛΙΑ ΣΤΗ ΒΙΤΡΙΝΑ
Νυχτερίδες
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 160
Ένα κορίτσι δεκατριών χρονών σπάει την πόρτα της εφηβείας και μπαίνει μέσα. Μια μάνα σκύβει απελπισμένη πάνω από τη λεκάνη της τουαλέτας. Ένας μεσήλικας είναι πεσμένος κάτω, εδώ και ώρες. Ένας νεαρός περπατάει μέσα στο κρύο με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του. Ένας πατέρας κλαίει τηγανίζοντας πατάτες. Μια Γιούλα έχει τυλίξει το καλώδιο του τηλεφώνου γύρω από τον λαιμό της. Η οικογένεια κάθεται αγαπημένη στο τραπέζι και τρώει κατσικάκι φούρνου ή μήπως τρώει τα μέλη της; Οι ήρωες του βιβλίου παλεύουν απεγνωσμένα να υποτάξουν τα σκοτεινά και βίαια ένστικτά τους. Αλλά αυτά είναι τελικά που θα τους σπρώξουν στο επόμενο βήμα - άλλοτε λυτρωτικό, άλλοτε καταστροφικό, πάντα όμως αναγκαίο και αναπόφευκτο Είναι η συλλογή διηγημάτων με την οποία η Λένα Κιτσοπούλου πρωτοεμφανίστηκε ως συγγραφέας και με αυτήν κέρδισε το Βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω» το 2011.
Το μυστηριώδες χαμόγελο της Αθηνάς
Εκδόσεις: Ψυχογιός
Σελίδες: 432
Όταν μια μυστηριώδης κοπέλα καταγγέλλει στον αστυνόμο Περικλή Πανταζή την κλοπή από το Μουσείο της Ακρόπολης μιας μαρμάρινης πλάκας που αναπαριστά τη θεά Αθηνά, εκείνος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια απίστευτη ιστορία, όπου εμπλέκονται άτομα της υψηλής κοινωνίας, πολιτικοί, επιχειρηματίες, αστυνομικοί, άτομα του υποκόσμου αλλά και απλοί, καθημερινοί άνθρωποι. Αλλά κανείς δεν έχει καταλάβει ότι οι περισσότεροι είναι μαριονέτες που τα νήματά τους κινεί μια γοητευτική κοπέλα. Όταν μάλιστα δολοφονείται ένας συνεργάτης του, ο αστυνόμος Πανταζής θα συνειδητοποιήσει ότι από αυτή την υπόθεση εξαρτάται όχι μόνο η καριέρα του αλλά και η ίδια του η ζωή! Μια ατμοσφαιρική περιπέτεια αρχαιοκαπηλίας, η οποία εκτυλίσσεται στη σημερινή Αθήνα.
Το υπόγειο
Μετάφραση: Σταυρούλα Αργυροπούλου
Εκδόσεις: Μίνωας
Σελίδες: 272
Ο Ντοστογέφσκι γράφει «Το Υπόγειο» τον χειμώνα του 1863-64, σε μια εποχή κατά την οποία ταλαιπωρείται από κρίσεις επιληψίας και χρέη που οφείλονται στα τυχερά παιχνίδια. Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο εκτίθενται οι σκέψεις του ήρωα, ενός πρώην δημοσίου υπαλλήλου που ζει απομονωμένος στην Πετρούπολη, σε ένα δωμάτιο θλιβερό και τρισάθλιο. Συνεχώς κατακρίνει τους σύγχρονούς του και την κοινωνία της εποχής του, ενώ παρουσιάζεται ως κακός, αλλά ταυτόχρονα ομολογεί ότι αυτό το κάνει για να καυχηθεί και μόνο. Στο δεύτερο μέρος ο ήρωας εξιστορεί κάποια συμβάντα από τη ζωή του, όπου είναι εμφανής η αποτυχία σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο. Το αποκορύφωμα των αφηγήσεων έρχεται με τη συνάντησή του με την εικοσάχρονη πόρνη Λίζα, την οποία συντρίβει ψυχολογικά, ενώ εκείνη βασίζεται σ’ αυτόν για τη σωτηρία της. Ήταν το πρώτο έργο του Ντοστογέφσκι που διάβασε ο Φρίντριχ Νίτσε, ο οποίος, καταγοητευμένος, σημείωσε: «Ο Ντοστογέφσκι είναι ο μόνος ψυχολόγος από τον οποίο έχω κάτι να μάθω...». Ένα βαθύ και ανατρεπτικό ψυχολογικό δράμα, γεμάτο φιλοσοφικές ανησυχίες και υπαρξιακά ερωτήματα, που διερευνά τις σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης και τη σύγκρουση του ατόμου με την κοινωνία.
Το πρόβλημα του παραδείσου
Μετάφραση: Ιζαμπέλα Λαμούρ
Εκδόσεις: Κλειδάριθμος
Σελίδες: 438
Η Άννα Γκριν νόμιζε ότι παντρεύτηκε τον Λίαμ «Γουέστ» Γουέστον για να εξασφαλίσει φτηνή στέγαση όσο σπούδαζε. Επίσης, νόμιζε ότι είχε υπογράψει τα χαρτιά του διαζυγίου μετά την αποφοίτησή της. Τρία χρόνια αργότερα, η Άννα είναι μια ζωγράφος που με το ζόρι τα βγάζει πέρα, ενώ ο Γουέστ είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Μπορεί να είναι ένας από τους τέσσερις κληρονόμους μιας γιγάντιας επιχειρηματικής αυτοκρατορίας, όμως δεν τον ενδιαφέρει να δουλέψει στην αδίστακτη εταιρεία που η οικογένειά του έχτισε από το μηδέν. Θέλει, ωστόσο, την κληρονομιά των εκατό εκατομμυρίων δολαρίων. Αλλά, υπάρχει ένα εμπόδιο. Εξαιτίας ενός παμπάλαιου όρου στη διαθήκη του παππού του, ο Λίαμ δεν θα πάρει δεκάρα αν δεν παραμείνει παντρεμένος για πέντε χρόνια. Και ενώ έχει σχεδόν φτάσει στον στόχο του, η οικογένειά του τον πιέζει να γνωρίσει τη μυστηριώδη σύζυγο. Τότε αναγκάζεται να στραφεί στο μόνο άτομο που τρέμει να συστήσει στους ζάμπλουτους γονείς του: την όχι και τόσο πρώην γυναίκα του. Το αγαπημένο συγγραφικό δίδυμο επιστρέφει με μια ιστορία γεμάτη χιούμορ, απρόσμενη ερωτική χημεία και ακαταμάχητους πρωταγωνιστές…