
Αν υπάρχει μία ελληνική προσωπικότητα από το πρόσφατο παρελθόν μας που τραβάει αδιάκοπα και με αμείωτη ένταση εδώ και κάμποσες δεκαετίες το ενδιαφέρον σκηνοθετών και συγγραφέων δεν είναι άλλη από αυτή του Αριστοτέλη Ωνάση. Η ζωή του είναι το τέλειο υλικό για ένα κινηματογραφικό biopic. Οι λόγοι είναι προφανείς, ας μη χάνουμε χρόνο και λέξεις, ο Έλληνας κροίσος είναι το απόλυτο παράδειγμα success story, πασπαλισμένο με μπόλικη απ' τη χρυσόσκονη της κοσμικής ζωής, προικισμένο με έναν μυθικό έρωτα με την Μαρία Κάλλας, τόσο μεγάλο ώστε η ιέρεια της όπερας να χάσει τη φωνή της σύμφωνα με τον αστικό μύθο όταν την εγκατέλειψε - "παρασημοφορεμένο" με γάμο με την διασημότερη χήρα του κόσμου, την Τζάκι Κένεντι και από κοντά και μια παύλα για το επίθετο "Ωνάση"- και με μια τραγωδία, τον χαμό του γιου του μόλις στα 25 του χρόνια. Κι όμως, τίποτε από όλα αυτά δε θα δείτε σε ευθεία αναφορά στην ταινία «Πάρτι γενεθλίων», με τον Γουίλεμ Νταφόε, σε σκηνοθεσία του Ισπανού Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ που φωτογραφίζει, χωρίς ποτέ να αναφέρει, τον Ωνάση. Μόνο μια φευγαλέα στιγμή πένθους για τον γιο του.
Βασίζεται στο ομώνυμο μπεστ σέλερ βιβλίο του Πάνου Καρνέζη, στην πραγματικότητα σε ένα μέρος του που αφορά μία συγκεκριμένη ημέρα από τη ζωή του κροίσου που εδώ ονομάζεται Μάρκος Τιμολέον, χωρίς τα πολλά φλας μπακ που έχει το βιβλίο και δίνουν μια συνολικότερη εικόνα της ζωής και της πορείας του. Τα όρια μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας είναι θολά, δεν ξέρεις που τελειώνει η αλήθεια και πού αρχίζει ο μύθος. Και ίσως δεν έχει τόση σημασία. Για μυθοπλαστικό σινεμά μιλάμε.

Το «Πάρτι γενεθλίων» μας μεταφέρει κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ΄70 και στο ιδιωτικό νησί του Μάρκου Τιμολέοντα, κάπου στο Ιόνιο, όπου διοργανώνει ένα πολυτελέστατο πάρτι για την Σοφία, τη μοναχοκόρη και κληρονόμο του, η οποία ετοιμάζεται να φυσήξει τα εικοσιπέντε κεράκια στην τούρτα της. Καταφτάνουν στο νησί διάφοροι πανίσχυροι φίλοι του που τον αντιμετωπίζουν σαν τον Βίτο Κορλεόνε στον «Νονό», ζητώντας χάρες, την ευχή και την εύνοια του (στην ταινία του Κόπολα ήταν ο γάμος της κόρης η αφορμή), και ενώ όλοι πίνουν, χορεύουν και διασκεδάζουν-καταλήγοντας και σε μια σουρεαλιστική σκηνή στην πισίνα- ο Μάρκος Τιμολέον που θέλει να έχει τον απόλυτο έλεγχο πάνω σε περιουσίες αλλά και ζωές, παίρνει μια απόφαση ερήμην της κόρης του, η οποία ετοιμάζεται να του ανακοινώσει ότι είναι έγκυος με τον δημοσιογράφο που έχει στα σκαριά την βιογραφία του και τον υποδύεται ο Τζο Κόουλ από τους Peaky Blinders. Τι αφελής που πίστευε ότι δεν το γνώριζε ήδη ο πανίσχυρος μπαμπάς της...
Ο Γουίλεμ Νταφόε, από τους πιο σημαντικούς ηθοποιούς της εποχής μας, είναι ο πυρήνας της ιστορίας, είναι το κέντρο βάρους της αφήγησης, και βέβαια η μεγάλη ερμηνεία της. Κυριαρχεί απόλυτα στην ταινία και την οθόνη, με τον αέρα και την αλαζονεία του μεγιστάνα, με το εκτόπισμα της μεγάλης προσωπικότητας που γίνεται ακόμα μεγαλύτερη όσο η περιουσία αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο και βεβαίως με καράβια που διασχίζουν τις θάλασσες όλου του κόσμου. Ένα σωρό περιφερειακοί χαρακτήρες όμως, μένουν μετέωροι και σχηματικοί, κάτι σαν δορυφόροι που κινούνται αδιάφορα γύρω από τον larger than life λαμπερό και αυτόφωτο άρχοντα της ναυτιλίας. Τι κρίμα να μην αναπτύσσονται περισσότερο ο δημοσιογράφος του Τζο Κόουλ, ο γιατρός του εξαιρετικού για μια ακόμη φορά Χρήστου Στέργιογλου, η Ισπανίδα σύζυγος της Έμα Σουάρεζ, η (κάτι σαν) καμαριέρα Ολίβια της Έλσας Λεκάκου. Σαν να αφήνουν την αίσθηση χάρτινου χαρακτήρα, που φεύγει από τα χέρια με το φύσημα του αέρα. Σε καλύτερη (σεναριακή) μοίρα ο Κώστας ο εξ απορρήτων του Μάρκου, που υποδύεται με πειστικότητα και όση σκοτεινιά χρειάζεται ο Αντώνης Τσιοτσόπουλος.

Μεγάλη στιγμή του Νταφόε είναι η σκηνή του ζεϊμπέκικου, που κάνει τον Αμερικανό σταρ να παραπέμπει κάπως σε φιγούρα αρχαίας τραγωδίας. Μέσα από τον χορό αυτό, που ο Νταφόε τον κάνει να μοιάζει περήφανο και δωρικό σε κλίμα διονυσιακής παραζάλης όπου σαν να προσπαθεί να βρει την ισορροπία του, να επιτρέψει στην βαρύτητα να τον κρατήσει στη γη, δίνεται η αίσθηση ακόμα και μιας μικρής ευαλωτότητας του Μάρκου, σαν μια μικρή φλογίτσα που τρεμοσβήνει, αδύναμη μεν, αλλά παρούσα. Το πρόσωπο πάντως της βραδιάς, η Σοφία δεν είναι σε καμία περίπτωση ερμηνευτικά η ψυχή του πάρτι ή η τραγική κόρη, της οποίας η ζωή γίνεται εύπλαστη πλαστελίνη στα χέρια του πατέρα της. Η Βικ Κάρμεν Σόνε είναι τόσο ξύλινη και αδιάφορη που μοιάζει σαν να μπήκε στο γύρισμα του «Πάρτι γενεθλίων» την επόμενη κιόλας μέρα από όταν τελείωσε «Το κορίτσι με τη βελόνα» και να έπαιξε με τον ίδιο τρόπο, με το ίδιο βλέμμα.

Ο Ισπανός Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ, στη δεύτερη ταινία του στην Ελλάδα μετά το «Παράθυρο στη θάλασσα», δεν καταφέρνει να δώσει βάθος ή ένταση σε αυτό το οικογενειακό δράμα και η ταινία προχωράει αμήχανα και προβλέψιμα όταν αποκαλύπτονται οι προθέσεις του Μάρκου για την κόρη του. Το πνεύμα της αλαζονείας της εξουσίας, και καμιά φορά της μοναξιάς του βασιλιά πάνω στον θρόνο, διαπνέουν σαν ιδέες και αίσθηση την ταινία αλλά δεν αποδεικνύονται ικανά καύσιμα για να «τρέξει» η αφήγηση. Στις αρετές της να σημειώσουμε την έξοχη σκηνογραφία και γενικά την πολύ πετυχημένη ατμόσφαιρα και την αναπαράσταση της εποχής των 70s αλλά και την μουσική του Αλέξανδρου Λιβιτσάνου.
«Το Πάρτι γενεθλίων» μας επιφυλάσσει ένα σπουδαίο...bonus track για το φινάλε στην κυριολεξία. Στους τίτλους τέλους ακούμε τον Γουίλεμ Νταφόε να ερμηνεύει, με ένα εντελώς προσωπικό στυλ, το «Don' t let me be misunderstood» της Νίνα Σιμόν- κέρδισε μια ακόμη αξιομνημόνευτη διασκευή- που σε κάνει να φεύγεις από το σινεμά σιγομουρμουρίζοντας τους στίχους, ακόμα κι αν αυτό το σπαρακτικό «I’m just a soul whose intentions are good» δεν σε πείθει για «συγχωροχάρτι» του Μάρκου Τιμολέοντα.
To «Πάρτι Γενεθλίων», μια παραγωγή του Γιώργου Καρναβά και της «Heretic», κυκλοφορεί στις αίθουσες από την εταιρεία διανομής Rosebud 21.