Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
23.06.2026

Ο Sébastien Tellier, ο Jean-Michel Jarre και η θεωρία της σχετικότητας

Ο πιο κουλ τύπος του πλανήτη έπαιξε πρώτος. Ο θεός της electronica έπαιξε δεύτερος. Και κάπως έτσι προέκυψε ένα μικρό πρόβλημα.

Κείμενα: Αντιγόνη Πάντα-Χαρβά, Δημήτρης Πάντσος

Υπάρχει ένα παλιό συναυλιακό αξίωμα που λέει ότι δεν πρέπει ποτέ να αφήνεις το support act να κλέβει την παράσταση. Το βράδυ του Jean-Michel Jarre αυτό το αξίωμα πέθανε με συνοπτικές διαδικασίες. Γιατί πριν εμφανιστεί ο άνθρωπος που έμαθε στην electronica να κοιτάζει τα άστρα, είχε περάσει από τη σκηνή ο Sebastien Tellier, είχε καπνίσει τα τσιγάρα του, είχε τραγουδήσει για έρωτες και Eurovision με γαλλική φινέτσα και είχε φύγει παίρνοντας μαζί του- για κάποιους- το μεγαλύτερο κομμάτι της ημέρας.

Sébastien Tellier: Ο πιο κουλ τύπος στον πλανήτη

Βγήκε με αυτή τη γελαστή νωχελικότητα που τον κάνει τόσο ακαταμάχητο, ντάλα ήλιο κατακούτελα, με ένα μαύρο μπουφάν γεμάτο στρας, μαύρο τζόκεϊ καπέλο, μαύρα γυαλιά και λευκό τζιν, λες και ήταν σε παραλία της Κοτ Ντ’ Αζούρ ένα δροσερό απόγευμα με ηλιοβασίλεμα. Κάθισε στο συνθεσάιζερ, άναψε ένα μακρινάρι τσιγάρο από αυτά που κάπνιζε η θεία μου το 1980, λεπτό και μακρύ σαν πιπέτο, έκανε μερικές κινήσεις “ε βουαλά, δεν θα ήθελα, μα, μερσί” με τα χέρια του και άρχισε το ταξίδι.

Πριν γράψω οτιδήποτε άλλο θέλω πρώτα να τονίσω, ότι θα ήθελα να είναι headliner. Όσο κουλ και αν ήταν ο ίδιος μέσα στη νταλάκα, όσο ταξιδιάρικα και αν είναι πολλά κομμάτια του, άλλο τόσο ανεβαστικά είναι τα υπόλοιπα και αυτό το απέδειξε και το κοινό που χόρεψε πολύ περισσότερο απ’ ότι στον Jarre το βράδυ. Ναι, υπήρχαν και εκείνοι που απόλαυσαν κάποιες μελωδίες του ξάπλα στο γκαζόν με το αεράκι να τους χαϊδεύει δροσερά, αλλά -για παράδειγμα- στο Cochon Ville, όλοι το λικνίσαμε το κορμάκι μας.

Έπαιξε πολλά αγαπημένα, από το ονειρικό “La Ritournelle”, μέχρι το γιουροβιζινικό “Divine” και το τρυφερό “L’Amour et la Violence”. Κάποια στιγμή ένα τεχνικό πρόβλημα στο συνθ, του άλλαξε το πρόγραμμα και είπε με τη γοητευτική προφορά του «Who carezzz?», γέλασε, σηκώθηκε όρθιος, άρπαξε την κιθάρα και μας ξεσήκωσε όλους. Γύρω του οι μουσικοί σαν να είχαν βγει από την “Αλίκη στο ναυτικό” και εκεί που είχαμε φτιαχτεί, τελείωσε απότομα για να ετοιμαστεί η σκηνή για τον μάστερ της ηλεκτρονικής μουσικής. Πόση ώρα χρειάστηκε αυτό; Μία ώρα και 45 λεπτά. Την επόμενη φορά θέλω τον Σεμπαστιέν σε δίωρο σετ, βράδυ. Ευχαριστώ. - Αντιγόνη Πάντα-Χαρβά

Μισελ σε πιο γαλαξία ξεχάστηκες;

Και μετά ο πιο κουλ τύπος του πλανήτη πήρε τα (χιλιάδες) τσιγάρα του και έφυγε, αφήνοντας μας μόνους πάνω στη Γη να αναπολούμε παραλίες, εμφανίσεις της Eurovision και έρωτες που πνίγηκαν μέσα σε ένα ξαφνικό ανάθεμα. Περιμέναμε. Περιμέναμε να συνέλθουμε από αυτή την ελαφράδα και να επιβιβαστούμε στο διαστημόπλοιο που θα μας πήγαινε κάπου αλλού.  Ώσπου, κάποια στιγμή, ήρθαν τα λέιζερ- εντελώς αργοπορημένα. Μας χτύπησαν κατακέφαλα και μια ελληνική φωνή, με ανεξήγητο ένρινο γαλλικό αξαν, άρχισε να μετρά αντίστροφα.

«Ντέκα, επτά, εκζι, τεσεγα, τγια, ντιο, μηντεν»

Μπουμ και βγήκε ο θεός. Ένας άλλος Vincent Price, πρωταγωνιστής στο δικό του υπεργαλαξιακό The Abominable Dr Phibes. Τώρα γιατί μου θύμισε αυτό, ακόμη αδυνατώ να το εξηγήσω.

Ο θεός που κάποια στιγμή, κάποτε, κατέβηκε στην γη από τον ουρανό για να διδάξει στην  ανθρωπότητα μπιμπλίκια από άλλους πλανήτες. Το The opening  ακούστηκε και το πλήθος που βρισκόταν στη σωστή ηλικία ούρλιαξε από ευδαιμονία. Στην ανάμνηση της ασπρόμαυρης τηλεόρασης με τις διαφημίσεις και τα ντοκομιντέρ τα ντυμένα με αυτές τις πρώτες αχανείς μελωδίες του out of space μαέστρου. Γιατί αυτό που σήμερα ακούγεται κάπως ως αποφλοιωμένο vintage, τότε ήταν το μέλλον. Και μάλιστα με κεφαλαία γράμματα. Ότι κι αν λέμε σήμερα για τον Jean- Michel Jarre χωρίς αυτόν η παγκόσμια electronica θα δυσανασχετούσε μέσα στον πολύπλοκο εαυτό της. Της έδωσε, στα πρώτα της βήματα, το χάσιμο που χρειαζόταν, την πλημύρισε εξωστρέφεια, της έδωσε μέγεθος, την έσπρωξε μακριά, πέρα από τα κλαμπ και τα στούντιο, πέρα από τον γαλαξία.   

Η επιλογή του να εμφανιστεί μακριά από τα Ηρώδεια του παρελθόντος, στα γρασίδια της νέας εποχής, με τράβηξε σαν μελισσούλα στο μέλι. Φευ, βρήκα το μέλι άγευστο. Ένα παλιομοδίτικο αεράκι μου χάζευε διαρκώς την κίνηση και την σύνδεση με το χαρούμενο πλήθος γύρω μου. Έφταιγαν περισσότερο τα δηλωμένα AI γραφικά; Οι διακοπές ανάμεσα στα κομμάτια για μερικές μπαμπαδίστηκες ζεν φιλοσοφίες που μάλιστα μεταφραζόνταν και στις οθόνες για να μη χαθεί το νόημα; Η ρεμιξαρισμένη μπιτσοκλαμπική παρεκτροπή αρκετών πενταλέπτων; Ντον νοου. Μου συμβαίνει καμιά φορά. Άλλα να νοιώθουν οι άλλοι, άλλα εγώ.

Μετά, στις «υποχρεωτικές» αναλύσεις που ακολουθούν μέχρι να φύγει ο πολύς ο κόσμος, κατάλαβα ότι το κοινό χωριζόταν σε τέσσερις κατηγορίες. Αυτοί που δεν κατάλαβαν την τάση του να εκσυγχρονίσει τον ήχο του και να ακούγεται σαν τον Paul Van Dyke και την Charlotte de Witte, αυτοί που δεν κατάλαβαν γιατί δεν έμεινε αποκλειστικά στα Magnetic Fields, τα Oxygene και τα Equinoxe της ζωής του, αυτοί που δεν κατάλαβαν που ακριβώς είναι το πρόβλημα αφού «όλα χωράνε» κι αυτοί που δεν κατάλαβαν τίποτα. Μάντεψε σε ποια κατηγορία ανήκα εγώ.

Ο Σταμάτης μας ανακοίνωσε με μέγιστη πεποίθηση πως αυτή ήταν η καλύτερη συναυλία της ζωής του. Και θυμήθηκα το ξαφνιασμένο βλέμμα του Παύλου όταν κάποτε τόλμησα να του πω ότι οι Roycksopp στο Realese  του ’17 παραμένουν το πιο αγαπημένο μου συναυλιακό «σπίτι» έβερ (οκ μετά το Confessions tour της Madonna στο Άμστρενταμ). Είναι που θα σε πετύχει το κακό τελικά.

Και μετά θυμήθηκα κάτι ακόμη. Πως το προηγούμενο βράδυ είχα δει τον David Byrne στον ίδιο ακριβώς χώρο και μέτραγα άστρα και όλους τους γαλαξίες πακέτο έτσι όπως περνούσαν μέσα από τα κύτταρα μου. Οπότε όλα ξεκαθάρισαν. Και τον Georgio Moroder να έβλεπα την επόμενη μέρα, περίπου, το ίδιο θα αισθανόμουν (οκ #not)  - Δημήτρης Πάντσος

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΜΟΥΣΙΚΗ