
Η Γκόλφω είναι ένας παράξενος δίσκος που έσκασε από το πουθενά όπως έσκασε δηλαδή στο παρελθόν και όλη η δισκογραφία του φανταστικού διδύμου από την Κρήτη. Η Γκόλφω μοιάζει σαν κάποιος να άνοιξε ένα παλιό συρτάρι και βρήκε μέσα του διάφορα όμορφα καλούδια. Μια φωνή, μια ανάμνηση, ένα θεατρικό έργο του 19ου αιώνα, μια παράσταση του 1952, μια οικογενειακή ιστορία και μια παρέα μουσικών του σήμερα. Όλα αυτά τα παράξενα υπέροχα πράγματα, συνυπάρχουν σε ένα άλμπουμ που δεν ενδιαφέρεται να εντυπωσιάσει. Η Γκόλφω με το ωραίο εξώφυλλο δεν είναι απλώς ένα concept album- ξεκινά από τον Περεσιάδη, περνά από τη Στεφανούλα Καλογεράκη και καταλήγει σε ένα έργο ξεκάθαρα πανανθρώπινο, ίσα ίσα για να διηγηθεί μια ακόμη ιστορία ανάμεσα σε τόσες άλλες.
Τα Καλογεράκια πάντα το πάνε αλλιώς. Γι' αυτό τους (τα) αγαπώ. Ταιριάζουν στην εποχή επειδή ακριβώς την αγνοούν. Αποφεύγουν την μουσική που καταναλώνεται βιαστικά και ξεχνιέται ακόμη πιο γρήγορα- επιλέγουν συνήθως να κοιτάνε προς τα πίσω, κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Όχι από νοσταλγία για τη νοσταλγία, αλλά αναζητώντας κάτι που μοιάζει να χάνεται, τη σιωπή, τη μνήμη και τον χρόνο που χρειάζονται κάποιες λέξεις για να ακουστούν. Και μπορεί να έχουν χτίσει τον μύθο τους μέσα από τα απίθανα live τους, η δισκογραφική τους παρουσία παραμένει όμως εξίσου σημαντική, με κάθε νέα δουλειά να επιβεβαιώνει την ιδιαιτερότητά τους.

“οι κλάψες που’ χω κάνει να γίνουν τριανταφυλλιές, κυπαρι ανθισμένο, στον ίσκιο του να κάθεσαι και εσύ, και η καλή σου”
Αφετηρία του δίσκου είναι η «Γκόλφω» του Σπυρίδωνα Περεσιάδη, το εμβληματικό βουκολικό δράμα του 1893. Μια ιστορία έρωτα απόλυτη, δραματική και διαχρονική. «Δεν αλλάζει η ιστορία της Γκόλφω μέσα από τα μάτια μου», λέει ο Μιχάλης Καλογεράκης. «Αντιθέτως, η ματιά μου αλλάζει μέσα από την ιστορία της». Και πράγματι, αυτό που ακούμε εδώ δεν είναι μια σύγχρονη διασκευή ούτε μια απόπειρα αναπαράστασης ενός θεατρικού έργου. Είναι μια συνομιλία ανάμεσα σε διαφορετικούς χρόνους. Το νήμα ξεκινά από τη μελοποίηση τριών αποσπασμάτων που γράφτηκαν για την παράσταση «Γκόλφω» της θεατρικής ομάδας του Πολιτιστικού Συλλόγου «Αναγέννησις» Ακράτας σε σκηνοθεσία Έλενας Καλαϊτζή και Ίνγκριντ Κουτσουρέλη, από τον Μιχάλη, που αναλαμβάνει βασικά όλο το βάρος του έργου (ο Παντελής συμμετέχει σε αρκετά κομμάτια τραγουδώντας). Και καταλήγει σε ένα «δώρο» πολύ μεγαλύτερο από αυτό που αρχικά περιμέναμε.
Το έργο αυτό βρίσκει τον πυρήνα του σε ένα απρόσμενο οικογενειακό αρχείο. «Το προσέγγισα με την ίδια αγάπη που προσεγγίζω όλα τα ποιητικά κείμενα με τα οποία ασχολούμαι» θα πει ο βασικός υπεύθυνος, «με ευαισθησία και χαμηλές προσδοκίες».
Η πιο συγκινητική στιγμή του δίσκου δεν είναι απαραίτητα μουσική. Είναι η φωνή της Στεφανούλας Καλογεράκη. Το 1952 συμμετείχε σε ανέβασμα της «Γκόλφω» στις Αρχάνες Ηρακλείου. Εβδομήντα και πλέον χρόνια αργότερα, η καταγραφή της αφήγησής της, διασωσμένη από τον Ανδρέα- πατέρα των αγοριών- Καλογεράκη, περνά μέσα στον δίσκο και μετατρέπει μια όμορφη μουσική ιδέα σε μια πράξη μνήμης.
Η παρουσία της δεν λειτουργεί ως εύρημα ή νοσταλγικό τρικ. Είναι η καρδιά του έργου. Είναι η υπενθύμιση ότι οι ιστορίες ταξιδεύουν από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο δημιουργός, «η φωνή της Στεφανούλας μας θυμίζει πως αυτό που ζούμε θα γίνει αφήγηση».
Γύρω από αυτή τη φωνή στήνεται ένας κόσμος εξαιρετικά προσεγμένος. Οι ενορχηστρώσεις του Αλέξανδρου Κούρου ισορροπούν ανάμεσα στο λαϊκό, το θεατρικό και το σύγχρονο τραγούδι χωρίς να εγκλωβίζονται σε κανένα από αυτά. Το κλαρίνο του Αλέξη Στενάκη, το ακορντεόν του Ντίνου Χατζηιορδάνου, τα έγχορδα και η μεγάλη χορωδία δημιουργούν ένα ηχητικό περιβάλλον που μοιάζει να έρχεται από μακριά, χωρίς ποτέ να ακούγεται μουσειακό.
Οι συμμετοχές του Αργύρη Μπακιρτζή, της Νεφέλης Φασούλη, της Άλκηστης Ζιρώ και του Χρήστου Κραγιόπουλου δεν λειτουργούν ως «ονόματα» που προστέθηκαν εκ των υστέρων. Εντάσσονται οργανικά σε μια συλλογική αφήγηση που χτίστηκε σταδιακά, σχεδόν παρέα με παρέα, άνθρωπο με άνθρωπο.

Όταν ο Μιχάλης Καλογεράκης λέει πως αναζητούσε «την ησυχία της νοσταλγίας, και την ηρεμία της θύμησης, την σιωπή που χρειάζεται για να ακουστεί μια γιαγιά που αφηγείται μια ιστορία», κι αυτό περιγράφει ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο το συναίσθημα που αφήνει αυτή η ακρόαση. Η «Γκόλφω» είναι ένας δίσκος που ζητά χρόνο, προσήλωση και σειρά στην ακρόαση. Και ανταμείβει τον ακροατή με κάτι όλο και πιο σπάνιο, την αίσθηση ότι η τέχνη μπορεί ακόμη να σταθεί απέναντι στη βιασύνη και στα άγχη του καιρού.