
Πίσω από ένα νούμερο της Ιεράς Οδού, κοντά στον Ελαιώνα, κρύβεται ένα υπόγειο. Γλιστράς πάνω στο τσιμεντένιο, γκριζωπό δάπεδο για να βρεθείς στο «μυστικό» προβάδικο. Μέσα, μια αίθουσα, ένα γραφείο, δύο συναυλιακά μικρόφωνα σε ορθοστάτη και ένας προτζέκτορας που ακουμπά με τις εικόνες του στους τοίχους. Διάσπαρτες καρέκλες στην απέναντι πλευρά για τον σκηνοθέτη, τους βοηθούς και τον καλεσμένο που ήρθε για να δει ένα πέρασμα – ένα από τα πρώτα- μιας παράστασης που οι ερωτευμένοι με τη γραφή του Σέρχιο Μπλάνκο περιμένουν με μεγάλη ανυπομονησία.
Ο Γαλλοουρουγουανός συγγραφέας έχει συνδεθεί στενά με το Θέατρο του Νέου Κόσμου και, ειδικότερα, με τον Βαγγέλη Θεοωδορόπουλο. Η Άλλη Θήβα, αυτό το θεατρικό blockbuster των τελευταίων χρόνων, είναι το πιο χαρακτηριστικό αποτέλεσμα της συνεργασίας τους. Οπότε, η άφιξη του Tierra, του νέου έργου του Μπλάνκο, μοιάζει με φυσική συνέχεια. Ένα έργο που ξεκινά από το θάνατο της μητέρας του και μετατρέπεται σε ένα «γράμμα» αγάπης, κατανόησης, βρίσκει τώρα τη θέση του στη σκηνή μέσα από τη ματιά του Έλληνα σκηνοθέτη.
Η παράσταση ξεκινά. Ο Θεωδορόπουλος σημειώνει- χωρίς να σταματά τη ροή, εγώ σημειώνω, ο βοηθός σκηνοθέτη Πάνος Κορογιαννάκης επίσης. Καμμιά φορά διορθώνει ή υπενθυμίζει ξεχασμένα λόγια. Προσέχω πως το κάνει χωρίς να κοιτάζει το κείμενο. Τέρας μνήμης, τσεκαρισμένο. Η Σύρμω Κεκέ, ο Άρης Μπαλής, η Μαρία Τσίμα, και ο «νέος» Οδυσσέας Μακρής -μόλις πήρε το πτυχίο του, σημειώστε το όνομα, οργανικό ταλέντο- παίρνουν τις θέσεις τους. Κάθονται σε παγκάκια και καρέκλες, μπαινοβγαίνουν, καμιά φορά γίνονται και άλλοι. Ένας ρόλος δεν αρκεί. Η μια σκηνή μέσα στην άλλη. Απουσία χρονικής γραμμής. Ακούω τα Νυχτερινά του Σοπέν; Ναι, τ' ακούω. Σκηνικό δεν υπάρχει- το φαντάζομαι. Οι ζωντανές στιγμές τους στους τοίχους, χέρια που κομπιάζουν ή ζητούν επαφή, βοηθούν τη ροή της επικοινωνίας. Γράφουν σε χαρτιά πράγματα που πρέπει να ειπωθούν, λιγοψυχούν μπροστά στην κομβική ανάμνηση, επιτίθενται σε αυτήν αποφασιστικά όταν η ασφάλεια λειτουργεί και σπρώχνει τον λυγμό στην ανακούφιση.
Η παράσταση ξεδιπλώνει τις λέξεις της. Και εγώ κρέμομαι, καθόλου μεταφορικά, από κάθε μια τους.

Ο Μπλάνκο έχασε τη μητέρα του, Λιλιάνα Αγεσταράν, τον Ιούνιο του 2022, σε μονάδα εντατικής θεραπείας στο Μοντεβιδέο. Πέθανε στην αγκαλιά του. Η Λιλιάνα ήταν καθηγήτρια λογοτεχνίας, σημαντική ελληνίστρια και ποιήτρια. Πάνω από όλα, όμως, υπήρξε μια γυναίκα που είχε αφήσει το αποτύπωμά της στους μαθητές της. Μέριμνά της ήταν να καταλάβουν τα παιδιά τον εαυτό τους και τον κόσμο. Με οδηγό την καλοσύνη. Να μάθουν να διαβάζουν, να γνωρίσουν τι είναι ποίηση και αρχαία τραγωδία, να ακούσουν μουσική, να ανακαλύψουν τις δικές τους ικανότητες.
Ο γιός της τα γνώριζε όλα αυτά και θέλησε να τα «εκμεταλλευτεί». Κάλεσε τρεις ανθρώπους που υπήρξαν μαθητές της να μιλήσουν για εκείνη. Να αναζητήσει τη μητέρα του μέσα από τις δικές τους αναμνήσεις, να συλλέξει κομμάτια μιας ζωής που δεν του ανήκε αποκλειστικά. Ευφυές. Κυρίως όμως γενναιόδωρο!
Τι μένει από έναν άνθρωπο όταν πεθαίνει; Οι αναμνήσεις εκείνων που τον αγάπησαν, οι ιστορίες που διηγήθηκε, οι ζωές που άγγιξε, τα λόγια που κάποτε είπε και εξακολουθούν, χρόνια αργότερα, να επιστρέφουν στη μνήμη των άλλων. Όταν όλα αυτά χαθούν, χανόμαστε. Ως τότε όμως παραμένει μια ερώτηση. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που θεωρούμε δικούς μας;
Ο Μπλάνκο ξεκινά από ένα βαθιά προσωπικό βίωμα για να αναμετρηθεί με αυτό το ερώτημα. Το Tierra μπορεί να γεννήθηκε από τον θάνατο της μητέρας του, εξελίσσεται όμως σε μια σύνθετη θεατρική διερεύνηση της μνήμης, του πένθους και της ίδιας της τέχνης της αναπαράστασης. Οι τρεις μαθητές έχουν ο καθένας τη δική του ξεχωριστή ιστορία. Η Κέλια έχει χάσει τον γιο της σε τροχαίο δυστύχημα. Ο Λούκας έχει σκοτώσει τον δίδυμο αδελφό του πάνω σε μια έκρηξη οργής. Η Μαρία Κλάρα αναζητά ακόμη τα λείψανα του πατέρα της, ο οποίος εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Τρεις διαφορετικές διαδρομές μέσα από την απώλεια, που συναντιούνται στο πρόσωπο μιας γυναίκας η οποία υπήρξε δασκάλα τους. Και σύμφωνα με τις διηγήσεις τους, σωτήρας τους.

Η μητέρα δεν ανασυντίθεται εδώ ως ένα ιδιωτικό πορτρέτο, κλεισμένο στην οικογενειακή μνήμη. Τη γνωρίζουμε μέσα από τα ίχνη που άφησε σε άλλους ανθρώπους. Η σχέση μητέρας και γιου ανοίγει έτσι προς μια ευρύτερη κοινότητα πένθους. Σε συνέντευξή του στη La Vanguardia, ο Μπλάνκο έχει περιγράψει τη δημιουργία του έργου ως έναν τρόπο να μετατρέψει το υλικό της οδύνης σε κάτι όμορφο. Η σκέψη του δεν σταματά στην προσωπική εξομολόγηση. Θέλει να ξεκινήσει από το δικό του δάκρυ για να φτάσει σε μια πλημμύρα, από τη δική του μητέρα για να μιλήσει για όλες τις μητέρες.
Αυτή η μετάβαση από το προσωπικό στο συλλογικό είναι έναν από τους βασικούς μηχανισμούς της δραματουργίας του. Εδώ και χρόνια, ο υπέροχος αυτός τύπος – ναι είμαι και εγώ από εκείνους που είδαν την Άλλη Θήβα του να ανθίζει στην χώρα μας και ένιωσαν τόσο ικανοποιημένοι λες και ήταν δικό τους δημιούργημα- έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με την αυτομυθοπλασία. Ένα είδος γραφής που συνδυάζει αυτοβιογραφικά στοιχεία με τη μυθοπλασία, αμφισβητώντας τα σαφή όρια ανάμεσα στην πραγματική εμπειρία και την καλλιτεχνική κατασκευή. Η προσωπική ιστορία δεν προσφέρεται ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Γίνεται υλικό προς επεξεργασία, αμφισβήτηση και επανεφεύρεση.
«Τι θέση δίνουμε στους νεκρούς;» είναι το ερώτημα που, όπως έχει πει ο ίδιος, τον απασχόλησε μετά τον θάνατο της μητέρας του. Και η συζήτηση με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, λίγο μετά το πέρασμα που παρακολουθώ, επιστρέφει ακριβώς εκεί.
«Το έργο διαχειρίζεται το θέμα του πένθους, όχι του θανάτου. Πως το διαχειριζόμαστε. Από τη λύπη και από τον πόνο, μέχρι το χαμόγελο και την αγάπη», μου λέει. «Αυτό που με ενδιαφέρει πολύ εδώ είναι η διαχείριση και η διατήρηση της μνήμης». Δεν μιλά μόνο για τον συγγραφέα. Μιλά και για τις απώλειες που κουβαλά ο ίδιος, για αγαπημένους φίλους που έφυγαν, τον Γιάννη Χάρη, τον Χριστόφορο Λιοντάκη, ανθρώπους που υπήρξαν με ένα τρόπο οικογένεια . «Πώς κάθεται μέσα μας; Πώς υπάρχει μέσα μας;» αναρωτιέται. Δεν τον ενδιαφέρει τόσο το βάρος της απώλειας όσο η αγάπη και η καλοσύνη που μπορούν να επιβιώσουν μέσα από αυτήν.
Η σχέση του με τον Μπλάνκο, άλλωστε, έχει τη δική της ιστορία. Η επιτυχία της Άλλης Θήβας και η προσωπική χημεία που αναπτύχθηκε ανάμεσά τους έφεραν τον έναν πιο κοντά στον άλλον. «Δεν είναι ο θάνατος, είναι το πένθος», μου επισημαίνει ξανά και ξανά. Η λύπη και ο πόνος συνυπάρχουν με το χαμόγελο και την αγάπη. Και αυτό είναι κάτι που, όπως μου λέει ο Θεοδωρόπουλος, προσπάθησαν να κρατήσουν ζωντανό και στη σκηνή.

Δεν πρόκειται, φυσικά για ελεύθερη διασκευή. Η δική του θέση είναι σαφής, δεν τον ενδιαφέρει να ξαναγράψει τον συγγραφέα, αλλά να αναζητήσει, μαζί με τον θίασο, την εκδοχή που μπορεί να σταθεί στη σκηνή. Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα από τα ενδιαφέροντα σημεία της πρόβας που παρακολουθώ. Οι ηθοποιοί δεν καλούνται απλώς να ενσαρκώσουν τρεις ανθρώπους που πενθούν. Καλούνται να αναμετρηθούν με τον τρόπο που ο καθένας επιλέγει – ή δεν καταφέρνει – να διαχειριστεί την απουσία.
Σκέφτομαι πως εδώ έχουμε τρεις διαφορετικές σχέσεις με το μνήμα. Η μία αναζητά τον τόπο όπου βρίσκεται ο νεκρός της. Ο άλλος δεν γνωρίζει καν πού είναι θαμμένος ο αδερφός του. Η τρίτη επιστρέφει διαρκώς στον τάφο του παιδιού της, σαν να μπορεί η επαφή με έναν συγκεκριμένο τόπο να διατηρήσει ζωντανή τη σχέση που χάθηκε. Η Σύρμω Κεκέ- στο ρόλο της Μαρίας Κλάρας- παρατηρεί πως το βασικό ερώτημα του έργου είναι τι μπορεί να μας προσφέρει αυτή η σχέση με τους νεκρούς. Ο Άρης Μπαλής -στον ρόλο του συγγραφέα που χωρίς διακοπή συντονίζει τους άλλους- από την πλευρά του, στέκεται στην ανάγκη να δημιουργηθεί ένας τόπος όπου μπορείς να αναφερθείς σε εκείνον που έφυγε. Ακόμη κι όταν ο άνθρωπος δεν υπάρχει πια, ο χώρος αποκτά μια παράξενη δύναμη, γίνεται σημείο αναφοράς, μια επιφάνεια πάνω στην οποία μπορεί να συνεχιστεί η συνομιλία.
«Πρέπει να τοποθετήσεις τον νεκρό. Πρέπει να φτιάξεις έναν τόπο», είναι η ιδέα που αναδύεται από ένα από τα κείμενα στα οποία παραπέμπει το έργο. Η ανάγκη δεν είναι απλώς πρακτική. Είναι βαθιά ψυχική. Να μπορείς να επιστρέψεις, να καθίσεις, να μιλήσεις ή να μείνεις σιωπηλός. Να φροντίσεις τον τάφο, να φυτέψεις λουλούδια, να αφήσεις μια λεβάντα στο χώμα. Να κάνεις κάτι για τον νεκρό, αλλά και για τον εαυτό σου.
Η Μαρία Τσίμα, περιγράφει αυτή τη χειρονομία ως μια μορφή φροντίδας που ενεργοποιεί και εκείνον που μένει πίσω. Η επαφή με τον τόπο, η επιστροφή και η επανάληψη δημιουργούν μια συνθήκη επαναφοράς. Η γυναίκα που υποδύεται ζει με το χώμα, φυτεύει, φροντίζει, κάνει πράγματα για τον άνθρωπό της. Με έναν τρόπο, τον διατηρεί ζωντανό μέσα από τις ίδιες τις κινήσεις της.
Η Μαρία επισημαίνει και κάτι ακόμη όμως. Ο Μπλάνκο επιλέγει να κάνει τη μητέρα του αθάνατη όχι μόνο μέσα από τη δική του γραφή, αλλά και μέσα από τις ιστορίες των άλλων. Η Λιλιάνα δεν εμφανίζεται ποτέ στη σκηνή. Παραμένει απούσα, κι όμως οι αφηγήσεις τη φέρνουν διαρκώς πίσω. Κάθε άνθρωπος που μιλά για εκείνη προσθέτει ένα νέο κομμάτι στην εικόνα της. Και ο γιος της ανακαλύπτει πλευρές της μητέρας του που ίσως δεν γνώριζε.
Αυτό είναι ένα από τα πιο γενναιόδωρα στοιχεία του έργου. Όταν χάνουμε κάποιον, συχνά πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε ολόκληρη την ιστορία του, επειδή γνωρίζουμε τη δική μας σχέση μαζί του. Κι όμως, οι άλλοι άνθρωποι κρατούν μνήμες που δεν μας ανήκουν. Έχουν δει πλευρές του που δεν είδαμε, έχουν ακούσει λόγια που δεν ακούσαμε, έχουν φυλάξει στιγμές που δεν γνωρίζουμε. Η αναζήτηση του Μπλάνκο γίνεται έτσι και μια ανακάλυψη. Ένα δώρο για τον ίδιο, αλλά και για τη μνήμη της μητέρας του.

Η Σύρμω Κεκέ, στέκεται σε μια διαφορετική αδυναμία. Σε αυτή που δε βοηθά να κλείσει ένας κύκλος. Όταν ο πατέρας παραμένει εξαφανισμένος και η αναζήτηση δεν έχει τέλος, δεν υπάρχει η τελετουργία που θα μπορούσε να επιτρέψει στο πένθος να πάρει μια άλλη μορφή. Η κόρη εξακολουθεί να αναζητά. Και κάποια στιγμή, όπως συζητάμε, γεννιέται ένα δύσκολο ερώτημα, τι θα συμβεί όταν αυτή η αναζήτηση σταματήσει; Ποια θα είναι τότε η ίδια, αν για χρόνια η ζωή της οργανώνεται γύρω από τον αγώνα να βρει τον πατέρα της; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Ίσως, λέει, να μην ξέρει ποια θα είναι χωρίς αυτή τη διαδικασία, χωρίς τον τρόπο με τον οποίο έχει μάθει να επικοινωνεί μαζί του. Η αναζήτηση έχει γίνει η ταυτότητά της. Κι αν κάποτε ολοκληρωθεί, δεν θα σημάνει μόνο το τέλος μιας εκκρεμότητας, αλλά και την αρχή μιας άγνωστης ζωής.
Η αναζήτηση βεβαίως του εξαφανισμένου πατέρα της φέρνει μέσα στην αφήγηση το τραύμα της δικτατορίας. Η απώλεια δεν είναι πάντοτε μια ιδιωτική υπόθεση ούτε ένα γεγονός που μπορεί να κλείσει με μια τελετουργία αποχαιρετισμού. Μπορεί να συνδέεται με τη βία, την ιστορική μνήμη και την απουσία δικαιοσύνης. Και η αδυναμία να πενθήσεις δεν είναι πάντα προσωπική αδυναμία. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας ιστορίας που δεν έχει ακόμη λογαριαστεί με τα θύματά της.
«Αν μας δόθηκε η ζωή για να πεθάνουμε, μας δόθηκε και η γραφή για να είμαστε αθάνατοι», λέει αναφερόμενη σε μια φράση του έργου. Και κάπως κολλάω σε αυτό ακόμη και όταν ώρα μετά επιστρέφω στο σπίτι.
Ο Οδυσσέας Μακρής, από την πλευρά του, σκέφτεται τη σκληρότητα του να μην ξέρεις πού βρίσκεται ο δικός σου άνθρωπος. Ο Λούκας δεν γνωρίζει πού είναι ο τάφος του δίδυμου αδελφού του. Η άγνοια αυτή αφήνει ανοιχτό ένα κενό που δεν μπορεί να καλυφθεί με μια επίσκεψη, ένα λουλούδι ή μια τελετουργία. Η απουσία τόπου γίνεται και απουσία βεβαιότητας. Δεν ξέρεις πού να πας, πού να σταθείς, πού να απευθυνθείς όταν θέλεις να μιλήσεις σε εκείνον που έχασες. Τελεία.

Η συζήτησή μετά τη παράσταση μοιάζει με χάρτη απαντήσεων. Όποιες απορίες είχα κατά τη διάρκεια της πρόβας, έβρισκαν μετά φωλιά. Ησυχία και εξήγηση. Το Tierra του Μπλάνκο δεν περιορίζεται στην εξομολόγηση ούτε στη συναισθηματική αναπαράσταση. Είναι σχεδόν ανάλαφρο. Δεν επιλέγει την υπερβολική σοβαρότητα. Λειαίνει την ένταση της όποιας αγωνίας μας. Ακουμπά τις μεγάλες του σκέψεις στο μυαλό μας σαν χάδι.
Ο Μπλάνκο ξεκινά από την ανάγκη ενός γιου να ξαναβρεί τη μητέρα του μετά τον θάνατό της. Στην πορεία, όμως, η αναζήτηση ξεπερνά τα όρια μιας οικογενειακής ιστορίας. Αυτό που μένει δεν είναι μόνο το ποια υπήρξε η Λιλιάνα Αγεσταράν για τον γιο της, αλλά και το πώς εξακολουθεί να υπάρχει στις ζωές εκείνων που τη γνώρισαν.
Το Tierra μοιάζει να αναζητά ακριβώς αυτό το «ανάμεσα». Εκεί όπου το πένθος δεν χρειάζεται να τελειώσει για να μπορέσει η ζωή να συνεχιστεί. Εκεί όπου οι νεκροί δεν επιστρέφουν, αλλά ούτε χάνονται εντελώς. Εκεί όπου μια μητέρα μπορεί να παραμένει παρούσα, όχι επειδή ο γιος της αρνείται να την αποχαιρετήσει, αλλά επειδή ανακαλύπτει, μέσα από τις μνήμες των άλλων, πόσες ζωές εξακολουθεί να αγγίζει.
Η παράσταση Tierra ανεβαίνει στη Κεντρική Σκηνή του Θέατρου του Νέου Κόσμου (29 Οκτ 2026- 10 Ιανουαρίου 2027). Πληροφορίες και εισιτήρια εδώ