Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
05.03.2026

«Viva la mamma!»: ο Μάριος Σαραντίδης και η Δάφνη Δαυίδ, «μάνα» και κόρη, εξομολογούνται

Οι δύο ξεχωριστοί καλλιτέχνες που σκίζουν στην παραγωγή της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ, μιλούν στην Popagada για το χιούμορ, τη ματαιοδοξία του θεάτρου και την απολαυστική… οικογενειακή αναστάτωση που προκαλεί αυτή η σπαρταριστή όπερα

Cover photo: Βαλέρια Ισάεβα
Viva la mamma!

Φωτο, Ανδρέας Σιμόπουλος

Viva la mamma!

Φωτο, Ανδρέας Σιμόπουλος

 Στην κωμική όπερα του Γκαετάνο Ντονιτσέττι, η υπερπροστατευτική μαμά Άγκατα εισβάλλει στις πρόβες μιας όπερας και τα κάνει όλα άνω–κάτω. Αυτό είναι το πρώτο που οφείλεις να ξέρεις για αυτή την σπινθηροβόλα σάτιρα πάνω στον κόσμο του θεάτρου που ζωντανεύει σε ευφυέστατη σκηνοθεσία της Σοφία Πάσχου. Με αφετηρία το έργο Θεατρικές συμβάσεις και ασυμβατότητες, η παράσταση μετατρέπει τα παρασκήνια μιας οπερατικής παραγωγής σε ένα εκρηκτικό σκηνικό παρεξηγήσεων, εγωισμών και ξεκαρδιστικών ανατροπών- και υπέροχης αυτοαναφορικότητας

Στο επίκεντρο βρίσκεται η εμβληματική φιγούρα της μαμάς Άγκατας - μιας μητέρας που δεν διστάζει να εισβάλει στις πρόβες και να απαιτήσει τα πάντα για την κόρη της. Ο ρόλος, γραμμένος παραδοσιακά για ανδρική φωνή, αποτελεί μία από τις πιο απολαυστικές και σατιρικές παρουσίες στο λυρικό ρεπερτόριο. Στη νέα αυτή εκδοχή, ο Μάριος Σαραντίδης δίνει ζωή στη σαρωτική «μαμά» που αναστατώνει έναν ολόκληρο θίασο, ενώ η Δάφνη Δαυίδ ενσαρκώνει την τραγουδίστρια–κόρη γύρω από την οποία ξεδιπλώνεται η κωμική θύελλα.

Η παράσταση ακολουθεί έναν ημιερασιτεχνικό θίασο που προσπαθεί να ανεβάσει μια όπερα στην Ενναλακτική σκηνή -κυριολεκτικά- όπου τίποτα δεν λειτουργεί όπως πρέπει. Σκηνικά αντικείμενα μετακινούνται διαρκώς, οι τραγουδιστές ανταγωνίζονται για το ποιος θα βρεθεί στο προσκήνιο και η ματαιοδοξία συναντά το χιούμορ σε μια απολαυστική θεατρική φάρσα.

Με αφορμή τη συμμετοχή τους στο Viva la mamma!, ο Μάριος Σαραντίδης και η Δάφνη Δαυίδ μιλούν για τους ρόλους τους, την ιδιαίτερη σχέση «μάνας και κόρης» επί σκηνής, αλλά και για τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην κωμωδία, τη μουσική και την ανθρώπινη αδυναμία που κάνει το έργο του Ντονιτσέττι τόσο διαχρονικό.

Μάριος Σαραντίδης

Viva la mamma!

Φωτο, Θάνος Μήλιος- Καρακατσάνης

Το Viva la mamma! έχει πολλές διαφορετικές εκδοχές στην ιστορία του. Πώς βιώνετε τη νέα διασκευή της παράστασης; Τι την κάνει ξεχωριστή;

 Όντως υπάρχουν 2 βασικές εκδοχές, του Μιλάνου και της Νάπολης. Σε μας έχουν δημιουργηθεί νέες σχέσεις μεταξύ ρόλων, έχουν παραμείνει ρόλοι που κανονικά στο πρωτότυπο αποχωρούν στα μισά. Έχει μεταφερθεί η ιστορία στο εδώ και τώρα μέσα στην ίδια την Εθνική Λυρική Σκηνή και ουσιαστικά οι μόνες φιγούρες που κρατάνε αρκετα στοιχεία μουσικά και δραματουργικά είναι η primadonna και η mamma Agata. Ξεχωριστή είναι γιατί έχουμε δημιουργήσει ως ομάδα νέο κείμενο εμπνεόμενοι από το αρχικό. Αυτό δίνει μια ζωντάνια και κεντρίζει το ενδιαφέρον πιστεύω. Γιατί μιλάμε για κάτι που βλέπει ο θεατής και αναγνωρίζει την συγχρονικότητα του καλλιτεχνικού αποτελέσματος και όχι για μια άλλη εποχή, σ έναν άλλον τόπο, κάπου μακριά, σαν παραμύθι. Και ένα hint κάποια στιγμή τραγουδάμε πολυφωνικά ένα ηπειρώτικο δημοτικό τραγούδι! Τι πιο ιδιαίτερο σε μια ιταλική όπερα!

Η παράσταση κινείται ανάμεσα στο ελληνικό κείμενο και το ιταλικό τραγούδι. Αυτή η διγλωσσία δημιουργεί επιπλέον προκλήσεις ή ελευθερίες για εσάς;

Όχι, δε δημιουργεί κανένα θέμα. Είναι πολύ ωραία γλώσσα η ιταλική για να την τραγουδάς. Αντιδρά αλλιώς η φωνή μου όταν τραγουδάω ιταλικά απ' ό,τι ελληνικά. Η πρόζα γίνεται στα ελληνικά για να καταλαβαίνει το κοινό την ροή της ιστορίας και να δικαιολογηθεί και η ύπαρξη του Ελληνοιταλικού οπερατικού συλλόγου. Οπότε θα πω ότι είναι μεγάλη χαρά να τραγουδάω το κείμενο στα ναπολιτάνικα, ούτε καν στα επίσημα ιταλικά. Αυτό ναι, ήταν πρόκληση γιατί είναι διάλεκτος.

Η Μάμα Άγκατα είναι ένας ρόλος γραμμένος για ανδρική φωνή, με έντονα γκροτέσκα και σατιρικά στοιχεία. Πώς προσεγγίζετε ερμηνευτικά έναν τόσο «υπερβολικό» χαρακτήρα χωρίς να χαθεί η αλήθεια του;

Με ειλικρίνεια και δωρικότητα. Ως προσωπικότητα ο ίδιος είμαι κάπως έντονος, η εμφάνιση και η προσωπικότητα της mamma είναι επίσης σαν οδοστρωτήρας, οπότε αυτό που με σώζει, για να μη βγω νοκ άουτ φωνητικά και σωματικά αλλά και για να μην γίνει μόνο κάτι γκροτέσκο χωρίς ουσία, είναι η απλότητα. Το βλέμμα, οι κινήσεις δωρικές αλλά μεγάλες που γράφουν στη σκηνή και δηλώνουν κάτι. Επίσης κάτι πολύ σημαντικό που είχαμε συζητήσει με την Σοφία Πάσχου ήταν η «απαγόρευση» παιξίματος ως γυναίκα, η φωνή μου στην πρόζα είναι κανονική όπως μιλάω στη ζωή μου και η τραγουδιστική φωνή είναι ενός βαρύτονου όπως θα τραγουδούσα σε κάθε άλλη όπερα, με στιγμές βέβαια καθορισμένες από τον Ντονιτσέτι, όπου χρησιμοποιώ το falsetto «ψεύτικη φωνή» χάριν κωμικότητας. Κατά τ άλλα ένας τέτοιος ρόλος άμα τη εμφανίσει είναι γκροτέσκος και ενέχει την υπερβολή που απλά χρειάζεται να ελέγχω.

Και πώς τον δουλέψατε σωματικά; Η κίνηση, η φωνή και η παρουσία μιας «μαμάς» στη σκηνή απαιτούν διαφορετικό κώδικα, σωστά;

Σίγουρα το φόρεμα με τον κορσέ, με μια ουρά 7 μέτρων και το drag μακιγιάζ σε συνδυασμό με μια περούκα στυλ βικτωριανής εποχής, σε βοηθάει να μελετήσεις τη σωματικότητά του ρόλου και το στήσιμό σου. Στις πρόβες από νωρίς φορούσα τα ρούχα για να συνηθίσω. Βλέποντας τον εαυτό μου στον καθρέφτη μόλις τελειώνει το μακιγιάζ η εξαιρετική Ελισάβετ Πέτρου, δεν βλέπω εμένα…είναι πολύ περίεργο.  Αλλά  όπως είπα , δεν κάνω κάτι έξτρα εκτός από κάποιες πιο κλασικές πόζες που έχω δει να κάνουν ντίβες της όπερας ή και η ίδια η Κάλλας και αυτό σηματοδοτεί κάτι.

Viva la mamma!

Φωτο, Βαλέρια Ισάεβα

 Ο ρόλος ισορροπεί ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό. Σας ελκύουν περισσότερο οι ρόλοι με έντονη θεατρικότητα;

Με ελκύουν οι ρόλοι που με συγκινούν μουσικά και θεατρικά. Με ελκύουν οι ρόλοι που θα με κάνουν να αλλάξω τον τρόπο ζωής μου για μια περίοδο για να βρω στοιχεία τους στην καθημερινότητά μου. Παράδειγμα το Σπιρτόκουτο που είχα παίξει τον Γιώργο, για 5 μήνες φόραγα μαύρα, απλά ρούχα χωρίς κοσμήματα, χωρίς τίποτα από την δικιά μου προσωπικότητα. Τώρα για την Μάμα επίσης παρατηρώ και βρίσκω χρώματα διαφορετικά γιατί δεν έχω ξανακάνει ρόλο en travesti.  Και ο χώρος μου έχει βάλει την ετικέτα  του κωμικού βαρύτονου  οπότε με κάνουν καστ για ρόλους πιο εξωστρεφείς και έντονους που χρειάζονται υποκριτική δεινότητα και σκηνική παρουσία, αν και οι πιο δραματικοί ρόλοι παιχτικά με κερδίζουν αλλά δεν έχω κάνει πολλούς. Αν με ρωτούσατε ποιο θα ήταν το όνειρό μου, θα έλεγα να παίξω τραγωδία στην Επίδαυρο και όχι έναν ρόλο σ´ ένα μεγάλο λυρικό θέατρο. Αγαπάω την τραγωδία και με αγαπάει η κωμωδία. Thats life!

 Η Μάμα εισβάλλει και ανατρέπει τα πάντα. Εσείς, ως καλλιτέχνης, έχετε νιώσει ποτέ ότι «εισβάλλετε» δημιουργικά σε μια πρόβα ή σε μια παραγωγή;

Ναι και θα αφήσω την μετριοπάθεια που δεν είμαι καθόλου φίλος της και μπορώ να πω ότι εισβάλλω πάντα με μια ενέργεια παιχνιδιού και τρέλας που επηρεάζει και τους άλλους. Και είναι ωραίο να γίνεται αυτό, δεν είναι απειλή, είναι η ζωή! Επίσης από το να βαρεθώ, προτιμώ να εισβάλλω αποφασιστικά και ας μου κόψουν τον αέρα μετά. Αλλά δεν πάω ποτέ φοβισμένα.

Η παράσταση διαδραματίζεται μέσα σε μια «ανοργάνωτη» πρόβα, με σουρεαλιστικά στοιχεία και έντονη κινησιολογία. Πόσο απαιτητικό είναι αυτό σκηνικά για έναν λυρικό τραγουδιστή;

Αχ! Τώρα θα πω τον πόνο μου! Ναι! Είναι πολύ δύσκολο! Δεν το καταλαβαίνουν όσοι έρχονται από το Θέατρο αλλά η Σοφία το σεβάστηκε απόλυτα και ήταν έτοιμη να ακούσει τα πάντα και να βρει λύση. Το σώμα μας πρέπει να είναι ήρεμο για να μην ταράξεις τον αέρα σου και την αναπνοή σου και κατά συνέπεια τη γραμμή στο τραγούδι σου. Στην παράστασή μας δεν υπάρχει λεπτό ηρεμίας αλλά με ένα μαγικό τρόπο έχει προσαρμοστεί το σώμα και ανταπεξέρχεται! Αλλά είναι πολύ απαιτητικό το έργο και ο ρόλος ο συγκεκριμένος που τραγουδάει συνέχεια και τα πάντα και ξαφνικά πρέπει να χορέψει, τον κάνει ακόμα πιο δύσκολο. Αυτές είναι προκλήσεις που σε αγχώνουν αλλά αν τα καταφέρεις είναι πολύ καλό το αποτέλεσμα και ηθικά ανταποδοτικό. Από την άλλη να βλέπεις ακίνητους τραγουδιστές της όπερας σαν σε ρεσιτάλ είναι κάπως κουραστικό και βαρετό πια! Θέλει ζωηράδα η σκηνή. Σίγουρα η φωνή είναι πάνω απ´ όλα στην όπερα αλλά μετά πρέπει να προχωρήσουμε. Να έρθουμε στο τώρα που είναι η εποχή της εικόνας καλώς ή κακώς.

Τι είναι για εσάς η Μάμα; Μια καρικατούρα, μια τρυφερή μητέρα, ένας καθρέφτης της ανθρώπινης ματαιοδοξίας;

Είναι ένα σύμβολο που εμπεριέχει την καρικατούρα, την θηλυκότητα, την ματαιοδοξία, την αγάπη, το νιάξιμο και άλλα πολλά. Όπως κάθε άνθρωπος έχει πολλές πλευρές έτσι και η mamma είναι ένα πολύπλευρο πλάσμα που έχει τις καλές και τις κακές της μεριές.

Viva la mamma!

Φωτο, Βαλέρια Ισάεβα

Υπάρχει κάποιο στοιχείο της Άγκατας που σας θυμίζει πρόσωπα από την πραγματική ζωή ή ίσως από τον καλλιτεχνικό χώρο;

oh Yes! Από τον χώρο κάποιες τέτοιες συμπεριφορές τις έχω υποστεί, κακεντρέχειες και να κακολογούν αλλά επίσης από τον χώρο έχω δεχτεί και το μπουστάρισμα που κάνει η μάμα και την αγάπη που τελικά δίνει. Στην πραγματική ζωή είμαι τυχερός και έχω μια Μάμα Άγκατα που την λένε Αμαλία και θυμίζει πολύ τον ρόλο αλλά κυρίως στα τρυφερά χαρακτηριστικά και στη δοτικότητα και ίσως λίγο στη προσωπική της ματαιοδοξία. Αλλά η Ελληνίδα μαμά είναι σπάνιο είδος που σε εξοργίζει αγαπώντας σε.

Το έργο σατιρίζει τον κόσμο της όπερας εκ των έσω. Πόσο επίκαιρη θεωρείτε αυτή τη σάτιρα σήμερα;

Είναι πάντα επίκαιρη, γιατί για να κάνεις σάτιρα σημαίνει ότι υπάρχουν ανάγλυφα και ζωηρά τα χαρακτηριστικά του αντικειμένου προς σάτιρα την συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Είναι ένας κώδικας που δημιουργείται ανά τα χρόνια  για να μην πω αιώνες και ίσως αλλάζει αλλά πολύ αργά και μάλλον τα πυρηνικά του στοιχεία δεν αλλάζουν. Στην όπερα έχουμε μεγάλο κόλλημα με την παράδοση και με τον καθωσπρεπισμό. Δεν μπορείς να είσαι διαφορετικός αλλιώς είσαι απλά sui generis και όχι «σοβαρός καλλιτέχνης». Αυτά που συμβαίνουν στην παράστασή μας συμβαίνουν ακόμα και στην όπερα και στο θέατρο και ίσως με πιο άγριο τρόπο αλλά υποδόρια.

Έχετε σπουδάσει Επικοινωνία και Πολιτισμό. Πόσο σας βοηθά αυτή η θεωρητική βάση στην ανάγνωση ενός έργου που σατιρίζει τις «θεατρικές συμβάσεις»;

Το ότι έχω σπουδάσει Μέσα Επικοινωνίας και Πολιτισμό, σίγουρα βοηθά σε πολλά επίπεδα, γιατί η πληροφορία και η γνώση που παίρνεις 4 χρόνια πέρα από τις μουσικές σπουδές, είναι τεράστιου όγκου. Κάναμε μαθήματα γλωσσολογίας, φιλοσοφίας, ιστορίας της Τέχνης, δημιουργική γραφή και άλλα πολλά, άρα κάπως όλη αυτή η τριβή με τέτοιους τομείς σε βγάζει από τον μικρόκοσμο της φωνής σου και της καριέρας σου και σε εξοπλίζει με γνώσεις που τελικά «γράφουν» και χωρίς να το συνειδητοποιείς, η αντιμετώπιση σου στο κείμενο, στην υπόθεση του έργου που ερμηνεύεις ή και γενικότερα η στάση σου απέναντι στην ίδια την τέχνη είναι διαφορετική, φιλτράρεται αλλιώς.

Ξεκινήσατε να τραγουδάτε όπερα στα 14 σας και έχετε συνεργαστεί με σημαντικές προσωπικότητες στην Ελλάδα και τη Γερμανία. Πώς έχει διαμορφώσει αυτή η διπλή καλλιτεχνική ταυτότητα τη σκηνική σας παρουσία;

 Έχει μόνο θετικό πρόσημο ως προς την τέχνη. Σε προσωπικό επίπεδο είχε και αρνητικό για να είμαι ειλικρινής και να μην τα λέμε και όλα ρόδινα. Η εμπειρία του εξωτερικού όπου έμεινα 7 χρόνια στο Μόναχο της Βαυαρίας, ήταν πολύ δυνατή. Αντιμετώπισα την τέχνη μου 100% επαγγελματικά και με απαιτήσεις υψηλές από τους καθηγητές, σε μια περίοδο που η Ελλάδα ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ό,τι συνεπάγεται αυτό στην καθημερινότητά μου. Ωστόσο πήρα εφόδια που στην Ελλάδα όταν ξεκίνησα δεν υπήρχαν ούτε στην φαντασία και ακόμα δεν υπάρχουν αλλά πάνε καλύτερα τα πράγματα ευτυχώς. Επίσης ήμουν τυχερός γιατί η συναναστροφή μου με δασκάλους- μέντορες που βρέθηκαν στη ζωή μου,  όπως η μεσόφωνος Δάφνη Ευαγγελάτου, στην Ακαδημία του Μονάχου, η οποία ήταν αυτή που μου σύστησε το έργο Viva la mamma, το 2012! Αλλά και ο αγαπημένος μου τωρινός δάσκαλος στην Νέα Υόρκη ο βαθύφωνος Δημήτρης Καβράκος, με γέμισαν με γνώσεις μιας άλλης εποχής που δέσποζαν τα μεγαθήρια και ως καλλιτεχνικές οντότητες αλλά και ως σπουδαίες προσωπικότητες με όραμα. Δεν θα ήμουν ο ίδιος σκηνικά, φωνητικά και καλλιτεχνικά αν δεν είχα δοκιμαστεί στο εξωτερικό και δεν είχα αυτούς τους δασκάλους, το λέω με βαθιά επίγνωση.

Viva la mamma!

Φωτο, Γιάννης Αντώνογλου

Εσείς έχετε ερμηνεύσει ρεπερτόριο από Μοντεβέρντι έως Γκλας. Πού τοποθετείτε τον Ντονιτσέττι μέσα στη δική σας καλλιτεχνική διαδρομή;

Έχοντας τραγουδήσει πολλά διαφορετικά είδη και διαφορετικούς συνθέτες, τον Ντονιτσέτι τον θεωρώ τεράστια μορφή στον κόσμο της όπερας και να αναφέρω ότι το Ελιξήριο του Έρωτα είναι από τις πιο αγαπημένες μου όπερές του. Με συγκινεί βαθιά και νιώθω τυχερός που μπορώ να τον τραγουδήσω  γιατί σε συναυλίες έχω τραγουδήσει άριες ή ντουέτα αλλά ολόκληρη όπερα δική του δεν είχα τραγουδήσει ποτέ μέχρι τώρα! Στο τέλος της παράστασης υπάρχει ένα voice over που μεταξύ άλλων στο τέλος αναφέρει: ο Ντονιτσέτι τις τελευταίες μέρες του στο σανατόριο, τις πέρασε μιλώντας για μουσική με τον καλό του φίλο Giuseppe Verdi… δακρίζω πάντα στο άκουσμα αυτό. Αν αυτό δεν είναι larger than life προσωπικότητα τότε τί;

Πώς ήταν η συνεργασία σας με τη σκηνοθέτρια Σοφία Πάσχου, η οποία υπογράφει και τη διασκευή; Υπήρξε χώρος για αυτοσχεδιασμό;

Ένα όνειρο. Καθώς και με όλη την ομάδα των συνεργατών της και των υπέροχων συναδέλφων μου που είναι ταλαντούχοι και αξιαγάπητοι. Γνωριζόμαστε πολλά χρόνια ως φίλοι. Με είχε δει στην αγγλική οπερέττα Mikado πάλι στην Εναλλακτική Σκηνή και μου είχε προτείνει να συμμετάσχω σε μια παράσταση όπου θα ήταν κινησιολόγος, στην Επίδαυρο αλλά δεν το έκανα τελικά. Με παίρνει λοιπόν  μια μέρα τηλέφωνο, Μάριε γεια, ο Αλέξανδρος Ευκλείδης θέλει να σκηνοθετήσω κάποιο έργο κι εγώ θέλω να το κάνω μαζί σου, έχεις να προτείνεις κάτι να το δούμε; Ε και έτσι της πρότεινα την όπερα Viva la mamma! Το διάβασε, της άρεσε και να μαστε εδώ! Η Σοφία δουλεύει ομαδικά. Αυτό είναι ξένο προς εμάς της όπερας αλλά τελικά πολύ λειτουργικό και αβανταδόρικο αν πετύχει. Ο αυτοσχεδιασμός ήταν το βασικό μας εργαλείο για την δημιουργία του νέου κειμένου και εννοείται και η προσωπική τρέλα του καθενός μας. Αυτό σε συνδυασμό με την δημιουργική ομάδα της Σοφίας ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη.

Αν η Μάμα Άγκατα μπορούσε να σας δώσει μια συμβουλή για την καριέρα σας, ποια θα ήταν; Και τι θα της απαντούσατε;

Η μάμα Άγκατα αν μου έδινε κάποια συμβουλή, θα ήθελα να έπαιρνε τα λόγια του σοφού πατέρα μου Στυλιανού που δεν ζει και που αυτός με μύησε στην όπερα, παίρνοντάς με μαζί του στην ΕΛΣ στα Ολύμπια και έλεγε… πάντα ξέρω ότι υπάρχουν λιγότερο καλοί από μένα αλλά και περισσότερο καλοί.  Να είσαι ικανοποιημένος με τα επιτεύγματά σου και να ακολουθείς τον δικό σου δρόμο χωρίς να βλέπεις δεξιά κινλ αριστερά. Μόνο μπροστά. Στο στόχο. Κι εγώ θα απαντούσα μάλλον: σωστά τα έλεγες και σ άκουσα εν μέρει.

Δάφνη Δαυίδ

Viva la mamma!

Η παράσταση βασίζεται σε μια νέα διασκευή. Πόσο δημιουργικός ήταν ο διάλογος με τη σκηνοθεσία και την ομάδα;

Απόλυτα δημιουργικός! Η σκηνοθέτης σε συνεργασία με την δημιουργική ομάδα έδωσε τη δομή και το πλαίσιο της παράστασης. Και έπειτα άφησε την ομάδα να «παίξει» ελεύθερα μέσα σε αυτή την  συνθήκη. Αξιοποίησε τον «κόσμο» και το χιούμορ του καθενός από μας και μας άνοιξε δρόμους να «συναντηθούμε» και να συμβάλλουμε όλοι μαζί στο τελικό αποτέλεσμα. Έχοντας πάντα όμως την ασφάλεια ότι είμαστε σε πολύ καλά χέρια, που ότι και αν γίνει θα μας κρατήσουν.

Υποδύεστε έναν χαρακτήρα μέσα σε έναν θίασο που καταρρέει από τις ματαιοδοξίες. Ποια είναι η δική σας ηρωίδα μέσα σε αυτό το «χάος»;

Σίγουρα υπάρχουν πολλές ματαιοδοξίες στο συγκεκριμένο θίασο, ή καλύτερα σύλλογο, αλλά ευτυχώς στο τέλος ο σύλλογος δεν καταρρέει από αυτές! Η δική μου ηρωίδα είναι η Λουίζα, γραμματέας του συλλόγου και όχι μόνο, τραγουδάει στα σύνολά, κάνει το backstage στις παραστάσεις του συλλόγου, κρατάει το κιλικίο.. και είναι επίσης κόρη της Mamma Agatha, που μπαίνει μέσα στην πρόβα και τα σαρώνει όλα.. Είναι μια κοπέλα που είναι καλή σε πολλά και διαφορετικά πράγματα, αλλά στην πραγματικότητα παραμένει «θαμπή» . Μέσα λοιπόν στο έργο, προσπαθεί να βρει τον χώρο της, να διαφοροποιηθεί από την σαρωτική μητέρα της, και κυρίως να επιτρέψει στον εαυτό της να διεκδικήσει το δικό της όνειρο, την δική της επιθυμία , να τραγουδήσει, όχι μόνο στα σύνολα που τόσο αγαπά, αλλά και solo. Όχι όμως από ματαιοδοξία, αλλά από βαθιά επιθυμία να ζήσει αυτό που της αρέσει, να «ξε-θαμπώσει» και να γίνει ορατή. Αυτό που την ξεμπλοκάρει είναι η συνάντηση με τον Αντώνη, τον τεχνικό σκηνής, που την βλέπει όπως πραγματικά είναι, και όχι μέσα από τους ρόλους που έχει συνηθίσει να παίρνει και εκείνη αρχίζει να συνδέεται μαζί του.

Ποιες είναι οι φωνητικές προκλήσεις ενός τέτοιου έργου, όπου η μουσική του Ντονιτσέττι συνυπάρχει με μια σύγχρονη, αποδημητική σκηνική ματιά;

Η μουσική του Ντονιτσέττι στην συγκεκριμένη όπερα είναι αρκετά απαιτητική, ιδίως κάποιες συγκεκριμένες γραμμές. Αυτό όμως που κάνει το όλο εγχείρημα ακόμα πιο απαιτητικό, είναι ο συνδυασμός τραγουδιού-κίνησης-υποστήριξης του χαρακτήρα που υποδύεσαι και έντονης πρόζας! Ένα παράδειγμα: Είναι πολύ απαιτητικό να τραγουδάς ένα εξάφωνο κομμάτι,  χωρίς να ξεχνάς το ρόλο που υποδύεσαι, μέσα σε μια βάρκα που θαλασσοδέρνεται, ενώ πριν λίγο έχεις ένα τεράστιο υποκριτικό ξέσπασμα θυμού! Αλλά και πόσο ενδιαφέρον και δημιουργικό!

Viva la mamma!

Φωτο, Βαλέρια Ισάεβα

Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στην υποκριτική και τη λυρική ερμηνεία; Αισθάνεστε πρώτα ηθοποιός που τραγουδά ή τραγουδίστρια που παίζει;

Πάντα μου άρεσε να τραγουδάω και από τότε που μπήκα στη δραματική σχολή έκανα μαθήματα τραγουδιού.. Όμως το λυρικό τραγούδι μπήκε αργά στη ζωή μου. Γνώρισα κάποια στιγμή έναν δάσκαλο, που ήταν ο ίδιος λυρικός τραγουδιστής, και σιγά σιγά , χωρίς να το καταλάβω άρχισα να τσαλαβουτάω στο λυρικό τραγούδι. ¨Οφείλω να πω ότι κατά ένα περίεργο τρόπο, το λυρικό τραγούδι με ξεμπλόκαρε στο θέατρο, καθώς μου άνοιξε μια πόρτα που μόνη μου δεν είχα καταφέρει να ανοίξω.. Θέλησα να ολοκληρώσω αυτή τη σπουδή, γιατί ποτέ μου δεν ένιωθα επαγγελματίας τραγουδίστρια, και πίστευα ότι ένα δίπλωμα θα μου άλλαζε αυτή την πεποίθηση. Πήρα το δίπλωμα της μονωδίας,  και μέχρι και σήμερα συνεχίζω να μελετώ, αλλά και πάλι, τραγουδίστρια δεν αισθάνομαι ότι είμαι.. Ίσως γιατί η ταυτότητα μας  θέλει πολύ δουλειά για να μετασχηματιστεί.. Αλλά ούτε και ηθοποιός μου αρέσει να λέω ότι είμαι.. Κάτι είναι που με ενοχλεί μάλλον γενικότερα με τις ταυτότητες, άσχετα αν αναγνωρίζω την χρησιμότητά τους. Αν πάντως έπρεπε κάτι να διαλέξω από τα δύο που αναφέρατε παραπάνω θα ήταν το πρώτο, ηθοποιός που τραγουδάει, και όχι το αντίθετο.. ‘Όπως και να έχει, τόσο στην υποκριτική όσο και στη λυρική ερμηνεία, κάτι θέλει  ο ερμηνευτής να εκφράσει, κάτι να πει.. Σημασία έχει να το πεις και κάποιο αυτί να σε ακούσει.. Το μέσο αλλάζει αλλά ο στόχος είναι ίδιος.

Έχετε σπουδάσει ψυχολογία και εργάζεστε ως ψυχοθεραπεύτρια. Πώς επηρεάζει αυτή η ιδιότητα την προσέγγισή σας σε έναν ρόλο; «Αναλύετε» τους χαρακτήρες όπως θα κάνατε με έναν θεραπευμένο;

Η εκπαίδευση μου στην ψυχοθεραπεία σίγουρα επηρεάζει την ματιά μου στη ζωή εν γένει, άρα σίγουρα και στην προσέγγιση ενός ρόλου.. Στη ζωή, μου αρέσει, με συγκινεί, να ανακαλύπτω τις ιστορίες των ανθρώπων, να τους βλέπω σαν μέρος ενός ευρύτερου συστήματος, να βλέπω σχέσεις, δυναμικές και διεργασίες , να ψάχνω μέσα στις ιστορίες τα μοτίβα που τους κινούν , τους φραγμούς και τις επιθυμίες τους.. Στην ψυχοθεραπεία, στόχος είναι ό κάθε θεραπευμένος να εξερευνήσει και να ανακαλύψει , με την συνδρομή του θεραπευτή κάποια από τα παραπάνω για να ζήσει τη ζωή του πιο όμορφα. Στο θέατρο, εξερευνώντας αντίστοιχα έναν ρόλο, στόχος είναι ο ηθοποιός ναι μεν να καταλάβει κάποια βασικά στοιχεία της ιστορίας  του ήρωα του και των σχέσεων του (ανάλογα πάντα το έργο), μετά όμως χρειάζεται να τον ζωντανέψει, να τον ονειρευτεί, να βάλει δίπλα στις ανακαλύψεις του μυαλού του, σώμα, φαντασία, συναίσθημα και να ελευθερωθεί μέσα σε αυτά. Και να αφήσει ανοιχτή την διαίσθησή του, να συνεχίζει να ανακαλύπτει τον ήρωά του, μέσα από την αλληλεπίδραση του με τους άλλους χαρακτήρες του έργου και την  διεργασία της πρόβας.

Η σχέση μητέρας-κόρης είναι κεντρική στο έργο. Με το υπόβαθρό σας στη συστημική ψυχοθεραπεία, πώς διαβάζετε αυτή τη δυναμική;

Δεν θα ήθελα να αναφερθώ γενικά στη σχέση μητέρας-κόρης, καθώς υπάρχει πολύ μεγάλη βιβλιογραφία και ότι και αν ανέφερα θα ήταν ελλιπές.. Θα αναφερθώ στη συγκεκριμένη. Εδώ έχουμε μια μητέρα πληθωρική σε όλα της, που θέλει να ελέγχει και να επεμβαίνει στη ζωή της κόρης της, όχι από κακή πρόθεση, περισσότερο από την αγωνία της να δει την κόρη της ευτυχισμένη.  Δεν έχει την ψυχική ηρεμία να αφήσει τη ζωή της κόρης της στα χέρια της ίδιας της κόρης, και να αντέξει αυτή την αβεβαιότητα, που κάθε γονιός έχει να διαχειριστεί και να αντέξει στο μεγάλωμα του παιδιού του. Έτσι συνεχώς παρεμβαίνει , πνίγοντας την κόρη και αφήνοντας τα δικά της αληθινά θέλω την άκρη. Η κόρη από την άλλη δυσκολεύεται να βάλει τα όριά της και να βρει τον χώρο της. Γίνεται καλή σε πολλά διαφορετικά τασκ για να πάρει επιβεβαίωση και αποδοχή, ξεχνώντας όμως την δική της βαθύτερη επιθυμία.. Η σχέση τους είναι αρκετά συγχωνευμένη και αυτό μπλοκάρει τη ροή της αγάπης. Μόνο όταν η κόρη αρχίζει να διαφοροποιείται μέσα από την επαφή της με έναν άλλον άνθρωπο, που την φέρνει σε καλύτερη επικοινωνία με την δική της επιθυμία, και όταν η μητέρα αρχίζει να παίρνει χαρά από  τη δική της ζωή  αρχίζει δειλά δειλά να ξεμπλοκάρει η ροή της αγάπης αναμεσά τους και η μια να αναγνωρίσει και να αποδεχτεί  την άλλη. Και αυτό είναι πολύ ανακουφιστικό και λυτρωτικό. Στο τέλος του έργου, δεν είναι ότι η σχέση μεταμορφώνεται σε κάτι τελείως ιδανικό και διαφορετικό, (άλλωστε τη σχέση με την μάνα μια ζωή την εξερευνούμε), αλλά μαθαίνουν τουλάχιστον να κάνουν πλάκα μαζί, να αγκαλιάζονται αληθινά που και που και να θαυμάζουν και να αποδέχονται λίγο παραπάνω, η μια την άλλη !

Η συγκεκριμένη παραγωγή κινείται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το σουρεαλιστικό. Πώς δουλέψατε τον ρυθμό και την κωμική ακρίβεια του ρόλου;

Η κωμωδία θέλει ρυθμό, ετοιμότητα, timing, αφέλεια, ελευθερία αλλά και πειθαρχία, και την εγρήγορση του να είσαι απόλυτα συνδεδεμένος με ότι συμβαίνει  κάθε στιγμή πάνω στη σκηνή. Απόλυτη επικοινωνία με το σύνολο και το παρτενέρ. Θα μου πείτε το θέατρο γενικότερα δεν χρειάζεται τα παραπάνω; Φυσικά , αλλά η κωμωδία αισθάνομαι ακόμα περισσότερο. Δεν ξέρω πώς τα δούλεψα όλα τα παραπάνω , και πόσα από αυτά κατάφερα να πλησιάσω.. Ξέρω ότι εμπιστεύτηκα τη σκηνοθέτη μου και τους παρτενέρ μου, συνδέθηκα με τη χαρά που νιώθω για αυτή την δουλειά και τη συνάντηση με αυτό το έργο και αυτούς τους ανθρώπους, αφέθηκα στο παιχνίδι και φαντάστηκα και αγάπησα πολύ την ηρωίδα μου..

Viva la mamma!

Φωτο, Βαλέρια Ισάεβα

Το έργο σατιρίζει τον κόσμο του θεάτρου εκ των έσω. Έχοντας μεγάλη εμπειρία στο θέατρο και στο μιούζικαλ, αναγνωρίζετε «αλήθειες» που σας είναι οικείες;

Αναγνωρίζω πολλές αλήθειες, κυρίως όμως πώς πολλές φορές οι ερμηνευτές τόσο στο θέατρο όσο και το μιούζικαλ κ στην όπερα, παίρνουμε το επάγγελμα μας τόσο σοβαρά, που νιώθουμε να απειλείται η ύπαρξή μας αν τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλουμε.. Πώς χάνουμε συχνά την μεγάλη εικόνα και βυθιζόμαστε στην ατομικότητα μας, πόση αγωνία έχουμε να φανούμε και να κερδίσουμε «χώρο» πάνω στη σκηνή,  καθώς και πόσο ευάλωτοι τελικά νιώθουμε πάνω σε αυτήν .Όμως αναγνωρίζω και το αντίθετο, το πώς όταν μια ομάδα δίνει χώρο και προσφέρει αναγνώριση στην μοναδικότητα του καθενός, η συνύπαρξη διαφορετικών κόσμων στη σκηνή, μπορεί να γεννήσει πράγματα που ένα μυαλό μόνο του ποτέ δεν θα φανταζόταν..

Έχετε συνεργαστεί με σκηνοθέτες πολύ διαφορετικής αισθητικής, από τον Γιάννη Νιάρρο μέχρι τη Λένα Κιτσοπούλου και τον Θωμά Μοσχόπουλο. Πώς προσαρμόζεστε κάθε φορά σε μια νέα σκηνική «γλώσσα»;

Κάθε σκηνοθέτης και ένας κόσμος.. Και όλοι οι κόσμοι μαζί συνθέτουν την ανθρώπινη φύση.. Άρα κάθε φορά, αλλάζει ο δρόμος, το κανάλι που επιλέγεται για να πας προς αυτήν. Και άρα και η πλευρά του εαυτού σου που θα ενεργοποιήσεις , θα ανακαλύψεις και θα καλλιεργήσεις. Φυσικά οι συγκεκριμένοι που αναφέρατε, όπως και τολμώ να πω, όλοι οι σκηνοθέτες που έχω συνεργαστεί είναι άνθρωποι που θαυμάζω και άρα με ενδιαφέρουν απόλυτα οι κόσμοι που αντιπροσωπεύουν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πάντα καταφέρνω και να τους συναντήσω..

Αν έπρεπε να περιγράψετε με τρεις λέξεις τι είναι για εσάς το Viva la mamma! σήμερα, ποιες θα επιλέγατε τελικά;

Ομάδα-τόλμη-αγάπη

Πληροφορίες και εισιτήρια εδώ 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΟΠΕΡΑ
NEWS
Save