
Οι οδηγίες ήταν ξεκάθαρες. Καλώς ήρθατε στην Τήνο Οκτώβρη μήνα. Θα έχει break στις συννεφιές μόνο για σας. Θα περάσετε καλά. Θα μάθετε πράγματα που δεν ξέρετε, θα θυμηθείτε όλα εκείνα που ξεχάσατε, θα σας πάμε από εδώ, θα σας πάμε από εκεί. Κυρίως όμως θα δείτε το πως η Τέχνη αναπνέει και περπατά πάνω στα παλιά χώματα. Θα ανακαλύψετε, αν δεν το ξέρετε ήδη, ένα χωριό που το λένε Αγάπη, με ένα παλιό σχολείο - εκεί έχει εκθεσάρα – κι ένα ξωκλήσι με τη δική του ξεχωριστή ιστορία που θα σας τη διηγηθεί η εξαίρετη Κατερίνα Κοντιζά. Θα περπατήσετε και σε άλλα μέρη. Στον Βώλακα και στον Αρνάδο, θα έχετε μαζί σας την σπουδαία Σοφία Σερελή από το Tinos Unveiled που έχει να σας διηγηθεί πολλές ωραίες ιστορίες. Θα πάτε στην καθολική Ιερά Καρδία και φυσικά, θα κάνετε βόλτα στον Πύργο με το φοβερό μουσείο Μαρμαροτεχνίας, το νεκροταφείο που όμοιό του δεν θα δείτε πουθενά αλλού, τα περίτεχνα σοκάκια και την πλατεία με τα καφενεδάκια και τα γλυκά που θα αφήσουν το σαλάκια να τρέχουν ελεύθερα προς κάθε κατεύθυνση.
Πάνω από όλα όμως, θα γνωρίσετε τις δύο φοβερές κυρίες της ΝΩΜΩ ΑμΚΕ , τις Σοφία Ζησίμου και Αλεξάνδρα Γρυπάρη που αγαπούν τον τόπο ώστε είδαν κάτι που οι περισσότεροι προσπερνούσαν. Ότι το παρελθόν και το παρόν, το τότε και το τώρα περπατούν πάνω στο ίδιο νήμα. Και όσο αυτό υφαίνει, μέσα στη φθορά του χρόνου, τα παραμύθια του, τόσο εκείνα ακουμπούν ξανά και ξανά στα ίδια συναισθήματα, στις ίδιες ανθρώπινες παρουσίες. Ναι αυτές ήταν οι οδηγίες. Και είπαμε, γιατί όχι; Θα τις ακολουθήσουμε.
Κλέβω ένα απόσπασμα από το δελτίο Τύπου που τα λέει ωραία: «Έως τις 25 Οκτωβρίου (η έκθεση ξεκίνησε στις 09.10), η καλλιτεχνική πρωτοβουλία «Το αόρατο νήμα υφαίνει» φέρνει δεκατρείς καλλιτέχνες σε μια συνάντηση με τον τόπο και τη μνήμη του. Με επιμέλεια της εικαστικού Ελένης Γλύνη, η ομαδική έκθεση απλώνεται στο παλιό σχολείο του χωριού Αγάπη, στον νερόμυλο, σε έναν περιστεριώνα στη λαγκαδιά, στο ξωκλήσι της Αγίας Σοφίας και σε ακόμη δύο χώρους κατά μήκος της διαδρομής. Δεν πρόκειται απλώς για έργα που τοποθετούνται σε ασυνήθιστα σημεία. Για να δεις, χρειάζεται να περπατήσεις. Και ίσως αυτό να έχει τη δική του σημασία: τα έργα δεν σε περιμένουν όλα στο ίδιο δωμάτιο, ούτε ο τόπος λειτουργεί ως ένα απλό φόντο για να τα φωτογραφίσεις.
Αφετηρία της έκθεσης είναι οι Αόρατες Πόλεις του Ίταλο Καλβίνο και η ιδέα ότι ένας τόπος δεν αποτελείται μόνο από όσα βλέπουμε, αλλά και από τις σχέσεις, τις ιστορίες και τις μνήμες που τον συγκροτούν. Το νήμα που συνδέει τα έργα με το χωριό Αγάπη δεν είναι απαραίτητα ορατό. Ούτε χρειάζεται όλα να μοιάζουν μεταξύ τους για να συνυπάρξουν. Ίσως, τελικά, αυτή να είναι και η πιο ενδιαφέρουσα ιδέα της έκθεσης: ότι μπορείς να κοιτάξεις ξανά κάτι που βρίσκεται εκεί εδώ και χρόνια, αρκεί να αλλάξεις λίγο τη θέση από την οποία το βλέπεις».

Στο Αγάπη, εκεί όπου τα παλιά κτίρια ξαναβρίσκουν τη φωνή τους
Το χωριό δεν το περπατάς μόνο για να δεις τα σπίτια, τα στενά και τις αυλές του. Το περπατάς για να ανακαλύψεις τι μπορεί να συμβεί όταν ένας τόπος αποφασίζει να μην αφήσει την ιστορία του να γίνει ερείπιο. Κτίσματα που κουβαλούν πάνω τους αιώνες ζωής, γίνονται αφορμή για μια συζήτηση γύρω από τη μνήμη, την αρχιτεκτονική και τη δυνατότητα να δώσεις σε κάτι παλιό μια δεύτερη χρήση, χωρίς να το μετατρέψεις σε κάτι ξένο προς τον εαυτό του. Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους ονομαζόταν “Πέρασμα”, καθώς από εκεί περνούσε ο δρόμος που οδηγούσε στην τότε πρωτεύουσα του νησιού.
Ο νερόμυλος είναι ένα από αυτά τα κτίρια που σε κάνουν να σταθείς λίγο περισσότερο. Δεν είναι μόνο η κατασκευή του, αλλά και η σκέψη ότι κάποτε εδώ το νερό κινούσε έναν ολόκληρο μηχανισμό, εξυπηρετώντας τις ανάγκες των ανθρώπων του χωριού. Σήμερα, τέτοια κτίρια δεν είναι εύκολο να διασωθούν, πόσο μάλλον να ξαναγίνουν κομμάτι της καθημερινότητας. Κι όμως, η προσπάθεια να αποκτήσουν μια νέα ζωή δείχνει ότι η προστασία της κληρονομιάς δεν σημαίνει υποχρεωτικά να κρατήσεις έναν χώρο κλειστό, σαν να βρίσκεται σε μουσείο.
Μας τα λέει όλα αναλυτικά η Σοφία Ζησίμου. Παρέα με την 14χρονη σκυλίτσα της, την Οφυλία, μας ξεναγούν στα φτιαγμένα με μεράκι έργα τέχνης που ακουμπούν στον νερόμυλο. Το ενδιαφέρον της περιήγησης είναι ακριβώς αυτή η συνάντηση της τοπικής ιστορίας με τη σύγχρονη δημιουργία. Το έργο της Μάρως Φασουλή για παράδειγμα, που βασίζεται σε ένα υφαντό το οποίο της παραχώρησε μια σημαντική υφάντρα της Τήνου, φέρνει στο προσκήνιο μια παράδοση που δεν αφορά μόνο την τεχνική, αλλά και τη συλλογική μνήμη του τόπου. Το έργο της Βασιλείου δεν έρχεται να αναπαραγάγει αυτή την παράδοση σαν διακοσμητικό μοτίβο. Συνομιλεί μαζί της, μεταφέροντας κάτι από την υλικότητα και τη μνήμη της σε μια σύγχρονη καλλιτεχνική πρόταση.
Εκεί βρίσκεται και η δύναμη μιας τέτοιας έκθεσης : όχι στο να τοποθετήσει απλώς έργα τέχνης μέσα σε ένα όμορφο χωριό, αλλά στο να δημιουργήσει σχέσεις ανάμεσα στα έργα, στα κτίρια και στους ανθρώπους που έζησαν και δημιούργησαν εδώ. Το παλιό δεν λειτουργεί ως σκηνικό για το καινούργιο. Γίνεται μέρος του, όπως το νήμα που περνά από τη μία κλωστή στην άλλη, ενώνει διαφορετικά υλικά και φτιάχνει κάτι που δεν υπήρχε προηγουμένως.
Προσθέτω και τις πολύτιμες λέξεις της επιμελήτριας Ελένης Γλύνη: «Το μετέωρο ερώτημα —«τι προσδίδει αξία σε τι: το έργο στον χώρο ή ο χώρος στο έργο;»— προϋποθέτει ότι κάτι από τα δύο έρχεται στη συνάντηση ελλιπές. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο: έργα και χώροι συναντιούνται ως δύο πλήρεις και αυτόνομες δυνάμεις. Η σχέση τους δεν είναι προσθετική. Το ένα δεν αυξάνει την αξία του άλλου, αλλά μεταβάλλει τη γωνία από την οποία το βλέπουμε. Ένα έργο μπορεί να κάνει ορατή μια ποιότητα της αρχιτεκτονικής που έως τότε παρέμενε αθέατη. Ένας χώρος, μουχλιασμένος από τον χρόνο, μπορεί να προσδώσει στο έργο μια διαφορετική χρονικότητα, όχι αλλάζοντάς το, αλλά αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο το διαβάζουμε. Μεταβάλλεται, δηλαδή, η ίδια η συνθήκη της θέασης».
Περπατώντας πέρα δώθε σε αυτό το «αρχαίο» μονοπάτι που ενώνει το Σχολείο με τους πίνακες της έκθεσης στους τοίχους και στον Νερόμυλο με τα έργα τέχνης που συνομιλούν με τις παλιές πέτρες, σκέφτομαι πως ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ενδιαφέρον πράγμα που μπορεί να κάνει η τέχνη σε έναν τόπο: να μη σβήσει όσα προϋπήρχαν, αλλά να μας βοηθήσει να τα δούμε ξανά. Να μας κάνει να προσέξουμε έναν νερόμυλο, να σταθούμε μπροστά σε έναν περιστεριώνα, να αναρωτηθούμε ποια χέρια ύφαιναν κάποτε τα νήματα και ποια χέρια συνεχίζουν σήμερα να κρατούν ζωντανή αυτή τη γνώση.


Η (κάθε) βρύση έχει τη δική της ιστορία
Το νερό ήταν κάποτε ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους χτιζόταν ένα χωριό εκεί όπου χτιζόταν. Χρειαζόταν μια πηγή, μια βρύση, ένα σημείο απ’ όπου οι άνθρωποι θα μπορούσαν να προμηθευτούν το νερό τους. Στην Τήνο, οι βρύσες δεν ήταν απλώς υποδομές. Ήταν κομμάτι της καθημερινότητας, τόποι συνάντησης, μικρά κοινωνικά κέντρα σε μια εποχή που η ζωή είχε άλλους ρυθμούς και οι άνθρωποι άλλες ελευθερίες.
«Οι βρύσες ήταν πάντα λίγο έξω από το χωριό», μας εξηγεί η Κατερίνα Κοντιζά καθώς περπατάμε, στα σοκάκια του Αγάπη. «Οι γυναίκες πήγαιναν εκεί για να πλύνουν τα ρούχα, να κουβαλήσουν νερό, να συναντηθούν και να μιλήσουν. Δεν ήταν αυτονόητο ότι μπορούσαν να το κάνουν στην πλατεία ή στη γειτονιά τους. Έπρεπε να υπάρχει ένας χώρος όπου θα μπορούσαν να βρεθούν μεταξύ τους, μακριά από τα ανδρικά βλέμματα. Κάπως έτσι, μια βρύση μπορεί να σου πει περισσότερα για την κοινωνική ιστορία ενός τόπου απ’ όσα θα περίμενες από μια πέτρινη κατασκευή». Στην διαδρομή συναντάμε την κυρία Μαρία καθισμένη στο πεζούλι του σπιτιού της, την πείθουμε να έρθει παρέα μαζί μας. Στην κεντρική βρύση του χωριού θα μας πει σαν παραμύθια παλιές ιστορίες του καιρού της. Πόσο ωραία περνά καμιά φορά ο χρόνος.

Τα περιστέρια της Τήνου και τα προνόμια των Ενετών
Στεκόμαστε μπροστά σε έναν περιστερώνα και, όπως συμβαίνει συχνά στην Τήνο, μια φαινομενικά απλή κατασκευή αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη απ’ όσο δείχνει. Από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της τηνιακής αρχιτεκτονικής, δεν είναι απλώς εντυπωσιακά κτίσματα με περίτεχνες όψεις και γεωμετρικά σχέδια. Είναι κατασκευές που σχεδιάστηκαν με γνώση της συμπεριφοράς των πουλιών και των αναγκών τους. Το επάνω μέρος, με τα μικρά ανοίγματα και τα γεωμετρικά σχέδια, δεν είναι μόνο διακοσμητικό. Είναι ο χώρος όπου ζούσαν τα περιστέρια, ενώ ο κάτω όροφος λειτουργούσε ως αποθηκευτικός χώρος για τους ιδιοκτήτες. Οι δύο χώροι δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Μάλιστα, η είσοδος στο κάτω μέρος ήταν τόσο μικρή και έκλεινε τόσο καλά, ώστε να μην μπορούν να μπουν ποντίκια και φίδια. Τα ανοίγματα του περιστερώνα έχουν τη δική τους λογική και πρακτική χρησιμότητα: προστάτευαν τα περιστέρια από τους δυνατούς ανέμους, προσφέροντάς τους σημεία για να κουρνιάζουν. Ένας μεγάλος περιστερώνας μπορούσε να φιλοξενήσει μέχρι και πενήντα ή εξήντα ζευγάρια.
Η ιστορία των περιστεριών στο νησί ξεκινά από την αρχαιότητα καθώς η Τήνος συνδεόταν με τη θρησκευτική ζωή της Δήλου. Οι προσκυνητές που περνούσαν από τον ναό του Ποσειδώνα, ο οποίος λειτουργούσε ως ένα είδος καθαρτηρίου πριν από την άφιξή τους στο ιερό νησί, έπρεπε να κάνουν θυσίες. Οι πιο εύποροι μπορούσαν να προσφέρουν βόδια ή πρόβατα- όσοι δεν είχαν αυτή τη δυνατότητα κατέφευγαν σε μικρότερα ζώα, όπως τα περιστέρια. Οι ντόπιοι φρόντιζαν να καλύπτουν αυτή την ανάγκη.
Οι Ενετοί ήταν εκείνοι που οργάνωσαν συστηματικά την εκτροφή, χτίζοντας τους πρώτους περιστεριώνες. Κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, μάλιστα, η ιδιοκτησία τους αποτελούσε προνόμιο των Ενετών: οι ντόπιοι δεν επιτρεπόταν να έχουν δικούς τους περιστεριώνες. Και τι τα ήθελαν τόσα περιστέρια; Η απάντηση δεν είναι ακριβώς αυτή που θα περίμενε κανείς. Εκτός από την τροφή και το λίπασμα που προσέφεραν, τα πουλιά χρησιμοποιούνταν και για την εξάσκηση στην τοξοβολία. Κινούμενοι στόχοι, δηλαδή, για τους τοξότες της εποχής.
Είναι από εκείνες τις λεπτομέρειες που αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζεις ένα τοπίο. Ένας περιστερώνας δεν είναι απλώς ένα όμορφο κτίσμα που φωτογραφίζεις περνώντας από ένα χωριό. Είναι και μια μικρή καταγραφή της οικονομίας, των κοινωνικών διακρίσεων και των συνηθειών που διαμόρφωσαν το νησί. Κι όσο συνεχίζουμε τον περίπατο, οι πέτρες, οι κατασκευές και οι αναβαθμίδες της Τήνου μοιάζουν να αφηγούνται την ίδια ιστορία με διαφορετικούς τρόπους: τίποτα δεν βρίσκεται εδώ τυχαία, ακόμη κι όταν η χρησιμότητά του έχει πια ξεχαστεί.


Ο τόπος ως αποθήκη μνήμης
Ένας τόπος δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε όταν φτάνουμε σε αυτόν. Η αισθητική δεν ανήκει αποκλειστικά στα μουσεία και στις γκαλερί. Μπορεί να βρίσκεται σε ένα υπέρθυρο, σε ένα καμπαναριό, στον τρόπο που έχουν τοποθετηθεί οι πέτρες ενός τοίχου. Ακόμη και σε ένα κτίσμα που σήμερα μοιάζει ερειπωμένο.
Η αρχιτέκτονας Κατερίνα Κοντιζά είναι εδώ για να μάς οδηγήσει – ως κομμάτι αυτής της βιωματικής εμπειρίας που αγκαλιάζει την έκθεση- σε ένα μικρό εκκλησάκι, την Αγία Σοφία, στην περιοχή των Καλυβίων και να μας διηγηθεί την ξεχωριστή της ιστορία. Δεν είναι απολύτως ξεκάθαρη, μας λέει και οι άνθρωποι που τη μελετούν προσπαθούν να συνδέσουν τα αρχιτεκτονικά στοιχεία με τις ιστορικές πηγές, τις μαρτυρίες και όσα έχουν απομείνει στο ίδιο το κτίσμα.
Η αποτύπωση ενός τέτοιου χώρου δεν είναι απλώς μια υπόθεση μετρήσεων. Χρειάζεται έρευνα, παρατήρηση και προσπάθεια. Ένας τοίχος που μοιάζει στραβός, μια προεξοχή που δεν καταλαβαίνεις αμέσως σε τι χρησίμευε, ένα ημικυκλικό τμήμα που ίσως σχετίζεται με την Αγία Τράπεζα, μπορούν να γίνουν αφορμές για ερωτήματα. Οι απαντήσεις δεν είναι πάντα δεδομένες. Κάποιες φορές υπάρχουν περισσότερες από μία πιθανές ερμηνείες.
Στο εσωτερικό, οι τοιχογραφίες προσθέτουν ακόμη ένα επίπεδο στην ιστορία. Η χρονολογία 1691, που αναφέρεται ως σημαντικό στοιχείο για τη μελέτη τους, μας μεταφέρει σε μια άλλη εποχή. Οι παραστάσεις και οι επιγραφές δεν διαβάζονται ανεξάρτητα από το περιβάλλον τους. Η συνύπαρξη βυζαντινών εικονογραφικών στοιχείων και λατινικών επιγραφών ανοίγει ερωτήματα για τη θρησκευτική και κοινωνική ζωή του τόπου, τις επιρροές και τις σχέσεις ανάμεσα στις κοινότητες.
Κοιτάζουμε το έργο ψηλά, στην οροφή. Η κατασκευή της δεν είναι μια τυχαία στοίβα από πέτρες. Τα ξύλινα στοιχεία, ο τρόπος με τον οποίο κατανέμονται τα βάρη, οι πλάκες και το χώμα που χρησιμοποιούνταν για τη στέγαση αποτελούν μέρος μιας τεχνικής που εξελίχθηκε μέσα από την εμπειρία. Ακόμη και η μικρή κλίση της επιφάνειας βοηθούσε στην απορροή του νερού. Εκεί όπου σήμερα θα αναζητούσαμε σύγχρονα μονωτικά υλικά και περίπλοκες κατασκευές, οι παλιότεροι τεχνίτες αξιοποιούσαν όσα διέθεταν γύρω τους, γνωρίζοντας καλά τις ιδιότητες των υλικών τους.

Σπίτια που κρύβονται από τη θάλασσα
Τα περισσότερα χωριά της Τήνου δημιουργήθηκαν από τον 13ο έως τον 18ο αιώνα και μοιράζονται ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι η θέση τους. Χτισμένα ψηλά, μακριά από τη θάλασσα και συχνά αθέατα από αυτήν, ήταν προστατευμένα από τις πειρατικές επιδρομές. Οι παραθαλάσσιοι οικισμοί που βλέπουμε σήμερα είναι, στην πλειονότητά τους, μεταγενέστεροι.
Το δεύτερο είναι η ίδια η αρχιτεκτονική τους. Ξεχάστε για λίγο τις λευκές προσόψεις και τα μπλε παράθυρα που έχουμε συνδέσει με τις Κυκλάδες. Τα παλιά σπίτια ήταν πέτρινα, χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, με μικρά ανοίγματα και χωρίς την παραμικρή διάθεση να σπαταλήσουν χώρο. Ένα σπίτι έξω από τον οικισμό ήταν κάτι σχεδόν αδιανόητο, αφού η προστασία εξασφαλιζόταν μέσα από τη συλλογικότητα. Τα σπίτια στις άκρες του χωριού είχαν ψηλούς, σχεδόν τυφλούς τοίχους, που λειτουργούσαν σαν ένα είδος οχυρωματικού περιβόλου.
Δεν υπήρχε, άλλωστε, ιδιαίτερος χώρος για πλατείες. Τα πανηγύρια μπορούσαν να γίνουν στις ταράτσες, ενώ σε ορισμένα χωριά η μία ταράτσα διαδέχεται την άλλη, σαν να αποτελούν ένα δεύτερο δίκτυο δρόμων πάνω από τα κεφάλια μας. Κάτω, τα σοκάκια είναι δαιδαλώδη, με διακλαδώσεις και περάσματα που επέτρεπαν στους κατοίκους να διαφεύγουν σε περίπτωση επιδρομής. Η σκέψη ότι ένα χωριό οργανώθηκε με βασικό κριτήριο την επιβίωση αλλάζει κάπως την εικόνα της ειδυλλιακής κυκλαδίτικης ζωής που κουβαλάμε μαζί μας.
Είμαστε στον θαυμάσιο Αρνάδο, ένα «βουνίσιο» χωριό under the radar της κοσμικότητας και ακούμε ιστορίες για το λευκό και το μπλε, για γλέντια και ταράτσες και ανθρώπους που κάποτε γέμιζαν χωριά και τώρα δίνουν παρουσίες μέσω -αποκλειστικά- της απουσίας τους.

Ένα χωριό δεν είναι μόνο τα ασβεστωμένα του οράματα
Από ένα άνοιγμα του χωριού, το βλέμμα φτάνει μέχρι τη Μύκονο, ενώ στο βάθος διακρίνονται η Πάρος και η Αντίπαρος. Η θέση της Τήνου στο Αιγαίο αποκτά ξαφνικά μια άλλη διάσταση. Το νησί βρίσκεται πάνω σε θαλάσσιους δρόμους που συνέδεαν τόπους, ανθρώπους και εμπορικές διαδρομές. Η γεωγραφία του δεν καθόρισε μόνο το τοπίο του, αλλά και την ιστορία του, τη σημασία του και την ανάγκη των κατοίκων να προστατεύονται από όσα έρχονταν από τη θάλασσα.
Περπατώντας στα στενά, η συζήτηση επιστρέφει στους ανθρώπους που έζησαν εδώ και σε εκείνους που προσπαθούν ακόμη να κρατήσουν τα χωριά ζωντανά. Μέχρι και τη δεκαετία του ’60, μας λένε, οι οικισμοί της Τήνου λειτουργούσαν ως αυτόνομες κοινότητες. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν ταυτόχρονα αγρότες και κτηνοτρόφοι. Παρήγαν τα λαχανικά τους, είχαν το κρέας, το γάλα, τα τυριά και τα αυγά τους. Υπήρχε σχολείο, ένα μικρό παντοπωλείο για όσα δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν μόνοι τους, ακόμη και μαμή για τις γεννήσεις. Δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος να εγκαταλείψεις το χωριό σου για να καλύψεις τις καθημερινές ανάγκες της οικογένειας.
Ύστερα ήρθαν οι αλλαγές. Από τη δεκαετία του ’70 και του ’80, οι υπηρεσίες και οι δραστηριότητες άρχισαν να συγκεντρώνονται στη Χώρα. Οι κάτοικοι μετακινήθηκαν, τα σπίτια άδειασαν και η καθημερινότητα έγινε δυσκολότερη για όσους έμειναν πίσω. Σήμερα, μια οικογένεια που ζει σε ένα χωριό μακριά από τη Χώρα πρέπει να υπολογίσει τις μετακινήσεις για το σχολείο, τις απογευματινές δραστηριότητες των παιδιών, τις αγορές, τις βασικές υπηρεσίες. Έτσι, πολλά από τα παλιά σπίτια πουλήθηκαν, αρκετά σε ξένους αγοραστές και χρησιμοποιούνται πλέον κυρίως ως εξοχικές κατοικίες. Τα χωριά γεμίζουν ξανά το καλοκαίρι, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ξαναβρίσκουν τη ζωή που είχαν κάποτε.

Βγάλτε φύλλα. Διαγώνισμα στην Ιστορία και τα Θρησκευτικά.
Στην Τήνο, η πίστη δεν μένει κλεισμένη μέσα στις εκκλησίες. Βγαίνει στους δρόμους, ανεβαίνει στα χωριά, ακολουθεί διαδρομές που επαναλαμβάνονται εδώ και γενιές. Υπάρχουν μεγάλες θρησκευτικές γιορτές που ξεχωρίζουν στο νησί, μας εξηγούν. Η σημαντικότερη, εκκλησιαστικά, είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, στις 25 Μαρτίου. Στις 23 Ιουλίου τιμάται η Αγία Πελαγία- η ιστορία της οποίας είναι άρρηκτα δεμένη με το όραμα της Παναγίας που οδήγησε στην εύρεση της θαυματουργής εικόνας και, τελικά, στη δημιουργία του μεγάλου προσκυνήματος της Τήνου- με την εικόνα να μεταφέρεται από την εκκλησία της Χώρας στο μοναστήρι και να επιστρέφει το απόγευμα με μια μεγάλη πεζή πομπή. Υπάρχουν όμως και τα Φαναράκια, στις 31 Ιανουαρίου, που αναπαριστούν την είδηση της εύρεσης της εικόνας: οι κάτοικοι των χωριών κατέβαιναν στη Χώρα κρατώντας φαναράκια για να προσκυνήσουν.
Για να καταλάβεις όμως το νησί, πρέπει να αρχίσεις να κοιτάζεις και λίγο πιο μακριά από τα σημεία που επισκέπτονται όλοι. Ο βράχος του Εξωμβούργου. Τα πρώτα ίχνη κατοίκησης στην περιοχή ανάγονται στον 12ο αιώνα π.Χ., και η θέση του βράχου δεν είναι καθόλου τυχαία. Από τις πλευρές του, οι περισσότερες απόκρημνες, η πρόσβαση ήταν δύσκολη και η προστασία των κατοίκων ευκολότερη. Ένα φυσικό οχυρό, πάνω στο οποίο χτίστηκαν τείχη και, αργότερα, ένα κάστρο. Με την έλευση των Ενετών, η οχύρωση ενισχύθηκε και στην κορυφή αναπτύχθηκε η πόλη της Αγίας Ελένης, το διοικητικό κέντρο του νησιού.
Εκεί όπου σήμερα βλέπεις έναν βράχο που μοιάζει να έχει απομείνει μόνος του μέσα στο τοπίο, κάποτε υπήρχε μια ολόκληρη πόλη. Οι πληροφορίες που ακούμε είναι εντυπωσιακές: εκατοντάδες σπίτια, πολλά από αυτά πολυώροφα, αποθήκες για τα σιτηρά και το νερό, μια αγορά με περίπου εκατό καταστήματα. Δεν ήταν ένας μικρός οικισμός που απλώς βρήκε καταφύγιο ψηλά στο βουνό. Ήταν το κέντρο της ζωής στην Τήνο.
Το 1715, όταν οι Οθωμανοί κατέλαβαν το νησί, η πόλη παραδόθηκε ύστερα από διαπραγματεύσεις. Οι κάτοικοί της αποχώρησαν και η οχύρωση καταστράφηκε, ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί ξανά ως στρατιωτικό καταφύγιο. Κάποιοι επέλεξαν να χτίσουν τα σπίτια τους έξω από τα παλιά τείχη. Οι περισσότεροι, όμως, κατέβηκαν προς τη θάλασσα, στο λιμάνι του Αγίου Νικολάου. Έτσι άρχισε να δημιουργείται η σημερινή Χώρα της Τήνου, ένας πολύ νεότερος οικισμός, που αναπτύχθηκε δίπλα στη θάλασσα σε μια εποχή κατά την οποία το εμπόριο μπορούσε πλέον να κινηθεί διαφορετικά. Η μετακίνηση από τον βράχο στο λιμάνι δεν ήταν απλώς μια αλλαγή διεύθυνσης. Ήταν η αλλαγή ολόκληρου του τρόπου με τον οποίο οργανωνόταν η ζωή στο νησί.
Στην πορεία συναντάμε και ένα διαφορετικό κεφάλαιο της ιστορίας της Τήνου: την καθολική παρουσία στο νησί. Το λευκό κτίριο που ξεχωρίζει στο τοπίο είναι η Ιερά Καρδία του Ιησού, το μοναστήρι των Ιησουιτών. Η ιστορία του συνδέεται με τα χρόνια μετά την κατάληψη της ενετικής πόλης, ενώ ο χώρος εξακολουθεί να έχει θρησκευτική σημασία για τους Καθολικούς. Ακούγοντας για τους νέους από χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Ευρώπης που έρχονται εδώ για να προετοιμαστούν για την ιεροσύνη, συνειδητοποιείς ξανά πόσο διαφορετικές ιστορίες μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο μικρό νησί.

Στο Βώλαξ, εκεί που οι πέτρες δεν κυλούν
Αφήνουμε πίσω μας τις θρησκευτικές διαδρομές και συνεχίζουμε προς το Βώλαξ. Εδώ αλλάζει το τοπίο. Το έδαφος γεμίζει μεγάλες, στρογγυλεμένες πέτρες από γρανίτη, άλλες μόνες τους, άλλες στοιβαγμένες η μία πάνω στην άλλη, σαν να τις τοποθέτησε κάποιος με προσοχή και μετά ξέχασε να επιστρέψει. Η περιοχή, μας λένε, σχηματίστηκε πριν από εκατομμύρια χρόνια. Για την προέλευση των βράχων έχουν διατυπωθεί διαφορετικές θεωρίες, με την επικρατέστερη να τους συνδέει με ηφαιστειακές διεργασίες. Η διάβρωση έχει δώσει στο έδαφος την ιδιαίτερη μορφή του, ενώ το πέτρωμα και οι συνθήκες της περιοχής ευνοούν, μεταξύ άλλων, την αμπελοκαλλιέργεια.
Μέσα σε αυτό το αλλόκοτο σκηνικό βρίσκεται το Βώλαξ, ένα χωριό που δεν μπορούσε να στηρίξει εύκολα την οικονομία του στη γεωργία ή στην κτηνοτροφία. Η λύση βρέθηκε στα υλικά που προσέφερε η γύρω περιοχή: στις ιτιές, στις λυγαριές και στα καλάμια, που αξιοποιήθηκαν για την κατασκευή καλαθιών. Η καλαθοπλεκτική έγινε οικογενειακή υπόθεση. Άλλοι μάζευαν τα υλικά, άλλοι τα προετοίμαζαν και άλλοι έπλεκαν τα καλάθια. Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, η παραγωγή ήταν τόσο μεγάλη ώστε, σύμφωνα με όσα ακούμε στην περιήγηση, έφτανε περίπου τα χίλια καλάθια την εβδομάδα, με προορισμό ακόμη και τις αγορές της Μικράς Ασίας.
Η ιστορία αυτή δεν κράτησε για πάντα. Μετά το 1922 η αγορά άλλαξε, ενώ ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η μετέπειτα εγκατάλειψη της υπαίθρου επιτάχυναν την παρακμή του χωριού. Τη δεκαετία του 1980, όμως, οι κάτοικοι και οι άνθρωποι που είχαν δεσμούς με το χωριό αποφάσισαν να μην το αφήσουν να χαθεί. Ο σύλλογος του Βώλαξ συνέβαλε στη δημιουργία οδικής πρόσβασης, στον καθαρισμό και στην αναζωογόνηση του οικισμού, ενώ δημιουργήθηκαν λαογραφικό μουσείο και μικρό θέατρο. Σήμερα, το χωριό έχει ξαναβρεί τη θέση του στον χάρτη της Τήνου. Νέοι άνθρωποι έχουν ανοίξει μικρές επιχειρήσεις, από καφέ και καταστήματα με χειροποίητα προϊόντα μέχρι εργαστήρια δημιουργών που ήρθαν από αλλού και επέλεξαν να ζήσουν εδώ.
Στο Βώλαξ, η τέχνη δεν περιορίζεται όμως στα εργαστήρια και στα μικρά μαγαζιά. Ένας άνθρωπος με καλλιτεχνική φύση, που έζησε στο χωριό, είχε την ιδέα να μεταφέρει στίχους του Άγγελου Σικελιανού πάνω σε παλιούς τοίχους. Ξεκίνησε με δύο-τρεις επιφάνειες και η ιδέα άρεσε τόσο, ώστε σταδιακά οι στίχοι άρχισαν να εμφανίζονται σε όλο το χωριό, ακόμη και σε άλλα σημεία της Τήνου. Καθώς προχωράμε στα στενά, τους συναντάμε ξανά και ξανά, σαν να έχει αφήσει το χωριό μικρά ποιητικά ίχνη για όσους περπατούν μέσα του.

Και κάποια στιγμή φτάνουμε και στον Πύργο
Καθώς προχωράμε προς το πάνω μέρος του νησιού, η γεωγραφία αρχίζει να εξηγεί πολλά. Χωρίζεται σε διαφορετικές ενότητες, με δικά τους χαρακτηριστικά και διαφορετικούς τρόπους ζωής. Στα Κάτω Μέρη, στην πιο ομαλή και εύφορη περιοχή, η γεωργία και η αμπελουργία έχουν τη δική τους θέση. Στα Έξω Μέρη, το έδαφος είναι πιο άγονο και οι οικισμοί πιο αραιοί, αλλά εκεί βρίσκεται μεγάλο μέρος του μαρμάρου που έδωσε στην Τήνο μια ξεχωριστή θέση στην ελληνική γλυπτική παράδοση.
Η διαδρομή ξετυλίγεται ανάμεσα σε χωριά, εκκλησίες, καλλιέργειες και τοπία που δεν μοιάζουν μεταξύ τους. Κάπου εδώ συνειδητοποιώ ότι η Τήνος δεν είναι ένα νησί που εξαντλείται σε μια λίστα με αξιοθέατα. Δεν αρκεί να δεις τον βράχο, να περάσεις από ένα μοναστήρι, να φας στον Πύργο και να φωτογραφίσεις ένα μαρμάρινο περιστέρι. Χρειάζεται να ακούσεις πώς συνδέονται όλα αυτά μεταξύ τους. Κάθε διαδρομή αποκαλύπτει όμως και κάτι ακόμη: γιατί ένα χωριό χτίστηκε εκεί, πώς βρήκαν οι κάτοικοί του τρόπο να ζήσουν από το έδαφος, πού έφταναν τα εμπορεύματα, γιατί αναπτύχθηκε μια τέχνη και πώς μια θρησκευτική κοινότητα άφησε το αποτύπωμά της στην καθημερινότητα του τόπου.
Ξεκαθαρίζουμε πως η τέχνη εδώ συνδέθηκε με το ίδιο το έδαφος, με την ύπαρξη του υλικού, με τη δυνατότητα επεξεργασίας του και με τις διαδρομές που επέτρεπαν τη μεταφορά του. Το λιμάνι του Πανόρμου, παρά την απόσταση από τη Χώρα, εξυπηρετούσε την περιοχή και τη δραστηριότητα γύρω από το μάρμαρο. Η Αλεξάνδρα Γρυπάρη σπούδασε στη σχολή καλών τεχνών του Πύργου το μάρμαρο, είναι αυτή ακριβώς που χρειαζόμαστε, μας παίρνει από το χέρι, και μας εξηγεί τα πάντα. Κρεμόμαστε από τον ωραίο τρόπο που διηγείται τις λεπτομέρειες ενός σπάνιου τόπου.
«Η θάλασσα, δεν έφερνε μόνο εμπορεύματα», μας λέει. «Έφερνε ανθρώπους, ιδέες και διαφορετικές αντιλήψεις για τον κόσμο. Οι κάτοικοι των Έξω Μερών, ανέπτυξαν μια ιδιαίτερη τοπική ταυτότητα, που δεν ταυτιζόταν πάντα με εκείνη των ανθρώπων της Χώρας». Όσο την ακούμε να μας μιλά για τις διαφορές ανάμεσα στα χωριά, τόσο καταλαβαίνουμε ότι η Τήνος δεν υπήρξε ποτέ ένα ενιαίο, ομοιόμορφο σύνολο. Είναι ένα νησί από μικρότερους κόσμους, που άλλοτε συνεργάζονταν και άλλοτε κρατούσαν τις αποστάσεις τους.
Υπάρχει, βέβαια, και το τοπίο που τα συνδέει όλα αυτά. Το βουνό, οι απότομες πλαγιές, ο αέρας που κάνει την παρουσία του αισθητή ακόμα κι όταν δεν φυσάει. Η Τήνος βρίσκεται σε ένα πέρασμα, όπου ο καιρός μπορεί να αλλάξει γρήγορα, και το βουνό να λειτουργήσει συχνά ως προειδοποίηση για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν. Μαθαίνουμε για τον Βορέα, για τις ιστορίες που συνδέθηκαν με τις κορυφές, για τα σύννεφα που σκεπάζουν το βουνό και προμηνύουν τον αέρα.

Το μάρμαρο της Τήνου έχει πολλή δουλειά πίσω του
Το μάρμαρο δεν έφτανε στο εργαστήριο έτοιμο για να μεταμορφωθεί σε έργο τέχνης, μας διευκρινίζει η Αλεξάνδρα. Κάποιος έπρεπε πρώτα να το βγάλει από το βουνό. Κι αυτό ήταν μια ολόκληρη επιχείρηση, που απαιτούσε χρόνο, εμπειρία, συντονισμό και ανθρώπους με διαφορετικές ειδικότητες. Η εξόρυξη δεν ήταν μια υπόθεση που μπορούσε να αναλάβει ο καθένας. Ένα λάθος, μια λανθασμένη κίνηση, ένας όγκος που θα έσπαζε την κρίσιμη στιγμή μπορούσαν να ακυρώσουν μήνες δουλειάς.
Στα παλιά λατομεία, οι εργάτες άνοιγαν βαθιά αυλάκια στο πέτρωμα, δουλεύοντας αργά και επίμονα. Φαντάσου ανθρώπους να σκαρφαλώνουν στα μέτωπα της εξόρυξης, να δουλεύουν σε μεγάλα ύψη, να κρατούν εργαλεία και να αφαιρούν λίγο λίγο το υλικό. Τα εργαλεία τους είχαν την ίδια βασική λογική με εκείνα που χρησιμοποιούν οι γλύπτες, μόνο που οι διαστάσεις τους ήταν πολύ μεγαλύτερες. Ένα μικρό βελόνι στο εργαστήριο μπορούσε να έχει το αντίστοιχό του στο λατομείο σε μήκος που έφτανε τα μέτρα. Ακόμη και η απομάκρυνση ενός τεράστιου όγκου από το βουνό απαιτούσε ειδική γνώση. Τα φουρνέλα, οι κατάλληλες τομές και ο τρόπος με τον οποίο θα αποσπαστεί η πέτρα έπρεπε να υπολογιστούν με ακρίβεια. Κι όταν τελικά το μάρμαρο αποχωριζόταν τον βράχο, έπρεπε να βρεθεί ο τρόπος να κατέβει από το βουνό και να φτάσει στη θάλασσα.
Η Τήνος δεν έστελνε, άλλωστε, μόνο μικρά κομμάτια πέτρας. Από τα λατομεία της έφευγαν μεγάλοι όγκοι, ακόμη και μονόλιθοι που προορίζονταν για κίονες και αρχιτεκτονικά μέλη. Η μεταφορά τους απαιτούσε κατάλληλες διαδρομές και ειδικές κατασκευές, ενώ σε διάφορα σημεία της ακτής διαμορφώνονταν μικροί χώροι φόρτωσης. Το μάρμαρο έπρεπε να φτάσει στο καράβι και από εκεί να συνεχίσει το ταξίδι του προς τον προορισμό του.
Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή. Όταν έφτανε στον Πειραιά, έπρεπε να μεταφερθεί μέχρι το σημείο όπου θα χρησιμοποιούνταν. Αν έχεις προσπαθήσει ποτέ να μετακινήσεις κάτι πραγματικά βαρύ, μπορείς να φανταστείς τι σήμαινε να μεταφέρεις έναν ολόκληρο μαρμάρινο κίονα χωρίς τα μέσα που διαθέτουμε σήμερα. Κάποιοι όγκοι έφταναν στον προορισμό τους, άλλοι έσπαζαν ή χάνονταν στη διαδρομή. Το υλικό, πάντως, ταξίδευε πολύ περισσότερο απ' όσο θα φανταζόσουν βλέποντας σήμερα τα εγκαταλειμμένα λατομεία. Μας λέει για τεράστια κομμάτια μαρμάρου που ξέμειναν στην διαδρομή για τον Πάνορμο- ακόμη μπορείς να τα δεις
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ιστορία δεν τελειώνει στο λατομείο. Συνεχίζεται στα εργαστήρια, εκεί όπου η γνώση περνούσε από τον πατέρα στον γιο, από τον μάστορα στον μαθητευόμενο, από τη μία γενιά στην επόμενη. Οι τεχνίτες δεν μάθαιναν απλώς να χειρίζονται τα εργαλεία τους. Μάθαιναν να τα συντηρούν, να τα επισκευάζουν, να καταλαβαίνουν το μέταλλο, να το σκληραίνουν και να το προσαρμόζουν στις ανάγκες της δουλειάς τους.

Κάπου εδώ εμφανίζεται η ιστορία του μπάρμπα Κώστα και του Γιάννη Αλεξόπουλου, όπως μας τις διηγείται με συγκίνηση. Κάποια στιγμή ο δρόμος θα μας βγάλει στο παλιό τοτς εργαστήρι. Μια οικογενειακή παράδοση μαρμαροτεχνίας, μέσα στην οποία η εμπειρία δεν σήμαινε απλώς επανάληψη. Ένας τεχνίτης μπορούσε να παρατηρήσει το εργαλείο που χρησιμοποιούσε καθημερινά και να σκεφτεί πώς θα το έκανε καλύτερο. Αυτό είναι ίσως το πιο γοητευτικό κομμάτι της ιστορίας. Το εργαλείο δεν ήταν κάτι αμετάβλητο, που περνούσε από χέρι σε χέρι χωρίς να αλλάζει. Έφερε πάνω του τα σημάδια της χρήσης, την κίνηση του χεριού, την εμπειρία και την επινοητικότητα του ανθρώπου που το δούλευε. Η τεχνική γινόταν προσωπική υπόθεση.
Ακούμε για παραδείγματα χρήσης του πράσινου μαρμάρου της Τήνου ακόμη και στην Αργεντινή, σε δημόσια κτίρια που συνδέονται με τη δικαιοσύνη. Μια πέτρα που βγήκε από ένα βουνό των Κυκλάδων μπορεί να βρίσκεται σήμερα σε ένα κτίριο στην άλλη άκρη του κόσμου, χωρίς οι άνθρωποι που περνούν από μπροστά της να γνωρίζουν τίποτα για το ταξίδι της.
Κοιτάζοντας ένα παλιό λατομείο, είναι εύκολο να δεις μόνο μια πληγή στο βουνό. Αν μείνεις λίγο περισσότερο, αρχίζεις να διακρίνεις κάτι άλλο: μια ολόκληρη κοινωνία σε δράση. Ανθρώπους που έσκαψαν, έκοψαν, σήκωσαν, μετέφεραν, σχεδίασαν και κατασκεύασαν. Ανθρώπους που δεν περίμεναν να τους δοθούν τα κατάλληλα εργαλεία, αλλά συχνά τα έφτιαξαν μόνοι τους.

Το μάρμαρο δεν είναι μόνο το υλικό των γλυπτών
Στον Πύργο, το μοντέρνο Μουσείο Μαρμαροτεχνίας που αξίζει κανείς να επισκεφθεί σε προτεραιότητα, σε βοηθά να καταλάβεις ότι το μάρμαρο δεν είναι μόνο το υλικό των γλυπτών και των περίτεχνων υπέρυθρων που συναντάς στα χωριά της Τήνου. Είναι μια ολόκληρη τέχνη, με τα εργαλεία, τις τεχνικές, τα εργαστήρια και τους ανθρώπους της. Από το λατομείο μέχρι το τελικό έργο, κάθε κομμάτι πέτρας κουβαλά τη γνώση και τον κόπο εκείνων που έμαθαν να το μεταμορφώνουν. Η Τηνιακή Μαρμαροτεχνία εξάλλου έχει ενταχθεί στον Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO από το 2015

Χρήσιμες λεπτομέρειες
Η ΝΩΜΩ ΑμΚΕ, δραστηριοποιείται στο σημείο συνάντησης της τέχνης, της επιστήμης και της τεχνολογίας και έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια μια σταθερή παρουσία στην Τήνο, με προγράμματα που συνδέονται με την αρχιτεκτονική, την προφορική ιστορία, τις παραδοσιακές τέχνες. Το όνομα του οργανισμού προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη νέμω/νωμώ, η οποία φέρει έναν πολυδιάστατο σημασιολογικό πλούτο: διανέμω, μοιράζομαι· ελέγχω ή συγκρατώ· σκέφτομαι, μελετώ.
Προγράμματα που έχει υλοποιήσει στην Τήνο: Το Toichos project, 2025, το μηνιαίο πρόγραμμα φιλοξενίας Γάλλων αρχιτεκτόνων σχεδιαστών, Σμιλεύοντας τη Μνήμη, 2024-2025, τη δράση προφορικής ιστορίας σχετικά με το οικοσύστημα παραδοσιακών τεχνών του νησιού, ΙΧΝΗ, 2024 τη δράση ψηφιακής τεκμηρίωσης με άξονα τη σιδηρουργία και το The Inherited Earth, 2023, ένα διεθνές πρόγραμμα φιλοξενίας καλλιτεχνών.
Στην έκθεση συμμετέχουν οι Δημήτρης Αναστασίου, Ελένη Γλύνη, Αλεξάνδρα Γρυπάρη, Γιάννης Ευθυμίου, Αλέκος Κυραρίνης, Κωνσταντίνος Λαδιανός, Αλέξανδρος Λάιος, Εμμανουήλ Μπιτσάκης, Λευτέρης Ναύτης, Αχιλλέας Παπακώστας, Νίκος Ποδιάς, Δημήτρης Σκαλκώτος και Μάρω Φασουλή.



Το πρόγραμμα ολοκληρώνεται στις 25/10
Σάββατο 24 Οκτωβρίου:
- 18:30 -performance «Κοινωνία» της Nerina Cocchi (με τη συμμετοχή μελών της τηνιακής κοινότητας)
- 19:00 - Προβολή του ντοκιμαντέρ «How to live on Earth» σε σκηνοθεσία Fredi Devas και αφήγηση Benedict Cumberbatch
Κυριακή 25 Οκτωβρίου:
- 17:30 –performance «Κοινωνία» της Nerina Cocchi (με τη συμμετοχή μελών της τηνιακής κοινότητας)
- 18:00 - Το κοινό τραπέζι της Αγάπης (Επιμέλεια Αντώνης Ψάλτης, Συμμετοχή Κατερίνα Λεβαντή)
Ώρες λειτουργίας της έκθεσης:
Σαββατοκύριακα 24-25 Οκτωβρίου: 11:00-14:00 και 17:00-20:00
Καθημερινές: 17:00-20:00