
Melodie d'amour chante le coeur d' Emmanuelleeeeeeee τραγουδούσε στα 70s ο Pierre Bachelet. Κάπου ανάμεσα στα αργά πλάνα και τα σώματα που αγγίζονται στη σιωπή, η Μεγάλη Χίμαιρα μου ξύπνησε έντονα αναμνήσεις από την Emmanuelle. Όχι τόσο γιατί είδαμε κάτι σκανδαλώδες -ας σοβαρευτούμε, δεν είδαμε- αλλά γιατί υπήρχε αυτή η ίδια αίσθηση ότι ο έρωτας παρουσιάζεται σαν φιλοσοφικό project. Λίγο πάθος, λίγη υπαρξιακή αγωνία, πολλή σιωπή και βλέμματα που λένε ότι αυτό που συμβαίνει είναι πολύ βαθύ για να το εξηγήσουν.
Μόνο που ενώ η Emmanuelle είχε εκείνη τη χαλαρή, σχεδόν τουριστική βεβαιότητα ότι η ερωτική απελευθέρωση είναι απλώς θέμα θέλησης και ωραίων τοπίων, η Μεγάλη Χίμαιρα έρχεται και τραβάει απότομα το χαλί της ευδαιμονίας κάτω από τα πόδια μας. Το σεξ δεν σώζει, δεν λυτρώνει, δεν σε απελευθερώνει, δεν σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, απλώς ανοίγει κι άλλες ρωγμές, σαν να λέει: «Ναι, μπορούμε να μιλήσουμε για επιθυμία, αλλά μην περιμένετε happy end, είναι ελληνική τραγωδία, όχι soft-focus φαντασίωση των 70s». Το σεξ ενοχοποιείται. Το γεγονός ότι η σειρά έσπασε ρεκόρ τηλεθέασης πάντως, μας λέει ότι το κοινό δεν είναι τόσο συντηρητικό όσο πιστεύουμε και ότι όταν του δίνεις κάτι καλοφτιαγμένο, ακόμα κι αν είναι αργό και άνευρο, θα το ακολουθήσει.



Η Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση είναι ένα βιβλίο εσωτερικό, εμμονικό, γεμάτο βλέμματα που δεν ανταλλάσσονται ποτέ, επιθυμίες που δεν λέγονται δυνατά και μια ηρωίδα που καταρρέει νωρίς όχι από τα γεγονότα, αλλά από τη σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που της επιτρέπεται να είναι. Μιλά για τη θηλυκή επιθυμία, τη ματαίωση, την εσωτερική σύγκρουση και τη βία της προσαρμογής. Και ακριβώς γι’ αυτό, η τηλεοπτική του μεταφορά ήταν ένα στοίχημα επικίνδυνο. Όχι μόνο λόγω προσδοκιών, αλλά επειδή το ίδιο το έργο αντιστέκεται στη «δραματουργία επεισοδίου», δεν κορυφώνεται εύκολα, δεν εξηγεί και σίγουρα δεν λυτρώνει.
Η σειρά της ΕΡΤ τόλμησε να μην το μαλακώσει και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερό της προτέρημα, αλλά και η αιτία για τις πρώτες ενστάσεις. Ακόμα ένα δυνατό της σημείο είναι το γεγονός ότι κατάφερε να μας κάνει να νιώσουμε κατάθλιψη στο φινάλε, ακόμα και αν το γνωρίζαμε ήδη απ’ το βιβλίο. Και αυτό της το δίνω.


Η μεγαλύτερη, ωστόσο, συζήτηση δεν είναι γύρω από τον ρυθμό, αλλά από τη Μαρίνα (Fotini Peluso). Στο βιβλίο, η Μαρίνα είναι Γαλλίδα και αυτό δεν είναι μια απλή βιογραφική λεπτομέρεια, είναι δομικό στοιχείο του χαρακτήρα της. Είναι πιο άνετη με το φλερτ, με το σώμα της, με τη σεξουαλικότητά της. Δεν είναι αφελής, είναι απλώς ελεύθερη με τρόπο που η ελληνική κοινωνία της εποχής δεν μπορεί να διαχειριστεί. Στη σειρά, όμως, έχουμε μια Ιταλίδα Μαρίνα και μαζί της έρχεται μια διαφορετική ενέργεια με περισσότερη γλύκα, περισσότερη αθωότητα και μία σχεδόν παιδική ευγένεια που μετατοπίζει το βάρος της ιστορίας.



Δεν είναι ότι η τηλεοπτική Μαρίνα είναι «λάθος». Είναι άλλη και αυτή η διαφορά αλλάζει τη χημεία της ιστορίας. Εκεί που στο βιβλίο νιώθεις ότι η ηρωίδα καίγεται από επιθυμία και αυτοκαταστροφή, στη σειρά νιώθεις περισσότερο μια γυναίκα που παρασύρεται, που πληγώνεται επειδή δεν καταλαβαίνει εγκαίρως τι της συμβαίνει. Αυτό αποδυναμώνει σε σημεία τη σύγκρουση, αλλά ταυτόχρονα κάνει την πτώση της πιο σπαρακτική, γιατί μοιάζει λιγότερο με επιλογή και περισσότερο με μοίρα. Είναι άνευρη και αυτό τη γειώνει αρκετά. Και να θα συμφωνήσω με πολλές απόψεις που λένε ότι αυτή η αφήγηση, το σπικάζ της που εξηγεί κάθε λεπτομέρεια, χαλάει την ατμόσφαιρα.




Μέσα σε αυτό το σύμπαν, βλέποντας την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στον ρόλο της μάνας των δύο αδερφών, σκέφτηκα για ακόμη μία φορά ότι τελικά είναι καλύτερη στην τηλεόραση απ’ ό,τι στο θέατρο. Πιο γειωμένη, πιο ανθρώπινη, χωρίς τη θεατρική υπερβολή που συχνά βαραίνει τις ερμηνείες της στη σκηνή. Είναι ακριβής και πονάει εκεί που πρέπει.

Ας πάω και στις ερωτικές σκηνές τώρα. Πραγμαικά δεν είναι όσες συζητήθηκαν, ούτε τόσο «σκανδαλώδεις» όσο κάποιοι έσπευσαν να φωνάξουν. Δηλαδή σιγά, τι τηλεοπτικός πουριτανισμός είναι αυτός ξαφνικά; Είναι, όμως, ξεκάθαρες και αυτό, για την ελληνική τηλεόραση, εξακολουθεί να θεωρείται τόλμη. Ας ηρεμήσουμε λίγο, δεν είναι γυρισμένες για να σοκάρουν, αλλά για να δείξουν την επιθυμία ως κάτι υπαρκτό, σωματικό και κάποιες φορές ακόμα και άβολο. Και ναι, αντέχει ο μέσος τηλεθεατής, ίσως γιατί τελικά διψάει για κάτι που δεν τον αντιμετωπίζει σαν παιδί.

Η Μεγάλη Χίμαιρα έχει σίγουρα ατέλειες, έχει κοιλιές, έχει επιλογές που μπορείς να αμφισβητήσεις, έχει στιγμές που θα ήθελες να μείνουν λίγο παραπάνω στο φως, αλλά at the end of the day έχει ψυχή. Και αν στο τέλος νιώθεις λίγο πιο άδειος, λίγο πιο βαρύς, λίγο πιο σιωπηλός, τότε κάτι έκανε σωστά. Γιατί αυτή η σκηνή στο φινάλε, με τη Μαρίνα σε ένα ατελείωτο παραλήρημα πάνω στα βράχια, μπορεί να μοιάζει με αργό βασανιστήριο, αλλά αποκλείεται να μη τη σκέφτεσαι με μαύρη ψυχή για ώρες αφού κλείσεις την τηλεόραση.