
Το γνωστό βρετανικό μέσο Time Out κατέταξε τον Νέο Κόσμο στην τρίτη θέση σε μια λίστα με τις 40 πιο «κουλ» γειτονιές του κόσμου με βάση την αξιολόγηση των συντακτών του. Οι εγχώριες αντιδράσεις στο δημοσίευμα αυτό, θα λέγαμε ότι δεν ξεχείλιζαν από εθνική υπερηφάνεια αλλά είχαν είτε μια διάθεση υποτίμησης προς την γειτονιά του Νέου Κόσμου είτε μια αγωνία για το gentrification γειτονιών που μπορεί να φαντάζουν «τελευταία οχυρά».

Ποια είναι τα στοιχεία αυτά, όμως, που έχουν κάνει την γειτονιά του Νέου Κόσμου να συζητιέται τόσο έντονα; Η γειτονιά μπορεί να συνορεύει με το Μετς και το Παγκράτι και να κοιτάζει καταμέτωπα τους ιστορικούς λόφους της Ακρόπολης και του Φιλοπάππου, όμως ποτέ δεν είχε την αίγλη των παραπάνω περιοχών. Αντιθέτως, είναι μια γειτονιά άρρηκτα συνδεδεμένη με τις προσφυγικές ροές της Μικρασιατικής Καταστροφής και με την πληθώρα συνεργείων αυτοκινήτων, βιοτεχνιών και μικρομάγαζων που δεσπόζουν στην περιοχή. Μια γειτονιά στην οποία ανέκαθεν επικρατούσε το λαϊκό στοιχείο σε γνήσιες εκφάνσεις και απείχε παρασάγγας από τις «καλές» γειτονιές του κέντρου. Το σύνορο της λεωφόρου Συγγρού αλλά και της λεωφόρου Ηλιουπόλεως από την άλλη πλευρά φάνταζαν πάντα ισχυρές διαχωριστικές γραμμές.

Οι άλλοτε αγεφύρωτες διαφορές αυτών των γειτονιών μοιάζουν σήμερα λιγότερο έντονες. Αυτήν την αίσθηση αποκομίζει κανείς όταν διασχίζει για παράδειγμα τα πολυσύχναστα και δημοφιλή στέκια της οδού Μεναίχμου όπως οι «Επτά Μάρτυρες» και το «Amore Spritzeria» που μοιάζουν σαν να προσελκύουν αρκετό κόσμο από την απέναντι όχθη της Συγγρού. Ο Νέος Κόσμος, όμως, προτού ακόμη να συζητιέται τόσο έντονα, υπήρξε στέγη για εμβληματικούς χώρους της εναλλακτικής αθηναϊκής νύχτας. Πόσες και πόσοι άραγε έχουν κάποιες από τις πιο έντονες αναμνήσεις τους στο «Μπάτμαν» της οδού Βρεσθένης, έχουν να θυμούνται κάποια μουσική βραδιά στον «Σταυρό του Νότου» ή είδαν κάποια θεατρική παράσταση στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου»; Όσο για το φαγητό, ίσως ο πιο διάσημος γύρος στην Αθήνα να σερβίρεται στον «Αχιλλέα» της οδού Σπινθάρου, ο οποίος διατηρεί από το 1987 την ίδια χαρακτηριστική πινακίδα.

Τη νεότερη δημοφιλία του, βέβαια, η γειτονιά την οφείλει και σε δύο ακόμη οργανισμούς που εδρεύουν στις παρυφές του: τη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση που βρίσκεται στην Λεωφόρο Συγγρού από το 2010 και το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης που βρήκε μόνιμη στέγη στο εργοστάσιο ζυθοποιίας Φιξ της λεωφόρου Συγγρού. Αμφότεροι οι οργανισμοί «τράβηξαν» ένα κοινό προς την γειτονιά του Νέου Κόσμου με μια διάθεση να τον εξερευνήσει και να βρει εκεί τα στέκια του. Με λίγα λόγια, ο Νέος Κόσμος ήταν κατά κάποιον τρόπο ήδη «cool» για τους θαμώνες του, πολύ πριν να θεωρείται «cool» από ένα πιο διευρυμένο κοινό αλλά και από τα media.

Οφείλουμε, όμως, να δώσουμε και μια άλλη διάσταση στη συζήτηση. Είναι κατακλυσμιαίες οι αλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί στις γειτονιές της Αθήνας την τελευταία δεκαετία και αυτό αλλάζει και τη ματιά μας απέναντι στις αλλαγές που συντελούνται. Σε μια Αθήνα που υποδέχεται πολύ περισσότερους τουρίστες απ’ ότι παλιότερα και κάθε σημείο και γειτονιά της γίνεται θέμα συζήτησης στα social media, η αναζήτηση και η ανάγκη για διάσωση της αυθεντικότητας είναι κάτι που έχει αναδυθεί έντονα στο δημόσιο διάλογο. Ενάντια σε ένα ομογενοποιημένο και μαζικό προϊόν, τόσο οι τουρίστες όσο και οι κάτοικοι θα αναζητήσουν τα στοιχεία αυτά που είναι πρωτότυπα, έχουν ρίζες και ιστορία και δεν προσποιούνται κάτι άλλο από αυτό που είναι.
Ο Νέος Κόσμος είναι μια γειτονιά που έχει τέτοια στοιχεία. Με έντονο το προσφυγικό, το βιομηχανικό και το λαϊκό στοιχείο παρείχε πρόσφορο έδαφος για τολμηρά και εναλλακτικά εγχειρήματα, από αυτά που δεν μπορούν εύκολα να ευδοκιμήσουν σε άλλες «καλές» και παραδοσιακά πιο ακριβές γειτονιές. Το κυνήγι, όμως, της αυθεντικότητας έχει εγγενώς ένα παράδοξο: κυνηγώντας την αυθεντικότητα ως άλλοι θηρευτές μπορεί να συντελέσουμε στην εξαφάνισή της.
