
(ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)
Τι κόμματα χρειαζόμαστε; Μονολιθικά μορφώματα ή ανοιχτούς πολιτικούς οργανισμούς; Τι έχει ανάγκη η εποχή; Πολιτικές δυνάμεις άκαμπτες, με καταστατικά «σίδερο» και απόψεις αδιαπραγμάτευτες ή κομματικούς φορείς που αντιλαμβάνονται την πολιτική ως διεργασία σύνθεσης επιμέρους απόψεων;
Το ερώτημα δεν είναι φιλολογικού χαρακτήρα, ούτε τίθεται απλώς για θεωρητική συζήτηση. Προκύπτει κάθε φορά που κάποια πολιτικά στελέχη τολμούν να υποστηρίξουν απόψεις πιο τολμηρές, προωθημένες ή και σε απόσταση ακόμα από αυτές που εκφράζει κεντρικά ο πολιτικός χώρος στον οποίο κινούνται και ανήκουν. Με την ευγενική συνδρομή και ημών των δημοσιογράφων, οι οποίοι συνήθως αναζητούμε όχι τι ακριβώς λέει κάποιος, αλλά ποιον φέρνει σε δύσκολη θέση που το λέει, η δημόσια συζήτηση μοιάζει να προσκρούει σε απαγορεύσεις και να σταματά εκεί που αρχίζουν τα πολιτικά «ταμπού».
Κάτι τέτοιο συμβαίνει αυτές τις μέρες με την άποψη που υποστήριξαν για τα ελληνοτουρκικά δύο άνθρωποι που στηρίζουν το εγχείρημα Τσίπρα, ο Γιώργος Σιακαντάρης και ο Νίκος Μπίστης. Οι θέσεις τους στιγματίστηκαν ως «ενδοτικές» και «υποχωρητικές», το κυριότερο ωστόσο ήταν ότι «μεταφράστηκαν» ειδικά από το ΠΑΣΟΚ ως μέγα πρόβλημα για τον Τσίπρα και την ΕΛΑΣ, με την υπόμνηση ότι δεν είναι δυνατόν να μιλάς για «νέο πατριωτισμό» και να στεγάζεις θέσεις για συναινετική διαχείριση των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Θα μπορούσε να σημειώσει κανείς ότι ο Σιακαντάρης και ο Μπίστης υποστηρίζουν αυτές τις απόψεις επί ορισμένες δεκαετίες και τις υποστήριζαν προφανώς και όταν ο πρώτος ήταν Διευθυντής του ΙΣΤΑΜΕ και ο δεύτερος υφυπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης Σημίτη. Αλλά δεν είναι εδώ το θέμα. Το πρόβλημα που για άλλη μια φορά αναφύεται είναι ότι τα περισσότερα κομματικά στελέχη και πολλοί διαμορφωτές κοινής γνώμης μοιάζουν δεσμευμένοι σε μια υποχρεωτική ρητορική ασυμβίβαστων τόνων, απειλώντας με δημόσιο στιγματισμό όσους την παραβιάζουν.
Και όλα αυτά, την ώρα που κοινό μυστικό είναι ότι στο εσωτερικό της ελληνικής πολιτικής τάξης συνυπάρχουν δύο γραμμές για τα ελληνοτουρκικά, μία αδιαπραγμάτευτων θέσεων και μία μετριοπαθέστερης οπτικής, που τέμνουν οριζόντια το κομματικό σύστημα. Ποιος δεν ξέρει, για παράδειγμα, ότι παρόμοιες απόψεις με τον Μπίστη και τον Σιακαντάρη έχουν εκφράσει ή εξακολουθούν να εκφράζουν προβεβλημένα πρόσωπα από τη Δεξιά έως την Κεντροαριστερά και την Αριστερά, όπως και ποιος αγνοεί ότι η σκληρή γραμμή αντιμετώπισης της Τουρκίας εύρισκε και βρίσκει πάντοτε ακροατήριο στην Αριστερά.
Νωπή είναι άλλωστε η εμπειρία της Συμφωνίας των Πρεσπών, όπου τα δύο αυτά ρεύματα είχαν την ευκαιρία να συναντηθούν ξανά σε ένα άλλο μπρα ντε φερ, καλώντας οι μεν τον Αλέξη Τσίπρα να βάλει τέλος – όπως και έβαλε - σε μια αχρείαστη εχθροπάθεια και οι δε να μην εκχωρήσει στη γειτονική χώρα όνομα με τον όρο Μακεδονία. Από αυτή την αντιπαράθεση ορμώμενος και ο Σαμαράς μιλάει για τις «Πρέσπες του Αιγαίου», επιδιώκοντας να εντάξει στη γραμμή του κατευνασμού τους πάντες, εκτός φυσικά από τον ίδιο…