
(ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ / EUROKINISSI)
Μελετώντας τις έρευνες κοινής γνώμης, στην κυβέρνηση πρέπει να έχουν πειστεί ότι ο βασικός αντίπαλός τους εδώ και χρόνια παραμένει η ακρίβεια. Αυτή είναι που θρέφει τη διάχυτη δυσφορία, καθώς ροκανίζει όχι μόνο το ισχνό εισόδημα των αδύναμων οικονομικά και των νέων ανθρώπων, αλλά και τα οικονομικά της μεσαίας τάξης, του βασικού εκλογικού αιμοδότη της Νέας Δημοκρατίας.
Η σημερινή συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής, που πραγματοποιείται κατόπιν επίκαιρης ερώτησης που κατέθεσε ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ προς τον πρωθυπουργό, ανοίγει και πάλι το κουτί της ακρίβειας, αν και οι προσδοκίες να υπάρξουν απτά αποτελέσματα και νέα εργαλεία για την αντιμετώπιση της διαρκούς ανόδου των τιμών είναι εξαιρετικά μειωμένες.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης καλεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη να απαντήσει «αν προτίθεται να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου ή αν θα συνεχίσει να εκφράζει τη λύπη και τον θυμό του», οι απαντήσεις όμως που θα λάβει είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένες, καθώς ο πρωθυπουργός θεωρεί την ακρίβεια εισαγόμενο πρόβλημα, το οποίο προκαλεί η ενεργειακή κρίση και ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Η κυβέρνηση, άλλωστε, έχει δώσει συγκεκριμένο δείγμα γραφής: οχυρωμένη πίσω από τη θέση ότι «η ακρίβεια αντιμετωπίζεται μέσω της αύξησης των εισοδημάτων», αρνείται ουσιαστικά να προχωρήσει σε ουσιαστικές τομές που θα ανακούφιζαν τα νοικοκυριά. Περιορίζεται, έτσι, στη λήψη μέτρων που οι οργανώσεις των εργαζομένων και των καταναλωτών χαρακτηρίζουν επιδερμικού χαρακτήρα, όπως είναι οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου για την ανάσχεση της αθέμιτης κερδοφορίας, την ίδια ώρα που οι αυξήσεις στα είδη διατροφής και στα καύσιμα εκτροχιάζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, απαιτούνται παρεμβάσεις ικανές να αλλάξουν το τοπίο, καθώς η συμφωνία στην οποία κατέληξε πρόσφατα η κυβέρνηση με παράγοντες της αγοράς να παραμείνουν ίδιες οι τιμές το επόμενο δίμηνο, ουσιαστικά δίνει παράταση στην ακρίβεια, όπως εύστοχα επισήμανε ο Νίκος Ανδρουλάκης.
Λύση υπάρχει και εφαρμόστηκε με επιτυχία στην Ευρώπη, άλλοτε μόνιμα και άλλοτε προσωρινά ως εργαλείο αντιμετώπισης της αύξησης των τιμών. Πρόκειται για τη μείωση ή ακόμα και τον μηδενισμό του ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα και στα καύσιμα, μέτρο που αποκλιμακώνει τις τιμές, με τις μειώσεις να περνούν αυτόματα στην τσέπη του καταναλωτή.
Αν εκεί ναι, γιατί όχι και εδώ; Τι είναι αυτό που εμποδίζει την κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο εργαλείο, αποκομίζοντας και πολιτικά οφέλη από μια τέτοια κίνηση;
Η απάντηση βρίσκεται στα φορολογικά υπερέσοδα και στα μεγάλα πλεονάσματα που ευνοεί η πολιτική διατήρησης του ΦΠΑ στα σημερινά επίπεδα, μικρό μέρος των οποίων διανέμεται σε κοινωνικές ομάδες μέσω «pass» και άλλων επιδομάτων, θρέφοντας έτσι την αντίληψη των «μερισμάτων ανάπτυξης» που το κράτος υποτίθεται πως επιστρέφει στους πολίτες.
Μόνο που τα χρήματα αυτά οι ίδιοι οι πολίτες τα έχουν «προπληρώσει» στο κράτος μέσω του πληθωρισμού και του υψηλού ΦΠΑ. Κοινωνική πολιτική με δανεικά – και, κυρίως, αγύριστα…