Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο

Το καλοκαίρι του «βρώμικου» ’89, ο Άρης Καραμπεάζης εκβίασε τους γονείς του για τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Και κέρδισε.

Κάθε μέρα του Αυγούστου η συντακτική ομάδα της Popaganda (και οι φίλοι της) διαλέγουν τον έναν εκείνον δίσκο που κλείνει μέσα του όλο το καλοκαίρι.

ΧΟΡΕΥΟ

Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χορεύω

(Minos, 1989)

Το καλοκαίρι του (βρώμικου) 1989 θα πρέπει να ήμουν πολύ προβληματισμένος. Δεν θυμάμαι βέβαια τώρα καν ποια τάξη του δημοτικού είχα τελειώσει και βαριέμαι να κάθομαι να μετράω και να τα υπολογίζω (αυτός είναι ένας από τους λόγους που κατά βάση πιστεύω ότι οι αυτοβιογραφίες είναι μούφα, εκτός από κάτι αυτοσχέδιους τύπους που κρατάνε ημερολόγιο - ντροπή τους). Τέλος πάντων, το (μάλλον μοναδικό) πρόβλημα μου ήταν ότι επρόκειτο να κυκλοφορήσει ο νέος δίσκος του Βασίλη Παπακωνσταντίνου και για μία περίοδο στη ζωή μου μετρούσα τις αλλαγές των εποχών και των χρόνων με κάθε νέο του δίσκο (βολεύει πιο πολύ από το φεγγάρι, ειδικά αν δεν είσαι τακτικός και δεν κρατάς ημερολόγιο). Εγώ πάλι κάπου στα μέσα του Ιούλη έπρεπε (παραδοσιακά) να «παρουσιαστώ» στη δεύτερη κατασκηνωτική περίοδο του γνωστού sports camp της Χαλκιδικής, που με έκανε τον αθληταρά που είμαι σήμερα. Πως θα περνούσαν είκοσι μία (21) μέρες από τη ζωή μου χωρίς να έχω στα χέρια μου το παράδοξα τιτλοφορημένο (για τις συνήθειες του δημιουργού του) Χορεύω; Είναι σίγουρο ότι θα αποκτούσα σωρεία ψυχοκαταθλιπτικών  συνδρόμων, τα οποία τώρα που μιλάμε θα έβγαζα στο γιο μου, οπότε κάτι έπρεπε να κάνω άμεσα για να σωθεί το καημένο το νήπιο του μέλλοντος.

Το να αγοράσω τον δίσκο σε βινύλιο, να τον ακούσω 1-2 μέρες στο σπίτι, στη συνέχεια άλλες 1-2 μέρες μέχρι την κατασκήνωση και πάλι ξανά στην στέρηση για τις διακοπές με τους γονείς (φυσικά και δεν θυμάμαι που πήγαμε), ικανοποιούσε ελάχιστα όχι τόσο τη μουσικοφιλία μου, όσο την πρόωρα καταναλωτική ψυχή μου, η οποία ζητούσε κάτι παραπάνω. Και το πήρε με τα πολλά. Ήδη είχε σκάσει στην πιάτσα η είδηση της κυκλοφορίας του δίσκου (δηλαδή το δισκοπωλείο Ταξίδης στον πιο κεντρικό δρόμο Καλαμαριάς είχε τοποθετήσει την σχετική αφίσα) και είχα θέσει σε εφαρμογή το ιδανικό σχέδιο, που θα περιελάμβανε και πρωτότυπο format και ικανό hardware, αρκετά χρόνια πριν οικειοποιηθώ συναισθηματικά αμφότερους τους όρους.

Τα πάντα κατέληγαν στο εξής δεδομένο: θα πάμε στον Ταξίδη να αγοράσουμε το δίσκο σε κασέτα εταιρείας και θα πάμε και στην απέναντι ηλεκτραγορά να αγοράσουμε ένα διπλό κασετόφωνο για να την ακούω παντού και πάντα. Το τελευταίο αποτελούσε το μέχρι τότε μέγιστο όνειρο, της μέχρι τότε ζωής μου. Και θα συνέχιζε να αποτελεί όνειρο τελικά κατά πως έδειχναν τα πράγματα, καθώς η κασέτα εταιρείας ναι μεν αγοράστηκε, αλλά εγώ επιβιβάστηκα στο λεωφορείο για τη Χαλκιδική έχοντας στο σακίδιο μου ένα ταπεινό Walkman και μόνο, και αυτό ούτε καν της Sony. Το καλοκαίρι μύριζε πρόωρο θάνατο για τη δική μου κοντινή Αμερική, αλλά δεν είχα πει ακόμη την τελευταία μου λέξη.

Οι παιδικές κατασκηνώσεις τώρα, τω καιρώ εκείνω που δεν υπήρχαν smartphones και tablets, και τα παιδιά λαχταρούσαν ταπεινά πράγματα όπως «διπλά κασετόφωνα», είχαν ένα τηλεφωνείο, που σε έπαιρναν οι γονείς σου να δουν αν όλα πάνε καλά, αν τρως, πλένεσαι, ενεργείσαι κανονικά κλπ. και ότι τους λείπεις και θα έρθουν το άλλο Σ/Κ που είναι το πρώτο επισκεπτήριο. Υπήρχε μάλιστα και εγκατεστημένη μεγαφωνική σε όλο το camp, “Τα αδέρφια Καραμπεάζη να έρθουν στο τηλεφωνείο” και τα ρέστα. Οι δικοί μας γονείς αντί να πληροφορούνται όλα τα παραπάνω χρήσιμα, άκουγαν κατά σειρά εμφανίσεως το ένα αδέλφι Καραμπεάζη να μυξοκλαίει και να τους λέει ότι καλύτερα θα είναι να έρθουν να το πάρουνε στο σπίτι πριν τους βρει κανά κακό, και το έτερο ομοίως να μυξοκλαίει και να τους λέει ότι στο πρώτο επισκεπτήριο καλά θα κάνουν να εμφανιστούν με το διπλό κασετόφωνο στο χέρι, μην τους βρει κανένα μεγαλύτερο κακό από το προηγούμενο. Θεωρώντας προφανώς ότι με τον δεύτερο σμπάρο θα πετύχαιναν δύο τρυγόνια, εμφανίστηκαν πράγματι μετά από καμία βδομάδα, με ένα (όχι και τόσο εντυπωσιακό σε όψη, αλλά ικανό σε απόδοση) AIWA, διπλής κασέτας ασφαλώς, με autoreverse, ταχεία εγγραφή, κοκκινόμαυρο (σαν να το είχαμε κερδίσει σε χορό του Απόλλωνα Καλαμαριάς) και αδηφάγο ως προς τις μπαταρίες που κατανάλωνε, μηχάνημα, το οποίο εκτός των άλλων και όπως δεν είχα προβλέψει, ενέτεινε και τη δημοφιλία μου στην κλειστή κατασκηνωτική κοινωνία για αρκετά από τα επόμενα χρόνια. Επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη αφήνοντας μου το κασετόφωνο και παίρνοντας πίσω τον αδελφό μου, deal που δέχτηκα με σχετική ικανοποίηση.

Το Χορεύω με μόλις εννιά τραγούδια, κατάφερε πολλά περισσότερα από το σαφώς καλύτερο Όλα Από Χέρι Καμμένα, της προηγούμενης χρονιάς (με Μικρούτσικο στη μουσική και Τριπολίτη στους στίχους) και ίσως και να κυκλοφόρησε κάπως βεβιασμένα, με αυτόν ακριβώς τον στόχο, εξ’ ου και η σύντομη διάρκεια σε συνδυασμό με την ποικιλία των συντελεστών. Καθιερώνει τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου ως stadium icon, κυρίως μέσα από το σαρωτικό πέρασμα του τραγουδιού "Ελλάς", γηπεδικό, αβανταδόρικο και απλουστευτικά προβληματισμένο. Τυπικό δείγμα της συνθετικής οργής του οιονεί outlaw Σταμάτη Μεσημέρη, που υπογράφει μόλις τρία τραγούδια, αλλά καταφέρνει να σφραγίσει ανεξίτηλα την αισθητική του δίσκου, στην αυθαίρετα εξαρχειώτικη οργή, η οποία είχε εισαχθεί στη δισκογραφία του Βασίλη, ήδη από τα Χαιρετίσματα του 1987, με τη συνδρομή εκεί του Νικόλα Άσιμου. Το καλύτερο τραγούδι του δίσκου είναι ασφαλώς το "Βικτώρια", όπου σε στίχους του Άλκη Αλκαίου, ο Παπακωνσταντίνου επανακτά το zeitgeist της ηλεκτρικής αστικής μπαλάντας, που καταλήγει σε ντελίριο ένθεης ροκ μανίας, στην οποία συγκρούεται, αλλά δεν κατακερματίζεται, η αιώνια κραυγή του Βασίλη. Στο ίδιο ακριβώς κλίμα, αλλά με σαφώς λιγότερο αγαθές προθέσεις, το "Για Μένα τραγουδώ" (διασκευή στο "Crusader" του Chris De Burgh), όπου αποτυπώνεται γλαφυρά η εδραίωση του Βασίλη ως εγχώριου λαϊκού ροκ ήρωα, που ακολουθεί άγνωστους μαλλιάδες σε σκοτεινά στενά, για να γλυτώσει από το κυνήγι της γκόμενας μες στο κεφάλι του. Σε κάθε επόμενο δίσκο του μέχρι και σήμερα, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και οι εκάστοτε συνεργάτες του  αναπαράγουν, λιγότερο ή περισσότερο, τις εν λόγω συνταγές, συνεπώς το Χορεύω μπορεί να θεωρηθεί ότι ολοκληρώνει μαζί με την δεκαετία και τον πρώτο και ουσιαστικότερο κύκλο της δισκογραφίας του.

Όλα τα παραπάνω ελάχιστη σημασία είχαν το καλοκαίρι του 1989, όπως ελάχιστη σημασία είχε και το γεγονός του ότι την κατασκηνωτική μου  κασετοθήκη συμπλήρωνε μεταξύ άλλων το Master Of Puppets των Metallica, καθώς ως πρόωρα ώριμη επιλογή αλληλοεξουδετερώνονταν με το Natin Fatin του Χάρρυ Κλυνν (το οποίο πάντως συνέχιζα να ακούω αποκλειστικά στο Walkman). Πολλά χρόνια αργότερα δέχτηκα ένα e-mail από τον Σταμάτη Μεσημέρη, στο οποίο με ευχαριστούσε για κάτι που μάλλον αόριστα του είχα αποδώσει ως credit σε σχέση με ένα τραγούδι των Film, και στο οποίο ήταν το ίδιο ευγενικός και παραπονούμενος, όπως τον θυμάμαι σε κάθε του συνέντευξη. Είχε προηγηθεί μία νέα, αλλά παντελώς άχαρη, συνεργασία του με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, με τον ταιριαστό για την περίσταση τίτλο Βατόμουρα, και κάπως έτσι και ανοήτως δεν εδέησα να  του απαντήσω ποτέ, μέχρι που έμαθα ότι πέθανε, και ένιωσα ό,τι τέλος πάντων θα ένιωθε ο καθένας σε τέτοιες περιπτώσεις. Στην επόμενη επίσκεψη μου για δίσκους στο Μοναστηράκι, θεώρησα σωστό να αποκτήσω επιτέλους το Χορεύω και σε βινύλιο, αποκαθιστώντας την όποια διαταραγμένη καρμική τάξη γύρω μου. Σε τέσσερα χρόνια από τώρα κλείνουν τριάντα χρόνια από την κυκλοφορία του δίσκου, το θεωρώ απίθανο (και αχρείαστο) να κυκλοφορήσει κάποιο επετειακό box set, αν τυχόν όμως γίνει κάτι τέτοιο είμαι πλέον πανέτοιμος να συνδράμω στα liner notes.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ "ΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ"
NEWS
Save