Από τις βιτρίνες των φούρνων μέχρι τις γωνιές των δρόμων, τον προσέλκυαν οι λαχταριστές τούρτες με το πλούσιο γλάσο και τα γυαλιστερά χοτ ντογκ, ενώ τα σχήματα των μηχανημάτων για τσίχλες και η απλότητα ενός καφέ τον ιντρίγκαραν εξίσου.
Στα χέρια του καλλιτέχνη, αυτά τα κοινότυπα μοτίβα μετουσιώνονταν σε υψηλή τέχνη μέσα από την παραδοσιακή ελαιογραφία. Η πορεία του, ωστόσο, δεν ήταν προδιαγεγραμμένη.
Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως εικονογράφος, σκιτσογράφος και καλλιτεχνικός διευθυντής κατά τις δεκαετίες του ’40 και του ’50, προτού κάνει τη μεγάλη στροφή προς τον καμβά.



Η καθοριστική στιγμή ήρθε το 1956 όταν η συνάντησή του με τον διάσημο Ολλανδο-Αμερικανό ζωγράφο και ηγετική φυσιογνωμία του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, Βίλεμ ντε Κούνινγκ (Willem de Kooning) στάθηκε η κύρια πηγή της έμπνευσής του.
Παρά τη μεγάλη επιτυχία του στις ΗΠΑ, ο καλλιτέχνης παραμένει λιγότερο γνωστός στο βρετανικό κοινό.
Η τρέχουσα έκθεση στη Courtauld Gallery του Λονδίνου αποτελεί την πρώτη του παρουσίαση στη χώρα - μια κίνηση που, όπως επισημαίνουν οι επιμελητές του μουσείου, «ήταν επιβεβλημένη και είχε καθυστερήσει εδώ και πολύ καιρό».