Η Κρίστα Γκέιλ Πάικ επέζησε την Τετάρτη (30/9) από την απόπειρα εκτέλεσής της, αφού της χορηγήθηκαν δύο δόσεις του θανατηφόρου φαρμάκου πεντοβαρβιτάλη, σύμφωνα με τους δικηγόρους της.
Η 50χρονη Πάικ ήταν ζωντανή και ροχάλιζε δυνατά μετά την αποτυχημένη εκτέλεση και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο από τη φυλακή, ανέφεραν οι δικηγόροι της. Νοσηλευόταν σε νοσοκομείο, χωρίς ωστόσο οι συνήγοροί της να έχουν ενημερωθεί για την κατάστασή της.
Η εκτέλεσή της είχε προγραμματιστεί για τις 10 το πρωί της Τετάρτης, για τη δολοφονία που διέπραξε σε ηλικία 18 ετών. Θα ήταν η πρώτη γυναίκα που εκτελείται στο Τενεσί εδώ και περισσότερα από 200 χρόνια.
Ειδικός σε θέματα θανατικής ποινής χαρακτήρισε το περιστατικό πρωτοφανή αποτυχία, ενώ ο κυβερνήτης του Τενεσί, Μπιλ Λι, ανέστειλε τις υπόλοιπες προγραμματισμένες εκτελέσεις για το υπόλοιπο του έτους.
Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα που κατέθεσαν αργά την Τετάρτη οι δικηγόροι της Πάικ, οι Αρχές τής χορήγησαν δύο δόσεις πεντοβαρβιτάλης. Η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε προηγουμένως αφαιρέσει την πεντοβαρβιτάλη από το ομοσπονδιακό πρωτόκολλο θανατηφόρας ένεσης με ένα μόνο φάρμακο, λόγω ανησυχιών για το ενδεχόμενο πρόκλησης περιττού πόνου και ταλαιπωρίας.
Ο κυβερνήτης Μπιλ Λι δήλωσε ότι διέταξε «μια ολοκληρωμένη, ανεξάρτητη αξιολόγηση, προκειμένου να διαπιστωθεί ακριβώς τι συνέβη» και ότι η επόμενη προγραμματισμένη εκτέλεση δεν θα πραγματοποιηθεί φέτος.
«Η εκτέλεση μιας ποινής που έχει επιβληθεί νόμιμα αποτελεί μία από τις σοβαρότερες ευθύνες της Πολιτείας και οι πολίτες του Τενεσί αναμένουν να πραγματοποιείται με τρόπο που δεν είναι μόνο νόμιμος και συνταγματικός, αλλά και αποτελεσματικός», ανέφερε.

Το υπουργείο Διόρθωσης του Τενεσί δήλωσε ότι οι αρμόδιοι «ακολούθησαν κάθε βήμα του νόμιμου και καθιερωμένου πρωτοκόλλου εκτέλεσης της Πολιτείας, το οποίο έχει εγκριθεί από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα».
Σύμφωνα με την Independent, το πρωτόκολλο εκτέλεσης της Πολιτείας προβλέπει τη χορήγηση μιας δεύτερης σειράς συριγγών με φάρμακα «εάν ο κρατούμενος δεν έχει πεθάνει» μετά την πρώτη σειρά. Ωστόσο, δεν διευκρινίζει τι πρέπει να συμβεί εάν το άτομο παραμένει ζωντανό και μετά τη δεύτερη δόση.
Η Robin M. Maher, εκτελεστική διευθύντρια του Death Penalty Information Center, δήλωσε ότι αυτό που συνέβη στην Πάικ είναι «μοναδικό και χωρίς προηγούμενο». Όπως λέει, ακόμα επτά άνθρωποι έχουν επιβιώσει από ιατρικά προβλήματα κατά τη διάρκεια εκτελέσεων, επειδή οι ομάδες εκτέλεσης δεν κατάφεραν να αποκτήσουν πρόσβαση σε φλέβα για τη χορήγηση των θανατηφόρων φαρμάκων. Ωστόσο, κανείς δεν είχε παραμείνει ζωντανός αφού του είχαν χορηγηθεί τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται σε τέτοιες εκτελέσεις.
Δημοσιογράφοι που παρακολουθούσαν τη διαδικασία από ξεχωριστό δωμάτιο ανέφεραν ότι οι υπεύθυνοι άνοιξαν τις κουρτίνες του θαλάμου εκτέλεσης στις 19:27, αποκαλύπτοντας την Πάικ δεμένη σε ένα φορείο.
Τα «τελευταία λόγια» της Κρίστα Πάικ
«Θα φύγω από αυτόν τον κόσμο όπως πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, δηλαδή με αγάπη», είπε στα «τελευταία» της λόγια. Δήλωσε ότι αισθανόταν γαλήνια.
Ωστόσο, η Πάικ παρέμεινε ξύπνια και κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι της και ρώτησε τους υπαλλήλους της φυλακής αν ήταν φυσιολογικό να αισθάνεται έτσι το χέρι της. Δεν ήταν σαφές σε τι ακριβώς αναφερόταν.
Στις 20:26, οι δημοσιογράφοι που παρακολουθούσαν τη διαδικασία ανέφεραν ότι είχε χορηγηθεί η δεύτερη δόση πεντοβαρβιτάλης. Η Πάικ συνέχισε να ροχαλίζει πίσω από την κλειστή κουρτίνα έως τις 20:53, όταν το μικρόφωνο έκλεισε. Εκείνη τη στιγμή ανακοινώθηκε στους δημοσιογράφους ότι έπρεπε να αποχωρήσουν.

Οι δικηγόροι της Πάικ κατέθεσαν αργά την Τετάρτη επείγουσα προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο του Τενεσί, ζητώντας να διακοπεί και να ανασταλεί άμεσα η εκτέλεση. Υποστήριξαν ότι η πελάτισσά τους βρισκόταν σε «περιττή αγωνία» και ότι παραβιαζόταν το δικαίωμά της να εκτελεστεί χωρίς σκληρή και ασυνήθιστη τιμωρία. Παράλληλα, κατέθεσαν προσφυγές στο Έκτο Εφετείο και σε ομοσπονδιακό περιφερειακό δικαστήριο.
Στην ίδια φυλακή έγινε αποτυχημένη εκτέλεση τον Μάιο
Ήταν η δεύτερη φορά φέτος που το Τενεσί δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει εκτέλεση. Τον Μάιο, οι πολιτειακές Αρχές ματαίωσαν τη θανατηφόρα ένεση του Tony Carruthers, ο οποίος είχε καταδικαστεί για την απαγωγή και τη δολοφονία τριών ανθρώπων το 1994, αφού οι εκτελεστές προσπάθησαν επί περισσότερο από μία ώρα, χωρίς επιτυχία, να τοποθετήσουν ενδοφλέβια γραμμή για τη χορήγηση πεντοβαρβιτάλης.
Η ομάδα που κλήθηκε να του χορηγήσει την θανατηφόρα ένεση, επί μια ώρα πάλευε να βρει την κατάλληλη φλέβα για τη δευτερεύουσα ενδοφλέβια και μια κεντρική φλεβική γραμμή, όπως απαιτεί το Πρωτόκολλο Θανατηφόρας Ένεσης της Πολιτείας. Σε αυτό που ισχύει από τον Γενάρη του 2025 αναφέρεται το μονοφάρμακο πεντοβαρβιτάλη και απαιτεί δυο ενδοφλέβιες: την primary (κύρια) που χρησιμοποιείται για τη χορήγηση των θανατηφόρων φαρμάκων και την backup (δευτερεύουσα), η οποία «λειτουργεί» ως εφεδρική, σε περίπτωση που αποτύχει η κύρια οδός.
Αν δηλαδή, βγει η βελόνα ή φράξει ή δεν περνούν σωστά τα φάρμακα. Σημειώνεται πως η δευτερεύουσα γραμμή είναι υποχρεωτική. Δηλαδή, δεν μπορεί να προχωρήσει η εκτέλεση αν δεν έχουν τοποθετηθεί και οι δύο.
Εάν δεν βρεθεί φλέβα, το πρωτόκολλο προβλέπει προσπάθεια για κεντρική φλεβική γραμμή, σε μεγάλες φλέβες κάτω από την κλείδα ή στο λαιμό. Αν δεν πετύχει και αυτή, η διαδικασία διακόπτεται.
Αυτό έγινε με τον Carruthers, αφότου του είχαν «γαζώσει» χέρια και πόδια, προσπαθώντας να βρουν φλέβα για μια ώρα. Τότε, ο κυβερνήτης Λι έδωσε εντολή, για αναστολή της εκτέλεσής του για ένα χρόνο.
Τι είναι η πεντοβαρβιτάλη;
Η πεντοβαρβιτάλη είναι ένα βαρβιτουρικό που επιβραδύνει τη δραστηριότητα του εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος και χρησιμοποιείται συχνά από γιατρούς για την αντιμετώπιση επιληπτικών κρίσεων και σπασμών.
Στις εκτελέσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα είτε μόνη της. Μέχρι στιγμής φέτος, 14 κρατούμενοι έχουν εκτελεστεί με εφάπαξ δόση πεντοβαρβιτάλης: επτά στο Τέξας, έξι στο Μιζούρι και ένας στη Τζόρτζια.
Στις ΗΠΑ, η πεντοβαρβιτάλη είναι γνωστή με την εμπορική ονομασία Nembutal.
Παρά τη περιορισμένη διαθεσιμότητά της, έχει χρησιμοποιηθεί σε πολλές περιπτώσεις ευθανασίας ή υποβοηθούμενης αυτοκτονίας σε διάφορες χώρες.
Ανήκει στην κατηγορία των φαρμάκων που ονομάζονται βαρβιτουρικά. Αναπτύχθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα και καταστέλλουν διάφορες λειτουργίες του εγκεφάλου. Τα βαρβιτουρικά έχουν χρησιμοποιηθεί για πολλούς σκοπούς, μεταξύ άλλων για την αντιμετώπιση διαταραχών ύπνου, επιληψίας και τραυματικών εγκεφαλικών κακώσεων.
Σε υψηλές δόσεις, τα συγκεκριμένα φάρμακα μπορούν να προκαλέσουν καταστολή της αναπνοής και θάνατο. Λόγω των κινδύνων που συνδέονται με την υπερδοσολογία, έχουν αποσυρθεί από τη συνήθη ιατρική χρήση τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Γιατί την είχε αποσύρει η κυβέρνηση Μπάιντεν
Οι πολιτείες των ΗΠΑ χρησιμοποιούν διαφορετικά φάρμακα και συνδυασμούς φαρμάκων στις θανατηφόρες ενέσεις. Δύο από τα συνηθέστερα είναι η μιδαζολάμη και η πεντοβαρβιτάλη.
Ο Γενικός Εισαγγελέας Μέρικ Γκάρλαντ, τις τελευταίες ημέρες της κυβέρνησης Μπάιντεν, απέσυρε το πρωτόκολλο θανατηφόρας ένεσης με πεντοβαρβιτάλη, αφού κυβερνητική αξιολόγηση της επιστημονικής και ιατρικής βιβλιογραφίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εξακολουθεί να υπάρχει «σημαντική αβεβαιότητα» σχετικά με το κατά πόσο η χρήση της προκαλεί περιττό πόνο και ταλαιπωρία.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης επανέφερε φέτος τη χρήση θανατηφόρας ένεσης με ένα μόνο φάρμακο, την πεντοβαρβιτάλη, η οποία είχε χρησιμοποιηθεί για 13 εκτελέσεις κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ — περισσότερες από οποιονδήποτε άλλο πρόεδρο στη σύγχρονη ιστορία.
Έκθεση της κυβέρνησης Τραμπ υποστήριξε ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν «έκανε λάθος ως προς τα πρότυπα και την επιστήμη». Σύμφωνα με την έκθεση, τα συμπεράσματα της κυβέρνησης Μπάιντεν, μεταξύ άλλων, «δεν έλαβαν υπόψη τα συντριπτικά στοιχεία» σύμφωνα με τα οποία ένας κρατούμενος που λαμβάνει πεντοβαρβιτάλη «χάνει γρήγορα τις αισθήσεις του — γεγονός που τον καθιστά ανίκανο να βιώσει πόνο».
«Η προηγούμενη κυβέρνηση απέτυχε στο καθήκον της να προστατεύσει τον αμερικανικό λαό, αρνούμενη να επιδιώξει και να εφαρμόσει την έσχατη τιμωρία για τους πιο επικίνδυνους εγκληματίες, συμπεριλαμβανομένων τρομοκρατών, δολοφόνων παιδιών και αστυνομικών», δήλωσε τότε ο υπηρεσιακός Γενικός Εισαγγελέας Τοντ Μπλανς. «Υπό την ηγεσία του προέδρου Τραμπ, το υπουργείο Δικαιοσύνης εφαρμόζει και πάλι τον νόμο και στέκεται στο πλευρό των θυμάτων».
Από την επαναφορά της θανατικής ποινής στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1970, έχουν εκτελεστεί περισσότεροι από 1.600 κρατούμενοι, στη συντριπτική τους πλειονότητα από τις πολιτειακές Αρχές.