
Την Τετάρτη στον Guardian, ο ελληνικής καταγωγής αρθρογράφος Chris Cotonou έθεσε το ερώτημα πώς γίνεται η νέα «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, μία από τις πιο πολυαναμενόμενες κινηματογραφικές παραγωγές της χρονιάς, να μην περιλαμβάνει Έλληνες συντελεστές σε κεντρικές θέσεις.
Όχι απαραίτητα έναν Έλληνα Οδυσσέα, αλλά έστω μια ορατή ελληνική παρουσία σε ένα έργο που πατά πάνω στο πιο αναγνωρίσιμο κείμενο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.
Το ερώτημα μοιάζει απλό και κάπως παιχνιδιάρικο, αλλά κρίνοντας από τις αντιδράσεις μέχρι στιγμής, δεν είναι.
Γιατί πίσω από τη συζήτηση για το casting κρύβεται κάτι άβολο, ίσως και εκρηκτικό για τους Έλληνες της ομογένειας - και όχι μόνο: το ζήτημα της πολιτιστικής ιδιοκτησίας.
Αντίστοιχα ερωτήματα έχουν συζητηθεί κι από άλλους λαούς. Πόσο βρετανικός είναι ο Σαίξπηρ; Πόσο Γάλλος είναι ο Μολιέρος; Πόσο Γερμανός είναι ο Γκαίτε; Και άρα, πρωτίστως, πόσο Έλληνας είναι ο Όμηρος;
Το κλασικό έργο έχει πατρίδα, όμως πόσο πολύ ανήκει σε αυτήν; Ή μήπως επειδή έγινε κλασικό, έπαψε να ανήκει αποκλειστικά σε οποιονδήποτε;
Ο Νόλαν, με τον τρόπο του, απάντησε και ναι και όχι. Απάντησε «όχι» επειδή η παραγωγή του δεν φαίνεται να θεώρησε αναγκαία την ελληνική παρουσία στο cast.
Η «Οδύσσειά» του θα είναι μια παγκόσμια υπερπαραγωγή με ονόματα που απευθύνονται στη διεθνή αγορά. Είναι αυτονόητο πως δεν θα μπορούσε να βρίσκεται στις φιλοδοξίες του μια συνομιλία με τη σύγχρονη ελληνικότητα.
Είναι άλλο το «θέμα» του. Ο Νόλαν δημιουργεί στις ΗΠΑ, σκέφτεται σε παγκόσμια κλίμακα και απευθύνεται σε ένα κοινό που αγοράζει εισιτήριο για να δει θέαμα, πλοκή, σταρ και το σκηνοθετικό αποτύπωμα ενός από τους μεγαλύτερους δημιουργούς της εποχής μας.
Απάντησε όμως και «ναι», επειδή μέρος των γυρισμάτων έγινε στην Ελλάδα. Η χώρα βρέθηκε στις προτεραιότητες της παραγωγής ως σύνδεση με το παρελθόν, και ως γεωγραφικός τόπος, είτε, πιο πεζά, λόγω της κρατικής επιχορήγησης των 6,5 εκατομμυρίων ευρώ. Η Ελλάδα, λοιπόν, υπάρχει στην ταινία. Υπάρχει ως τοπίο, ως φόντο, ως μυθικό περιβάλλον.
Το πραγματικό ερώτημα για τους Έλληνες λοιπόν είναι αν ο ελληνικός μύθος υπάρχει και ως ζωντανή πολιτιστική οντότητα όπως θα ήθελαν ή απλώς ως σκηνικό πάνω στο οποίο άλλοι αφηγούνται τη δική τους κληρονομιά.
Όμως αυτό συμβαίνει εδώ και αιώνες, και όχι μόνο με τους ελληνικούς μύθους. Οι μακρόπνοοι μύθοι μετακινούνται, μεταφράζονται, παραμορφώνονται, ξαναγεννιούνται. Η διαφορά είναι ότι στη σημερινή εποχή κάθε μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή συζητά την υλοποίηση μιας σεναριακής ιδέας με εξαντλητικά κριτήρια και επομένως ο ελληνικός μύθος οφείλει να γίνει πανανθρώπινο κτήμα άμεσα, γρήγορα, κερδοφόρα.
Η «Οδύσσεια» του Νόλαν πρέπει να ανταποκριθεί σε αυτές τις απαιτήσεις.
Ο Cotonou γράφει ότι οι Έλληνες αντιδρούν επειδή δεν θέλουν να μείνουν έξω από το ταξίδι του νόστου. Υπονοεί την επιμονή να επιστρέψεις εκεί απ’ όπου ξεκίνησες, ακόμα κι αν ο κόσμος έχει αλλάξει. Είναι μια όμορφη, σχεδόν ρομαντική εκδοχή της υπόθεσης.
Υπάρχει, όμως, και μια πιο πεζή και ίσως πιο ειλικρινής εκδοχή. Οι Έλληνες να μην νιώθουν μόνο ότι χάνουν το πλοίο της επιστροφής, αλλά να νιώθουν ότι χάνουν την Ωραία Ελένη. Την ιδεατή κληρονομιά τους. Την εικόνα του εαυτού τους, όπως θα ήθελαν να την αναγνωρίζει ο κόσμος. Και τότε, όπως σε κάθε υπόθεση ιδιοκτησίας, εξαπολύουν επιθέσεις για να την πάρουν πίσω.