
Μια επαγγελματική υποχρέωση στη Θεσσαλονίκη μεταμορφώθηκε σε ταξιδάκι αναψυχής, και ο λόγος είναι το πνεύμα της Ανατολής που κάνει κουμάντο στην πόλη αυτή και τους ανθρώπους της. Στα είκοσι λεπτά της διαδρομής για το ξενοδοχείο, με το που πάτησα δηλαδή το πόδι μου στη συμπρωτεύουσα, ο ταξιτζής άνοιξε την καρδιά του να βγουν τα σεκλέτια του.
Μου εξιστόρησε γάμους και διαζύγια, θανάτους και γεννήσεις, και καθώς μπήκαμε στο κέντρο έπιασε στο στόμα του τις χάρες και τα κουσούρια της πόλης του: τη διαβολεμένη κίνηση, το «μια σταλιά μετρό», τα φεστιβάλ και τις εκθέσεις, την Πολιτεία που ξεχνάει τη Νύμφη του Θερμαϊκού, το ιαματικό αγνάντεμα της θάλασσας από το λιμάνι και τις παλιές αποθήκες: «Με έχει πει πελάτης να τον πάω στον προορισμό του κάνοντας έναν κύκλο για να περάσουμε από την παραλία, να δει τη θάλασσα να ξεσκάσει». Στη Θεσσαλονίκη, οι αντωνυμίες αγαπούν την αιτιατική.
Πλάκα με κάνεις!
-Σταματάς το μεσημέρι για έναν υπνάκο;
-Πλάκα με κάνεις; Εμείς δεν είμαστε σαν εσάς. Ξεκουραζόμαστε εδώ πάνω. Δεν έχουμε χαλάσει.
Αυτές είναι οι τελευταίες του κουβέντες πριν χαιρετηθούμε και μπω στο μέτριο ξενοδοχείο, που έγινε υποφερτό χάρη στα χαμόγελα των ανθρώπων που εργάζονται σε αυτό. «Αλλά τι σε νοιάζει το ξενοδοχείο Ελένη; Δεν ήρθες γι’ αυτό», είπα στον εαυτό μου και προσαρμόστηκα. Έκανα ένα γρήγορο ντους και ξανοίχτηκα στα βαθιά ψάχνοντας για τροφή.
Κουβέντα στο ταξί νούμερο 2 και αποχαιρετισμός: «Ο Τραμπ κάνει ό,τι θέλουν οι Εβραίοι. Πέντε ευρώ και είμαστε εντάξει».
Συναντιέμαι με συναδέλφους στον Νέο Γαλέριο, ένα παραδοσιακό μεζεδοπωλείο –πες το και ταβέρνα– εκεί που δοκιμάζω για πρώτη φορά ψητή λαχανίδα. Ο κατάλογος μακρύς και λαχταριστός, τα ψάρια που φτάνουν στο τραπέζι μυρίζουν θάλασσα, τα σαρμαδάκια –ντολμαδάκια γιαλαντζί– μικρά για να γίνονται εύκολα μια μπουκιά. Παρασκευή και Σάββατο δεν βρίσκεις τραπέζι, μαθαίνω. Είναι Τετάρτη και είναι γεμάτο. Και χωράνε όλοι: φοιτητές και καθηγητές πανεπιστημίου, δημοσιογράφοι για το φεστιβάλ, γκέι μεσήλικα ζευγάρια, μεγαλοκοπέλες που το ρίχνουν έξω, «fluid» πιτσιρίκια, «ματσίλες» που τα πίνουν στο μπαρ δίπλα στην ανοιχτή κουζίνα.
Ταξί νούμερο 3: «Στην Άνω Πόλη να πας». (Δεν πρόλαβα)
Η πόλη μας χωράει όλους
Στο πρωινό του ξενοδοχείου, γεμίζω το πιάτο μου με ολόφρεσκη μπουγάτσα –«με κρέμα», αποσαφηνίζω γιατί είμαι στη Θεσσαλονίκη και ό,τι έχει φύλλο είναι μπουγάτσα– και ξεχυλίζω το φλυντζάνι μου με καφέ. «Κακές» θερμίδες, καθόλου ίνες και μπόλικη καφεΐνη για να με κρατήσει σε εγρήγορση. Έχω μπροστά μου ένα επαγγελματικό ραντεβού και μιάμισι μέρα για βόλτες. Σε αυτές θα σταθώ:
Μεσημέρι μετά από δεύτερο καφέ τρέχω στο λιμάνι, στις «Αποθήκες» που εδρεύει το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης για την προβολή της ταινίας της Όλιας Βερροιοπούλου «Ιστορίες ενός ψέματος». (Μερικές μέρες μετά, απέσπασε το Βραβείο του ΕΚΚΟΜΕΔ. Καταχάρηκα).
Βγαίνοντας από την αίθουσα «Τζον Κασσαβέτης», βλέπω ένα ανομοιογενές πλήθος να λιάζεται λίγα μέτρα από το νερό, στις ξαπλώστρες και τους έξυπνα σχεδιασμένους τσιμεντένιους όγκους. Μοιράζομαι την εμπειρία και, παρά το «μαρτάκι» στο χέρι μου, ο ήλιος με πιάνει. Βιώνω το περίφημο «χαλαρά» λιώνοντας στο κυβικό παγκάκι, ώσπου να περάσει η ώρα και να συναντήσω τους φίλους του Βορρά –Θεσσαλονικιούς και Σερραίους– στο Σέμπρικο, πίσω από τα Δικαστήρια και κοντά στο Φρούριο του Βαρδαρίου. Παντοπωλείο-ταβέρνα (υπερισχύει η εστίαση) βγάζει τραπεζάκια έξω για να μπορούν και οι κοκκινόγατοι της γειτονιάς να κλέψουν και κανέναν μεζέ. «Έκαψα» το kitchen bar του Λιμανιού και τη βόλτα στα Λαδάδικα. Δε χωράνε όλα σε ένα ταξίδι-αστραπή. Προτίμησα να δοκιμάσω τα ζυμαρικά με τα θαλασσινά και τα καλοψημένα κρέατα του πολυσύχναστου Σέμπρικου, όπως η δημοφιλής Tomahawk.
View this post on Instagram
Με το Σέμπρικο έκλεισα τη γαστρονομική μου περιήγηση στην πόλη, δίχως να ματώσω οικονομικά. (Η Θεσσαλονίκη είναι μεγάλη φτωχομάνα. Το λέει και το τραγούδι). Αλλά πλήρωσα κάτι παραπάνω τρώγοντας παγωτό σε δημοφιλή gelateria. Δε βρήκα χρόνο για το Καφενείον Οδύσσεια και το Cheesecake & Co που βρίσκονται πίσω από τον σταθμό του μετρό «Αγίας Σοφίας», αλλά σφήνωσα μέσα στη μέρα μια βόλτα με φίλους Σαλονικιούς στην Επανωμή. Μισή ώρα από την πόλη, με παραλίες μοναχικές ακόμη και ουζερί που περιμένουν το καλοκαίρι, η Επανωμή έχει τη γλύκα της. Κυριολεκτικά, γιατί υπάρχει το ζαχαροπλαστείο του Τυμπάνη και μόλις έχει βγάλει τα πασχαλινά σοκολατένια αυγά του. Φεύγω με ένα από αυτά για τη βαφτιστήρα μου και επιστρέφω στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστώ. Με παίρνει ο ύπνος και χάνω ένα από τα πάρτι του φεστιβάλ.
Σουβενίρ πήρες;
Η μέρα της επιστροφής ξημέρωσε. Η πτήση είναι προγραμματισμένη για τις 19.40 και η λαχτάρα να δω κάτι ακόμη από τη μαγική αυτή πόλη με κυριεύει. Μετά το πρωινό παίρνω τους δρόμους. Τι γίνεται κάτω από την επιφάνεια;
Περιηγούμαι στα ευρήματα της ανασκαφής του μετρό στη στάση «Βενιζέλου». Εδώ περπατούσαν αιώνες πριν οι κάτοικοι αυτού του τόπου. Ίδιες συντεταγμένες, άλλος κόσμος. Πριν χαθώ σε κοινότυπες σκέψεις, ρίχνω μια ματιά στη σημερινή πόλη. Οι φαρδείς δρόμοι θυμίζουν ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Οι διαβάτες όμως δεν έχουν την ταχύτητα της δύσης. Είναι ράθυμοι. Μοιάζουν να μη βιάζονται. Είναι άνθρωποι μιας κοινωνίας μικρής, όπου ο ένας μοιάζει να γνωρίζει τον άλλο. Τον αποδέχεται; Όχι πάντα. Η οπαδική βία σκιάζει την πόλη.
Ταξί νούμερο 4: «Τι τα θες; Πάντα θα σκοτώνονται. Το τέλειωσε το παλικάρι ο άλλος».

Κατεβαίνω στην Εγνατία για μια τελευταία μεγάλη βόλτα στο κέντρο. Απαθανατίζω μία βιτρίνα καταστήματος παπουτσιών στολισμένη με ένα «μάτι» για τη βασκανία. Το μεσημεράκι με βρίσκει στο Καπάνι, την πιο παλιά παραδοσιακή αγορά της Θεσσαλονίκης που διαθέτει και ιστοσελίδα. Φεύγω με μπόλικα κομμάτια σουτζούκι, μπαχάρια και παστουρμά, συσκευασμένο αεροστεγώς για να μην με κοιτάζουν λοξά οι συνεπιβάτες στον αέρα.
Στην Εγνατία μπαίνω στο προτελευταίο ταξί του ταξιδιού: «Μακεδονία Palace, παρακαλώ». Με περιμένει η Θεσσαλονικιά ξαδέλφη μου για ένα ελαφρύ γεύμα σε ένα καλοστρωμένο τραπέζι με φιλιά, κρασιά και την υπόσχεση για καλή αντάμωση στον βορρά πάλι.
Ταξί νούμερο έξι και τελευταίο: «Αθηναία; Υποφέρετε εσείς εκεί κάτω…»
Σέμπρικο: Φράγκων 2. Τ. 2310 557513
Patisserie Τυμπάνης: Β. Κωνσταντίνου 24, Επανομή. Τ. 2310 042507
