Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο

Αριάν Λαμπέντ: Μας έδειξε το δάσος και εμείς μιλάμε ακόμα για το δέντρο

Έγραψε για τη σήψη της Δικαιοσύνης, για τη δευτερογενή θυματοποίηση, για ένα σύστημα που δικάζει και τα θύματα και τα ΜΜΕ κράτησαν τις λέξεις «βιασμοί» και «αλκοόλ».

Αριάν Λαμπέντ

Η Αριάν Λαμπέντ έγραψε ένα άρθρο-μαρτυρία στην Καθημερινή για την ελληνική Δικαιοσύνη. Σίγουρα δεν το έγραψε για να μας πει ότι βιάστηκε στην εφηβεία της, ούτε για να εξομολογηθεί τη μάχη της με το αλκοόλ και να συγκινήσει τα πρωινάδικα. Άλλος ήταν ο σκοπός της, να πει ότι η ελληνική Δικαιοσύνη δίκασε και τα θύματα.

Κι εμείς τι κάναμε; Την ξαναδικάσαμε στα headlines προφανώς. «Συγκλονίζει η σύζυγος του Λάνθιμου», «Έχω υποστεί δύο βιασμούς», «Η μάχη με το αλκοόλ», λες και δεν υπάρχει τίποτε άλλο στο κείμενο. Λες και δεν υπάρχει αίθουσα δικαστηρίου με ξύλινες καρέκλες και νέον φώτα, ούτε πρόεδρος που σαρκάζει, ούτε εισαγγελέας που μιμείται με γλυκερή φωνή τα μηνύματα των θυμάτων για να τα γελοιοποιήσει, ούτε και μία Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης που, τυπικά, ισχύει.

Σε καμία περίπτωση το άρθρο της δεν αποσκοπούσε σε μία προσωπική εξομολόγηση, είναι ξεκάθαρα μία καταγγελία θεσμικής παθολογίας. Περιγράφει μια αίθουσα όπου η ανθρώπινη Δικαιοσύνη συγχέεται με τη Θεία Δίκη, με την εικόνα του Χριστού πάνω από την έδρα και το Ευαγγέλιο μπροστά από τον μάρτυρα. Περιγράφει μια «σκηνοθεσία» όπου ο κατηγορούμενος κάθεται πίσω από το βήμα, κοιτώντας τα οπίσθια των γυναικών που τον κατήγγειλαν. Περιγράφει έναν πρόεδρο που εστιάζει στο crowdfunding αντί για τα πραγματικά περιστατικά, έναν συνήγορο υπεράσπισης που χλευάζει το #MeToo και μία εισαγγελέα που διακωμωδεί την απόγνωση.

Και, φυσικά, υπάρχει και μία ειρωνεία στο κείμενό της που δεν είναι καθόλου λεπτή. Γράφει με σαφήνεια ότι στην Ελλάδα είναι κυρίως «η γυναίκα του Λάνθιμου», παρ’ ότι είναι βραβευμένη ηθοποιός και σκηνοθέτις με διεθνή πορεία, με παρουσία στις Κάννες, με συνεργασίες και διακρίσεις. Το επισημαίνει για να μιλήσει για το πώς η ταυτότητα μιας γυναίκας συχνά συρρικνώνεται σε μια συζυγική ιδιότητα και -ω, τι έκπληξις- τα ελληνικά ΜΜΕ φρόντισαν να της το επιβεβαιώσουν. Υπάρχει και κάτι ακόμη ακραία ενοχλητικό σε όλο αυτό, η συστηματική υποτίμηση της επαγγελματικής της ταυτότητας. Όχι απλώς γιατί είναι άδικο, αλλά γιατί είναι ενδεικτικό του τρόπου που λειτουργεί ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα. Όταν μια γυναίκα μιλά για θεσμούς, η ταυτότητά της γίνεται «σύζυγος», όταν μιλά για βία, γίνεται «θύμα» και σπάνια παραμένει «δημιουργός».

Αριάν Λαμπέντ

EPA/URS FLUEELER

Η Λαμπέντ γράφει για τη δευτερογενή θυματοποίηση, για το πώς τα τραυματικά συμπτώματα -η αμνησία, η σύγχυση, η παραμονή σε επαφή με τον κακοποιητή λόγω grooming- στρέφονται εναντίον των θυμάτων στο δικαστήριο. Για το πώς η έλλειψη εξειδικευμένης εκπαίδευσης του δικαστικού προσωπικού καθιστά την αίθουσα χώρο αναπαραγωγής της βίας και για το πώς οι αγωγές SLAPP χρησιμοποιούνται για εκφοβισμό. Μιλά για μια δομή που, ακόμη και όταν καταδικάζει, το κάνει με ρωγμές, δηλαδή απόφαση κατά πλειοψηφία, έφεση και ελευθερία μέχρι το επόμενο στάδιο. Μιλά για ένα σύστημα που απαιτεί από τα θύματα να έχουν χρήματα για ψυχολόγους, ιατροδικαστές, δικηγόρους και μετατρέπει την πρόσβαση στη Δικαιοσύνη σε οικονομικό προνόμιο.

Και εμείς, αντί να ανοίξουμε αυτή τη συζήτηση, αναπαράγουμε το ίδιο μοτίβο που εκείνη περιγράφει, μετατοπίζουμε το βάρος από το θεσμικό στο προσωπικό. Από το «πώς δικάζονται τα σεξουαλικά εγκλήματα» δηλαδή, στο «τι της συνέβη όταν ήταν έφηβη». Μια ζωή τα ίδια. Τίποτα δεν άλλαξε. Γιατί αυτός είναι ο μηχανισμός που προτιμά το κουτσομπολιό από τη θεσμική κριτική. Είναι η ευκολία του click πάνω από τη δυσκολία της ανάλυσης, αφού το «συγκλονίζει» πουλάει περισσότερο από το «καταγγέλλει».

Δεν λέω ότι η προσωπική της εμπειρία δεν έχει σημασία, έχει και τεράστια μάλιστα, αλλιώς δεν θα μιλούσε γι’ αυτή. αλλά δεν ήταν αυτός ο πυρήνας του κειμένου της. Το είπε ξεκάθαρα, «Δεν γράφω για να μιλήσω για την ταπείνωσή μου», το έγραψε με καθαρά ελληνικά, τι άλλο να κάνει; Αλλά εμείς διαβάσαμε μόνο ό,τι μας βόλευε να πουλήσουμε. Κάτι βαθύτερο συμβαίνει εδώ, μια εμμονή με το σοκ, μια σχεδόν ηδονοβλεπτική προσκόλληση στην τραυματική λεπτομέρεια, σαν να χρειαζόμαστε το αίμα για να δούμε την πληγή, σαν να μην μπορούμε να σταθούμε στην πολιτική διάσταση χωρίς να προηγηθεί η δραματική ατάκα. Δεν χρειάζεται να συμφωνεί κανείς με κάθε της λέξη για να αναγνωρίσει ότι το κείμενό της άνοιξε μια σοβαρή συζήτηση, για το πώς διεξάγονται οι δίκες, για το πώς αντιμετωπίζονται τα θύματα ή για το πώς η αίθουσα μπορεί να γίνει χώρος αναπαραγωγής της ανισότητας.

Ξέρετε τι θα ήταν πραγματικά συγκλονιστικό; Να δούμε τα ΜΜΕ να ανοίγουν φάκελο για την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών, να ρωτήσουν το Υπουργείο Δικαιοσύνης για την εφαρμογή της Σύμβασης, να ερευνήσουν τις αγωγές SLAPP και να συζητήσουν το κόστος πρόσβασης στη Δικαιοσύνη. Ο δημόσιος διάλογος δεν πρόκειται να αλλάξει αν συνεχίσουμε να διαβάζουμε επιλεκτικά και κάθε φορά που μια γυναίκα μιλά για θεσμική βία, εμείς να μεταφράζουμε το κείμενό της σε «εξομολόγηση-σοκ». Το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συζητήσουμε επιτέλους για το πώς λειτουργεί το σύστημα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ
NEWS
Save