
Μια φορά κι έναν καιρό, στη μακρινή δεκαετία του ’90, παρακολουθούσαμε φανατικά στην ΕΡΤ τη θρυλική σειρά «Στο Κάμπινγκ». Μόνο που για εμάς τότε το κάμπινγκ δεν ήταν απλώς μια τηλεοπτική ιστορία. Ήταν ιδέα σύμφυτη με το ελληνικό καλοκαίρι. Ιδιαίτερα το ελεύθερο κάμπινγκ. Γιατί το καλοκαίρι γδυνόσουν απ’ όλα τα περιττά.
Κρατούσες μόνο την αρμύρα να σμιλεύει τη γύμνια σου, την άμμο να σε θωπεύει γλιστρώντας απ’ τα μαλλιά στον αφαλό σαν σε κλεψύδρα, τον ήλιο να εξαφανίζει κάθε πικρή σκέψη πίσω απ’ την εκτυφλωτική κουρτίνα του. Στις άκρες των χειλιών ερωτοτροπούσαν ροδάκινο κι ώριμο σύκο.
Μισόκλεινες τα βλέφαρα πίσω απ’ το ψάθινο καπέλο, αποκοιμιόσουν με τον ήχο των τζιτζικιών και τα γέλια των παιδιών κουρνιάζοντας ηδονικά στην αγκαλιά των κυκλαδίτικων βράχων, αιώνες φιλιωμένων με τ’ απέραντο γαλάζιο.
Τα είχες κυριολεκτικά όλα. Όλα όσα πραγματικά αξίζουν στη ζωή.
Για να τ’ αποκτήσεις, αρκούσε μια σκηνή κι ένας υπνόσακος. Το κάμπινγκ, ως ιδανικός τρόπος πραγμάτωσης του θέρους. Σε κάθε του μορφή – οργανωμένο, ελεύθερο, με τροχόσπιτο. Κατακτούσες έτσι την κορφή μεταξύ θάλασσας κι ουρανού, έτρεχες με γυμνές πατούσες κάτω απ’ τον αιώνιο ήλιο του Ελύτη και φώναζες «Φτου ξελεφτερία για όλους!».
Ήταν ο ανυπέρβλητος τρόπος του ελληνικού καλοκαιριού. Τότε που το καλοκαίρι ήταν η εποχή των πολλών. Της ελευθερίας.
Κι ύστερα ήρθε η απληστία. Οι μπουλντόζες. Οι «επενδύσεις». Η Ελλάδα που παραθέριζε ασκεπής κάτω απ’ τ’ αστέρια, που ξέπλενε τις έγνοιες της στα κύματα και νανουριζόταν απ’ τον παφλασμό τους, τώρα γυρνά στις πιάτσες του κόσμου εκπορνευόμενη σε πεντάστερους «επενδυτές» και ντόπιους «κοκοβίκους», οι οποίοι νομίζουν πως επειδή τους έλαχε μια μικρή περιουσία κάπου στον παράδεισο δικαιούνται και να τον διαχειρίζονται ολόκληρο όταν στην πραγματικότητα του χρωστούν.
Η χώρα που ανέθρεψε στοργικά με το κάμπινγκ γενιές, τώρα το πολεμά – και κοντεύει να το εξολοθρεύσει. Παραμορφωμένη απ’ το πολύ μπετονάρισμα με τ’ όνομα «βιώσιμη επένδυση», λιγουρεύεται περισσότερους πελάτες.
Η αφαίρεση αντικαταστάθηκε από την υπερβολή. Το ελάχιστο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, από την ανελέητη λεηλασία φυσικών πόρων και πολιτιστικού τοπίου. Η ελευθερία των γηγενών να χαίρονται τον τόπο τους με τα λίγα, από την κραυγαλέα ανισότητα των πανάκριβων διακοπών για λίγους.

Ποινικοποίηση της ελευθερίας
Η βίαιη μετάβαση από το απλό καλοκαίρι των πολλών, στο λουξ καλοκαίρι των εχόντων, συνέβη κυρίως μετά την υπογραφή των μνημονίων. Όταν η απληστία ντόπιων επιχειρηματιών και πολιτευτών συνέπεσε με το μεγάλο ξεπούλημα της χώρας σε «επενδυτές». Και ιδίως αφού έκτοτε κατέστη επιτακτικός ο μετασχηματισμός του Έλληνα πολίτη (στον βαθμό που υπήρχε) σε πειθήνιο υπήκοο – αλλιώς τα μνημόνια δεν θα υλοποιούνταν ποτέ.
Το 2012 ποινικοποιήθηκε το ελεύθερο κάμπινγκ. Έκτοτε διώκεται αυτεπάγγελτα ως πταίσμα, με δυνατότητα σύλληψης και αυτόφωρου, ενώ οι παραβάτες απειλούνται με εξάμηνη κράτηση ή πρόστιμο 3.000 ευρώ.
Η δικαιολογία της ρύπανσης και όχλησης του τοπίου γι’ αυτή τη βαριά ποινή είναι τουλάχιστον φαιδρή. Αν ο κατασκηνωτής ρυπαίνει (και τότε πρέπει να του επιβληθεί ποινή - όχι όμως per se επειδή κατασκηνώνει) και «κόβει τη θέα» με μια σκηνή που αύριο θα μαζευτεί, τότε τι κάνουν τα αμέτρητα beach bar που απλώνουν ογκωδέστατες κατασκευές μέχρι την άκρη του κύματος (έως και πισίνες έχουμε δει σε κάποια);
Τι κάνουν τα ξενοδοχεία με τα υπερπολλαπλάσια από το κάμπινγκ λύματα και τον όγκο τους μόνιμη ουλή στο φυσικό τοπίο;
Έχει φθάσει σε τέτοιο βαθμό το εμμονικό κυνήγι του ελεύθερου κάμπινγκ, που φέτος το υπουργείο Τουρισμού αποπειράθηκε να βάλει στο στόχαστρο και τα αυτοκινούμενα (τα βανάκια που φέρουν εξοπλισμό τροχόσπιτου): ένας νόμος-έκτρωμα απαγόρευε τη στάση και τη στάθμευσή τους σε οποιονδήποτε δημόσιο χώρο, ακόμα και τη στάθμευση άνω του ενός αυτοκινούμενου σε ιδιωτικό πάρκινγκ! Ουσιαστικά, ποινικοποιούσε τη χρήση τους (το κάμπινγκ και για αυτοκινούμενα ήταν ήδη απαγορευμένο πέραν των οργανωμένων χώρων που προορίζονται γι’ αυτό).
Ήταν τέτοια η δυσφήμιση στο εξωτερικό (αρκετοί ξένοι επισκέπτονται τη χώρα μας με αυτοκινούμενα), που ανάγκασε την κυβέρνηση να διορθώσει αυτό το αίσχος ενσωματώνοντας αργότερα σχετική πρόβλεψη στον νέο ΚΟΚ που ανακοίνωσε το υπουργείο Μεταφορών.
Ωστόσο, η απαγόρευση και ποινικοποίηση της κατασκήνωσης πλην αυτής που γίνεται στα οργανωμένα κάμπινγκ, παραμένει σε ισχύ.

Από τις σκηνές των πολλών, στις σουίτες των εκλεκτών
Αν και απαγορευμένο από έναν απαρχαιωμένο νόμο του 1976, το ελεύθερο κάμπινγκ αποτελούσε μέχρι πρόσφατα κοινή πρακτική στην Ελλάδα. Το συστηματικό κυνήγι του ξεκίνησε κυρίως από την ποινικοποίησή του το 2012 και κορυφώθηκε τα τελευταία χρόνια.
Γι’ αυτό το κυνήγι ευθύνεται πρωτίστως μια ανίερη συμμαχία ντόπιων επιχειρηματιών και πολιτευτών. Το είδος εκείνο των μικρόνοων και μοιραίων, που αναγνωρίζουν μόνο μία μυρωδιά: του χρήματος.
Η ιστορία εκτυλίσσεται ως εξής: Κατασκηνωτές ανακαλύπτουν τοπίο σπουδαίας φυσικής ομορφιάς. Στήνουν σκηνή και παραθερίζουν. Για κάποιους μάλιστα γίνεται κάτι σαν το «χωριό» τους. Δημιουργούν δεσμούς ζωής με τον τόπο, με τους ανθρώπους του, κι επιστρέφουν κάθε χρονιά. Εξάλλου, οι σχέσεις που δροσερεύουν στην ακροθαλασσιά σαν τα καρπούζια διατηρούνται ολόφρεσκες στους αιώνες.
Στην πορεία, μια δράκα ντόπιων επιχειρηματιών, βλέποντας ότι ο τόπος τους έχει πια πέραση, αρχίζουν να «ενοχλούνται» από τους ελεύθερους κατασκηνωτές. Βρίσκουν χίλιες δυο αμαρτίες να τους προσάψουν. Κι ας είναι εκείνοι που αγαπούν τον τόπο τόσο, σαν να ήταν δικός τους. Κι ας είναι εκείνοι που γεμίζουν τις ταβέρνες και τα μπαρ τους, που ψωνίζουν στα μαγαζιά τους.
Γιατί αν κάποιοι νομίζουν ότι κάμπινγκ κάνουν μόνο όσοι δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν οικονομικά σε άλλο είδος διακοπών, δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος.
Το κάμπινγκ είναι μεν τρόπος παραθερισμού για τους μη έχοντες, ωστόσο είναι πρωτίστως τρόπος ζωής. Είναι μια ελευθερία που δεν θα αποκτήσουν ποτέ όσοι στις διακοπές μεταφέρουν την πόλη στις βαλίτσες τους, όσοι ψάχνουν να βρουν την πόλη στον τόπο που επισκέπτονται, και όσοι με τον μανταμσουσουδισμό τους σπρώχνουν σε αλλοίωση τόπους και πολιτιστικά τοπία (νόμος προσφοράς και ζήτησης, θα έλεγαν οι φιλελεύθεροι).
Οι επαγγελματίες που παρουσιάζονται «ενοχλημένοι» από τους κατασκηνωτές ενώ στην πραγματικότητα απλώς εποφθαλμιούν τουρισμό που διαμένει σε δωμάτια γιατί πιστεύουν ότι έτσι θα βγάζουν περισσότερα, σε συνέργεια με ντόπιους πολιτευτές που δεν θέλουν να χάσουν ψήφους, κηρύττουν τελικά πόλεμο στο ελεύθερο κάμπινγκ και αρχίζουν να εκδιώκουν τους θιασώτες του.
Ειδικά στα μικρότερα νησιά με λίγες υποδομές και περιορισμένη δυνατότητα επέκτασής τους, αυτοί οι ντόπιοι δεν αντιλαμβάνονται καν ότι τα χρήματα που άφηναν στο νησί χιλιάδες άνθρωποι οι οποίοι εκ των πραγμάτων βρίσκονταν συνέχεια έξω, δεν θα τα βγάλουν ποτέ από τους πολύ λιγότερους επισκέπτες που μπορούν να φιλοξενήσουν τα καταλύματα του νησιού.
Και, σε τελική ανάλυση, πού πήγε εκείνη η Ελλάδα που καλωσόριζε και φιλοξενούσε τον ταξιδιώτη χωρίς να τον κοιτά στην τσέπη;
Σε ποια χάρτα είδαν γραμμένο ότι ένας ιδιώτης που πληρώνει έχει περισσότερα δικαιώματα στη φύση και την απόλαυσή της από τον οποιονδήποτε πολίτη;
Γιατί κάποιοι επιχειρηματίες του τουρισμού που πλουτίζουν εκμεταλλευόμενοι την ομορφιά ενός τόπου που ανήκει σε όλους τους πολίτες, τον θεωρούν τσιφλίκι τους; Κι αντί να φροντίζουν να επιστρέφουν κάτι στην κοινωνία, αποκλείουν τμήματά της εποφθαλμιώντας περισσότερο πλούτο, λες και σε αυτό το κομμάτι γης τούς άφησε ο θεός αποκλειστικούς κληρονόμους;
Κάπως έτσι, το ελληνικό νεοπλουτίστικο όνειρο που πουλιέται ως Μεσόγειος de luxe αλλά εμπνέεται από τη λογική τελειωμένου νυχτομάγαζου της εθνικής οδού, κατάπιε αμέτρητους ονειρικούς τόπους ελεύθερης κατασκήνωσης.
Κι εδώ, δεν φταίνε «ξένοι επενδυτές».

Και τα οργανωμένα κάμπινγκ, βορά στη χρυσοφάγο «ανάπτυξη»
Παρόμοια μοίρα με το ελεύθερο κάμπινγκ, έχει ωστόσο πλέον και το οργανωμένο∙ μόνο που ο αφανισμός εδώ προχωρά πιο υπόγεια, πιο «κομψά». Μέρη που διατηρούσαν οργανωμένα κάμπινγκ τα ζήλεψαν νεόπλουτοι ποζεράδες, συχνά ταϊσμένοι με το χρήμα μιας παρασιτικής «ανάπτυξης» που συνεχίζει να ευδοκιμεί ανεμπόδιστη (βλέπε για παράδειγμα, σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ).
Στο Κουφονήσι, το κάμπινγκ «Φοίνικας» έκλεισε προ πολλών ετών, ενώ στους ελεύθερους κατασκηνωτές του Κάτω Κουφονησίου ανακοινώθηκε το 2022 πολιτική μηδενικής ανοχής. Κι εκεί που το νησάκι προσεγγιζόταν από συμβατικά πλοία, στο λιμάνι του πια καταφθάνουν το καλοκαίρι αναρίθμητα ταχύπλοα – αυτά με το πανάκριβο εισιτήριο.
Αρκετοί φοβούνται για τη μοίρα του περίφημου κάμπινγκ της Αντιπάρου, αφού το νησί -στο οποίο το ’80 ντόπιοι κυκλοφορούσαν με γαϊδουράκια- από προορισμός ροκάδων κατασκηνωτών, έχει παραμορφωθεί με βίλες, πισίνες και βιτρίνες με haute couture (γιατί αν δεν φορέσεις haute couture στην Αντίπαρο, τότε πού;).
Στη Χαλκιδική, πεντάστερο ξενοδοχείο προβλέπεται να εκτοπίσει σύντομα το κάμπινγκ στο Ποσείδι. Σε ειδησεογραφικούς τίτλους, η εξέλιξη χαρακτηρίζεται «αξιοποίηση» της περιοχής, παρόλο που η τελευταία δεν έχει καν το νερό για να «σηκώσει» την «επένδυση». Στην ατζέντα του Υπερταμείου βρίσκονται δε όλα τα δημόσια κάμπινγκ, που τα καλά «μέντιουμ» προβλέπουν ότι θα εκτοπιστούν από πολυτελή ξενοδοχεία.

Θα μπορούν τα παιδιά να μετρούν τ’ άστρα;
Στην εποχή της κλιματικής κρίσης, την εποχή που σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες δεν αντέχει οικονομικά ούτε μία εβδομάδα διακοπές, η «γριά τσατσά» Ελλάδα αποδιώχνει όσους την αγαπούν πραγματικά κι επιλέγει να εκπορνευτεί ανενδοίαστα σε κάθε λογής «επενδύσεις», γνωρίζοντας πως κινδυνεύει να της φερθούν όπως κάτι διεστραμμένοι σεΐχηδες στα μοντέλα που σύρονται στα porta-potta πάρτι τους, αφήνοντας στο σώμα της μόνιμες ουλές ή και αναπηρίες.
Το χειρότερο είναι ότι τα παιδιά που γεννιούνται σήμερα θα μεγαλώσουν θεωρώντας φυσιολογική τάξη πραγμάτων να είναι παράνομη η ελεύθερη κατασκήνωση και να αποκλείονται βίαια από τις ομορφιές της ίδιας τους της χώρας αν δεν μπορούν να πληρώσουν. Και ταυτόχρονα θα θεωρούν φυσιολογική την αποικιοκρατικού τύπου τουριστική επέλαση.
Η ελπίδα του τόπου πάντως επουδενί δεν διακυβεύεται στο πόσα resorts θα υψωθούν και πόσοι τουρίστες θα συρρεύσουν. Αλλά στο αν οι επόμενες γενιές θα μπορούν να κοιμούνται ελεύθερα κάτω απ’ τ’ άστρα, χωρίς να φοβούνται μήπως τιμωρηθούν πριν προλάβουν καν να τα μετρήσουν.